Το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης τίμησε την Παρασκευή, 24 Νοεμβρίου, τον Διονύση Σαββόπουλο με τη μεγαλύτερη ακαδημαϊκή διάκριση στον χώρο του πνεύματος –τον τίτλο του επίτιμου διδάκτορα.
Οσο και αν η ταξινομική λογική χρειάζεται τις κατηγοριοποιήσεις για να κάνει ευχερέστερα αντιληπτό το καλλιτεχνικό απόθεμα σε κάθε μορφή τέχνης, ο Σαββόπουλος αποτελεί μια ξεχωριστή τάξη και στέκει μόνος σε αυτό που έκανε στο μεγαλύτερο μέρος του καλλιτεχνικού βίου του: να συναρμόσει τον ποιητικό λόγο με τη μουσική σε ένα ιδίωμα χωρίς προηγούμενο στην ελληνική τέχνη. O ίδιος κατά καιρούς έχει αναφέρει αρκετά ονόματα άλλων καλλιτεχνών που έγραφαν τους στίχους και τη μουσική των τραγουδιών τους εντάσσοντας τη δική του περίπτωση στις τάξεις τους. Αντιγράφω έναν αυτοβιογραφικό και αυτοσαρκαστικό στίχο του αφού αναφέρεται στον εαυτό του, «μεροδούλι-μεροφάι στιχουργική». Αλλο όμως πράγμα η στιχουργική και άλλο η ποίηση.
Το μεγαλύτερο μέρος της «στιχουργικής» του παραγωγής έχει τα γνωρίσματα της ποίησης, λυρικής, συμβολικής, σατιρικής, ανεξάρτητα από το αν, αρκετά συχνά, το περιεχόμενο έχει επικαιρική αφετηρία. Ο Σαββόπουλος δεν δημοσιεύει ποιητικές συλλογές τις οποίες μελοποιεί: δημοσιεύει τα τραγούδια του, δημιουργίες που συμπεριέχουν από γεννησιμιού τους την οργανική συναρμογή λόγου και μουσικής σε ένα έργο με αυτήν και όχι άλλη μορφή. Πάντως το 2003 κυκλοφόρησε η Σούμα (Ιανός), τόμος στον οποίο μπορεί να δει κανείς δημοσιευμένο το σύνολο του ποιητικού έργου του. Τον ίδιο άλλωστε χρόνο δημοσιεύτηκε και η πολυσέλιδη μελέτη Διονύσης Σαββόπουλος (Μεταίχμιο) του Δημήτρη Καράμπελα, έξοχο δείγμα δοκιμιακού λόγου για το έργο του καλλιτέχνη.
Ο Σαββόπουλος ξεκίνησε τη σχέση με το κοινό του στη δεκαετία του 60. Μέχρι σήμερα οι συναυλίες του γεμίζουν όποιον χώρο, ανοιχτό ή κλειστό, τις φιλοξενεί, από ένα πλήθος που δεν αποτελείται μονάχα από συνομηλίκους του. Οι νέοι άνθρωποι έχουν μια διαρκή και πολυπληθή παρουσία –πολλές φορές είναι η πλειονότητα του ακροατηρίου. Είναι φανερό ότι τα τραγούδια του παραμένουν επίκαιρα, όχι μόνο στην ιστορική στιγμή που τα γέννησε αλλά και σε κάθε στιγμή, διευρύνοντας έτσι τον ορίζοντα της εμπειρίας που τα περιέχει σε κάτι που υπερβαίνει πλέον τον ατομικό χρόνο του καθενός ξεχωριστά και αγγίζει τον συλλογικό κοινωνικό χρόνο. Είναι μια σαγήνη που απλώνεται και σε ηλικίες στις οποίες πολλοί συνομήλικοι ομότεχνοί του δεν έχουν πλέον πρόσβαση. Ακούει κανείς ερμηνείες των έργων του από γυμνασιόπαιδα, ερμηνείες που και ο ίδιος, υποθέτω, δεν έχει φανταστεί: έφηβοι που με φλάουτα, όμποε και ντραμς παίζουν Η πλατεία ήταν γεμάτη… σαν να ξεχειλίζουν από το βίωμα που γέννησε το τραγούδι. Ούτε σταματάει να με εντυπωσιάζει ο αριθμός των νέων ανθρώπων στο πανεπιστήμιο που γνωρίζουν ολόκληρα χωρία από το έργο του (με τον Μπάλο να κυριαρχεί στις προτιμήσεις τους, ίσως όχι μόνον για τους στίχους και τη μουσική, αλλά και για την ερεθιστική εικονογραφία του).
Η σχέση του Σαββόπουλου με το κοινό της γενιάς του έχει διαγράψει μια καμπύλη, όχι μόνο έξαρσης και ύφεσης, αλλά και πολύ εντονότερων συναισθημάτων: από τη λατρεία του οπαδού ως την αγανάκτηση του εγκαταλειμμένου από το ίνδαλμά του. Ως καλλιτέχνης είχε τη γενναιότητα να εκφράσει ανατροπές που συντελέστηκαν μέσα του και θεωρήθηκαν αναπάντεχες, κρίθηκαν ανακόλουθες προς τις αρχές στις οποίες η γενιά των θαυμαστών του τον θεωρούσε αφοσιωμένο, χαρακτηρίστηκαν συντηρητικές. Δεν πτοήθηκε από το ότι αυτό που το κοινό του θεώρησε στροφή είχε επιπτώσεις σε βάρος του ωφελιμιστικού πυρήνα που συνεπάγεται η σχέση με το κοινό. Το «δίνω στον κόσμο αυτό που περιμένει από μένα» δεν λειτούργησε στον Σαββόπουλο. Με όλο το συναισθηματικό και ψυχολογικό κόστος, η στάση αυτή έδωσε στη σχέση του με το κοινό της γενιάς του μια διάσταση σχεδόν οικογενειακής οικειότητας και μια αυθεντικότητα που είναι ασυνήθιστη (για να μην πω πρωτόγνωρη στην Ελλάδα) ανάμεσα στους δημιουργούς και το κοινό τους.
Η Φιλοσοφική Σχολή (Τμήμα Φιλολογίας) υποδέχεται τον Διονύση Σαββόπουλο στους κόλπους της ακαδημαϊκής κοινότητας επιβεβαιώνοντας ότι συνεχίζεται και σήμερα η μακρά ιστορική παράδοση της ακαδημαϊκής φυσιογνωμίας της.
Ο κ. Αντώνης Κωτίδης είναι καθηγητής στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ