Λίγοι είναι οι συγγραφείς μας, ειδικά οι επιφανέστεροι από αυτούς, που εμπνέονται από τα Χριστούγεννα ή την Πρωτοχρονιά –σε αντίθεση με την Ανάσταση. Η μεγάλη εξαίρεση είναι ο Παπαδιαμάντης, πλην μάς είναι δύσκολο να γνωρίζουμε πόσα, όντως, ευτυχισμένα Χριστούγεννα και ανάλογες Πρωτοχρονιές πέρασε ο ίδιος. Ο Γιώργος Σεφέρης όχι μόνο δεν εμπνέεται από αυτές τις γιορτινές μέρες, αισθάνεται ολωσδιόλου άβολα –όταν δεν νιώθει δυσφορία. Οι τυχαίες, θα έλεγα, ημερολογιακές σημειώσεις του –από την Πρωτοχρονιά του 1926 ως τα Χριστούγεννα του 1968 –αυτό μαρτυρούν. Αν κάτι φαίνεται να του δίνει μια κάποια ευχαρίστηση αυτές τις μέρες, είναι η εργασία του –ειδικά όταν συμβαίνει να τελειώνει κάποιο κείμενο: «31 Δεκέμβρη 1930: Σήμερα τελείωσα το ποίημα («Ερωτικός Λόγος») αφού έφτυσα αίμα, χωρίς υπερβολή, δουλεύοντας δέκα ώρες την ημέρα!». Στο παρόν σύντομο σημείωμα περιοριζόμαστε σε λίγες σχετικές καταγραφές.
Η πρώτη καταγραφή, Παρασκευή, 1/1/1926, 00.01! Αρχίζει με την αναφορά στη μακρινή αγαπημένη Μπι… «Κουλουριασμένος σα γροθιά γύρω από την Ψυχή του. Αυτή η μόνιμη σύσπαση». Ακολουθεί ένα απόσπασμα από τον Montaigne και μια ενδιαφέρουσα παρατήρηση: «το καλό ποίημα πρέπει να περιέχει τη φωνητική του έκφραση. Δεν πρέπει ν’ αφήνει περιθώριο για φωνητική ερμηνεία»! Υστερα περιγράφει το τέλος της γιορτής. «Βράδυ. Στιγμές που αισθάνεται κανείς τον καιρό να φεύγει ψηλαφητά. Μια πλούσια αίθουσα χορού…Κάποιος αποκοιμάται σε μια πολυθρόνα… Εδώ κι εκεί απομεινάρια της γιορτής: χαρτιά τσαλακωμένα, στάχτες, αποτσίγαρα…».
Ανήµερα Πρωτοχρονιά του 1939 και του 1940 ο Σεφέρης και η Μαρώ ανεβαίνουν στην Ακρόπολη. 1939: «Βγήκα μαζί με τη Μαρώ το πρωί κατά τις 6. Ακόμη το μυστήριο της νύχτας […] Ανεβήκαμε στην Ακρόπολη μ’ ένα ταξί. Ο σοφέρ κάπνιζε αδιάκοπα. Μπροστά στις σκάλες των Προπυλαίων ο αγέρας, εξαιρετικά φρέσκος: κρύος, ζωογόνος αληθινά και καθαρτήριος […] το συγκινητικό ήταν αυτή η μετάβαση, το χάραγμα. Απαλλαγμένη από κάθε χρώμα, κάθε πρόκληση, απόλυτα γυμνή. Η πιο γυμνή αυγή που είδα ποτέ μου…». 1940: «Το πρωί, προτού ξημερώσει, σαν και πέρσι, με τη Μαρώ στην Ακρόπολη. Το φεγγάρι ακριβώς μισό, πίσω από τα κουρελιασμένα σύννεφα […] Λίγοι άνθρωποι στους δρόμους, γλεντζέδες ή εργατικοί που πηγαίνουν να κοιμηθούν. Στην οδό Διονυσίου Αρεοπαγίτου ως πάνω στην Ακρόπολη, ατμόσφαιρα χωριού: κοκόρια. Κάτι βουκολικό σε τούτο το πρωινό, θα ‘λεγες ευοίωνο…».
1942, Παρασκευή 25 Δεκέµβρη. Κάιρο, με την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση: «Αυτό το βάσανο να ψάχνεις για δώρα, χωρίς κέφι και μετρώντας τα χρήματά σου. Η πλήξη αυτών των γιορτάδων. Κάποτε έχω την εντύπωση πως περιφέρομαι σαν το φάντασμα του Αμλέτου – πατέρα, μέσα σε τούτο το στρατόπεδο…».
1943, Πρωτοχρονιά: «Νομίζω ποτέ δεν ένιωσα τόσο γέρος. Δυστυχία που δεν μπορώ να εξαφανιστώ χτες και σήμερα. Αναζήτηση καταφυγίου. Χτες ζητήσαμε προστασία από τους Λαχωβάρη. Ανθρωποι απόλυτα καλοί. Δειπνήσαμε μαζί και κόψαμε την πίτα. Θυμήθηκα παλιές Πρωτοχρονιές στη Σμύρνη. Βγήκαμε κατά τη μία. Μεθυσμένοι, μεθυσμένοι παντού […]».
1944, Παραµονή Χριστουγέννων, Αθήνα: «Κλείνει η τρίτη βδομάδα του πολέμου. Η Πλάκα οπωσδήποτε ήσυχη. Αλλά τριγύρω, ατέλειωτα, ο θόρυβος της μάχης. Οι δρόμοι γεμάτοι πρόσφυγες. Διηγούνται φρικιαστικές σκηνές: ομήρους, εκτελέσεις. Αρρωστος από προχτές: ρίγη και πόνοι. Κάνει κρύο […] το καλύτερο σήμερα: από την κάμαρά μου άκουσα θαμπά και απόμακρα φωνές παιδιών –τα κάλαντα». Σάββατο, 30 Δεκέμβρη: «Σκοτωμοί, πρόσφυγες, κρύο κι αυτό το γάβγισμα του πολυβόλου. Το πρωί τηλεγράφημα από Λονδίνο. Ο βασιλιάς διορίζει τον Δαμασκηνό αντιβασιλέα. Η πολιτική ιντελιγκέντσια έχει χρεοκοπήσει πέρα για πέρα στην Ελλάδα». Κυριακή, 31 Δεκέμβρη: «Υπουργείο Εξωτερικών: Ορκωμοσία αντιβασιλέως. Επειτα στη Γαλλική Πρεσβεία».
Πρωτοχρονιά 1945: «Νομίζω, κανένας χρόνος σαν αυτόν που πέρασε: τίποτε πιο φριχτό από τους δύο τελευταίους μήνες». Χριστούγεννα ’45: «Η Μαρώ άρρωστη. Χρηματικές στεναχώριες. Βγήκα κατά το μεσημέρι προς τ’ Αναφιώτικα. Κοιτάζω να μείνω αρκετά χαμηλά, ν’ αποφύγω τα αρχαία. Αυτή η χάρη του σαθρού, όχι του στερεού που βλέπεις στην Ελλάδα. Ενα ξεχαρβαλωμένο ανώφλι με τρία φυλλαράκια είναι πραγματικά κάτι! Είναι το φως […] Η Ελλάδα είναι ασυμπόνετη». 1947. Νύχτα 31 – 1 Γενάρη. Αθήνα, έχοντας επιστρέψει από τον Πόρο: «Στους δρόμους ήχοι από σουραύλια και κλαψιάρικα τραγούδια: τα κάλαντα. Εντονο συναίσθημα της ψυχικής διάλυσης των ανθρώπων. Σου μιλούν και αισθάνεσαι πως απλώνεις τα χέρια μέσα από μια ομίχλη από κουρέλια. Φοβερή έλλειψη συνοχής, ειρμού, συνέπειας: πουθενά δεν μπορείς να έχεις εμπιστοσύνη: φρίκη […] Δουλεύω πολύ για το βιβλίο του Καβάφη, κουρασμένα κάποτε […] Φορές κουβεντιάζοντας με τη Μ. για τις οικονομικές μας στερήσεις (δίκαιες κατά βάθος), λογαριάζω πως εργάζομαι, εκτός από την υπηρεσία, 10 ώρες την ημέρα χωρίς να κερδίζω τίποτε: η λογοτεχνία είναι δωρεάν στην Ελλάδα. Γι’ αυτό και την εξευτελίζουν. Εχω κουράγιο […]».
Χριστούγεννα 1952. Στο α/π «Αιολία» προς Βηρυτό: «Νόμιζα πως το καράβι είναι ελληνικό, είναι παναμέζικο. Ολο το πλήρωμα ελληνικό. Στην πρώτη θέση η μουσική έπαιζε χτες ρεμπέτικα και τα κάλαντα. Σήμερα πρωί άρχισε με τα Τρία παιδιά βολιώτικα. Αλλά στις βάρκες και στα σωσίβια διαβάζεις: S/S AEOLIA – ΡΑΝΑΜΑ. Κι αυτή μια άμυνα του «Εθνους»: όπως οι αλλοτινοί ραγιάδες παίρναν ξένες προστασίες για να φυλαχτούν από τον Σουλτάνο, σήμερα σκεπάζουν τα καράβια τους με τη σημαία του Παναμά για να προστατευτούν από το ελληνικό κράτος».
1953: Βηρυτός, Πρωτοχρονιά 1953 (Hôtel St Georges). «Φτάσαμε την περασμένη Κυριακή 28, το πρωί. Ο Θεός βοηθός».
Λονδίνο, Πρωτοχρονιά, 1959. Στο ημερολόγιό του (Μέρες Ζ) ο Σεφέρης παραθέτει ένα απόσπασμα από τη συλλογή του Βιζυηνού Ατθίδες αύραι (1884) που του έκαναν δώρο: «Ελεημοσύνη απ’ τη Φραγκιά/- κι απ’ την Τουρκιά χαστούκια» και σημειώνει (ενδεχομένως και για τους σημερινούς αναγνώστες) «έπειτα από ¾ του αιώνα, και τόσα και τόσα –δεν αλλάξαμε, αλίμονο». Πέμπτη, 31 Δεκέμβρη 1959: «Φουρτουνιασμένη κατοικία λόγω σημερινού πρωτοχρονιάτικου δείπνου στους υπαλλήλους [της πρεσβείας]. Μαρώ κουρασμένη από αϋπνίες. Κατάσταση πολιτικών πνευμάτων γύρω μου καίει κάθε ενθουσιασμό […]. Ερχουνται τελευταίες Xmas cards, όπως τα τελευταία τελευταία φύλλα ενός δέντρου». 1/1/1960: «Πρωί εκκλησία – δοξολογία – όναγροι: τραγουδούν τον Αγγλικό Υμνο, όχι τον Ελληνικό […]. Η εκπομπή μου στο ραδιόφωνο της 12/12 πληρώθηκε £58. Σπάνια ήμουν τόσο περήφανος για χρήματα που κέρδισα». Η τελευταία αναφορά του Σεφέρη στα Χριστούγεννα φαίνεται να είναι το γνωστό επίγραμμα «Από βλακεία» Τετράδιο Γυμνασμάτων Β’, σελ. 103: «Ελλάς∙ πυρ! Ελλήνων∙ πυρ! Χριστιανών∙ πυρ! / Τρεις λέξεις νεκρές. Γιατί τις σκοτώσατε;». Αθήνα καλοκαίρι – Princeton Ν.J., Χριστούγεννα 1968.
Ο κ. Γιώργης Γιατρομανωλάκης είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ