Πρόσφατα ήρθε στο προσκήνιο ότι η μεσαία τάξη –τα «άθλια μεσοστρώματα» όπως έλεγε ο Ν. Ψυρούκης –έφερε εξαιρετικά μεγάλο τμήμα της δημοσιονομικής προσαρμογής μέσω των αυξημένων φόρων που επιβλήθηκαν τα τελευταία χρόνια. Αναφέρθηκε, επίσης, ότι η επιβάρυνση αυτή ήταν συνειδητή κυβερνητική επιλογή, στη λογική μιας ταξικής πολιτικής που η κυβέρνηση δήλωσε ότι ακολουθεί, όπως είχε δηλωθεί με τους κανόνες ανταποδοτικότητας στο Ασφαλιστικό, τα πρόστιμα του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας κ.ά.
Αν δούμε όμως το ποιοι πλήρωσαν το κόστος της δημοσιονομικής προσαρμογής στα χρόνια της κρίσης, θα διαπιστώσουμε ότι το βάρος με όλες τις κυβερνήσεις έπεσε κυρίως στη μεσαία τάξη. Στο βιβλίο μας («Ανισότητες, φτώχεια, οικονομικές ανατροπές στα χρόνια της κρίσης», 2016) εξετάσαμε, με βάση τα πλήρη φορολογικά στοιχεία, ποιες τάξεις υπέστησαν τι μειώσεις στο εισόδημά τους στην περίοδο πριν από την κρίση (2008) και μέσα στην κρίση (2012). Το συμπέρασμα είναι αδιαμφισβήτητο:
Στην περίοδο πριν και στη διάρκεια της κρίσης (2008-1012) οι εισοδηματικά χαμηλότερες τάξεις (το χαμηλότερο 60% του πληθυσμού) ως σύνολο, και μάλιστα συγκρίνοντας τα «ίδια» νοικοκυριά και άτομα κάθε χρόνο, είδαν το εισόδημά τους να αυξάνεται μεταξύ 2008 και 2012 κατά 0,3 δισ. ευρώ (+1% του εισοδήματός τους το 2008). Αυτό ήταν περίεργο, όμως έχει πολλές, διόλου απλές, εξηγήσεις και σίγουρα έχει αλλάξει σε κάποιο βαθμό. Ομως, στα ίδια χρόνια, τα μεσαία στρώματα είχαν χάσει σε εισόδημα (αθροιστικά για όλους) 8,3 δισ. ευρώ (-19% του εισοδήματος του 2008) και το πλουσιότερο 10% -15,9 δισ. ευρώ (-36,5% αντίστοιχα). Υπάρχει ένα δεδομένο ακόμα: ότι σημαντικός αριθμός όσων είναι σήμερα «κάτω» έχει προέλθει από στρώματα που πριν από λίγα χρόνια εισοδηματικά ανήκαν στη μεσαία τάξη. Η αντιμετώπισή τους ως εάν σήμερα ανήκαν στην τάξη που είχαν κάποτε τους βυθίζει κοινωνικά και οικονομικά όλο και πιο χαμηλά.
Τι σημαίνουν αυτά; Σημαίνουν ότι από τα πρώτα χρόνια της κρίσης ακολουθείται συνεχώς μια πολιτική που, μέσα στην κρίση, συνοδεύεται από στοιχεία αλληλεγγύης και για αυτό οδηγεί σε σημαντικές απώλειες εισοδήματος τα μεσαία εισοδηματικά στρώματα. Ηταν πράγματι «ταξική πολιτική»; Στην ταμπέλα ίσως όχι, ως προς το αποτέλεσμα όμως δεν διέφερε από την πρόσφατη εξέλιξη. Ηταν κατ’ αρχήν απόρροια κυρίως της κρίσης η οποία έπληξε ασύμμετρα τα εισοδήματα μισθωτών, επαγγελματιών, μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, τα κάποια εισοδήματα των μεσαίων από ενοίκια, καταθέσεις και άλλες πηγές. Ηταν, όμως, και αποτέλεσμα μιας πολύ συνειδητής πολιτικής, που με κυβερνητικές αποφάσεις περιέκοψε πολύ περισσότερο τους υψηλότερους μισθούς και συντάξεις και σημαντικά λιγότερο τους χαμηλούς. Ας σημειωθεί ότι οι απώλειες αυτές αφορούν τα εισοδήματα πριν από τη φορολογία.
Δεδομένου ότι η πρόσθετη φορολόγηση αντιπροσωπεύει άλλο ένα 6,5% του εισοδήματος (μέχρι το 2014 περίπου), οι μειώσεις είναι εξαιρετικά πιο σημαντικές και γίνονται ακόμα σημαντικότερες αν λάβει κανείς υπ’ όψιν τι παραπάνω πληρώνει ο μέσος πολίτης για υγεία, εκπαίδευση, ασφαλιστικές εισφορές κ.ά. λόγω μείωσης των δημόσιων δαπανών.
Τι έγινε μετά το 2008-2012 που αφορά τα στοιχεία αυτά δεν είναι εύκολο να διαπιστωθεί, γιατί τα στοιχεία είναι ατελή και σκόρπια. Γενικά οι φορολογικοί συντελεστές παρέμειναν σχετικά σταθεροί, ενώ δεν ακολούθησαν άλλες περικοπές σε μισθούς και συντάξεις μέχρι τα τέλη του 2014. Στα χρόνια που ακολούθησαν, ανατράπηκε το συνταξιοδοτικό καθεστώς, αυξήθηκαν οι ασφαλιστικές εισφορές, καταργήθηκαν ειδικές φορολογικές διατάξεις σε νησιά, αυξήθηκε ο ΦΠΑ. Ορισμένες από αυτές τις ρυθμίσεις θα ισχύσουν βέβαια από το 2019 ή το 2020. Οι αποφάσεις όμως έχουν ληφθεί. Η μείωση του αφορολογήτου από τα 8.636 ευρώ στα 5.636 ευρώ λογικά θα επιβαρύνει τα χαμηλά στρώματα, όπως και επιπρόσθετα τα μεσαία στρώματα και το ανώτερο 10%.
Ωστόσο, σε όλα αυτά τα χρόνια υπάρχει μια διάσταση που βαραίνει πολύ και διαφοροποιεί την ταξικότητα ή και τοξικότητα της πολιτικής: η διχοτόμηση της κοινωνίας όχι με κριτήριο το ύψος του εισοδήματος, αλλά την έκταση της φοροδιαφυγής. Ανεξάρτητα από το ύψος εισοδήματος, άλλοι δεν φοροδιαφεύγουν και άλλοι συνεχίζουν ανενόχλητοι, συχνά με τις ευλογίες της πολιτικής. Ο καθένας μας έχει άμεση αντίληψη τι γίνεται στον ΦΠΑ, ιδίως στην επαρχία, και έμμεση για το τι γίνεται στο λαθρεμπόριο τσιγάρων, πετρελαίου, στο χάσμα μισθών και θέσης εργασίας όσων εργάζονται στην ιδιωτική οικονομία και στο Δημόσιο, στα προνόμια ειδικών επαγγελματικών ομάδων και στην προνομιακή μεταχείριση επαγγελματικών ομάδων ή όσων πληρώνουν το «κατιτί». Η αύξηση των φόρων έχει πλήξει μονόπλευρα όσους δεν μπορούν να ξεφύγουν. Αυτό δεν είναι αναδιανεμητική πολιτική και πολύ περισσότερο ταξική πολιτική.
Υπάρχει και κάτι ακόμα που δεν πάει καλά. Η συζήτηση για την ταξική φορολογική επιβάρυνση των εισοδηματικά χαμηλών, μεσαίων και υψηλών στρωμάτων γίνεται συχνά ως εάν το μόνο πρόβλημα στις εξελίξεις αυτές είναι ποιος επιβαρύνθηκε φορολογικά περισσότερο. Η λογική όμως κάθε πολιτικής δεν κρίνεται μόνο από το τι γίνεται σε έναν κρίκο μιας αλυσίδας που έχει είκοσι κρίκους, αλλά από το συνολικό αποτέλεσμά της.
Αν δει κανείς τα αναλυτικά δεδομένα, διαπιστώνει ότι, από κοινωνική σκοπιά, στα χρόνια της κρίσης σημειώθηκε μια τεράστια ανατροπή: μια μεγάλη επιδείνωση της εισοδηματικής θέσης μεγάλου αριθμού νοικοκυριών, που από μεσαία ή και υψηλά έπεσαν απότομα στα χαμηλότερα κλιμάκια. Η μείωση στα μεσαία εισοδήματα, πέρα από το ότι ανέτρεψε ριζικά το status της μεσαίας τάξης, οδήγησε ευρύτερα κοινωνικά τμήματα στο να χάσουν σταθερές αξίες και σημεία αναφοράς τους και σε μεγάλη απώλεια εμπιστοσύνης στην πολιτική, στην οικονομία και στις προοπτικές της χώρας.
Οι εξελίξεις αυτές οδηγούν σε ένα άλλο κεντρικό πρόβλημα μακροοικονομικής υφής που ποτέ δεν εξετάστηκε σοβαρά. Στο μέτρο που οι απώλειες των μεσαίων και υψηλότερων στρωμάτων αντιπροσωπεύουν τόσο σημαντικό τμήμα της συνολικής απώλειας εισοδήματος, οι επιπτώσεις στην ύφεση, στις επενδύσεις, στο οικονομικό κλίμα, στην ανεργία, στη δημοσιονομική διαχείριση και στις σχέσεις εξάρτησης από τους δανειστές είναι πολύ υπαρκτές. Το σημαντικό είναι ότι οι μακροοικονομικές αυτές επιδράσεις δεν αφορούν μόνο τη μεσαία τάξη. Το αποτέλεσμα «χτυπάει» στη συνολική τελμάτωση ή και επιδείνωση των μεγάλων κοινωνικών και οικονομικών προβλημάτων, η οποία, σε τελευταία ανάλυση, επηρεάζει καθοριστικά και την οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα των χαμηλότερων στρωμάτων και της χώρας συνολικότερα, σήμερα και αύριο.
Ολα αυτά σημαίνουν ότι τα προβλήματα αφορούν όλη την κοινωνία και για αυτό κάνει διαφορά αν η πολιτική αναζητεί τη σύνθεση ή τη διάσπαση. Η εξέλιξη στα χαμηλά εισοδήματα θέτει ζητήματα κοινωνικής πολιτικής και αλληλεγγύης, ενώ η εξέλιξη στα μεσαία και υψηλά εισοδήματα θέτει θέματα σχετικά με τις επενδύσεις, τη μεγέθυνση, την έξοδο από την κρίση. Οχι μόνο καμία από τις μεγάλες αυτές προτεραιότητες δεν μπορεί να επιτευχθεί όσο οι δύο πτυχές παραμένουν αποκομμένες, αλλά μια ασύμμετρη αντιμετώπισή τους θα οδηγεί –ήδη οδηγεί –σε περαιτέρω επιδείνωση, καθώς η ανάκαμψη της εμπιστοσύνης, των επενδύσεων, των νέων επιχειρηματικών πρωτοβουλιών, η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και η μεγέθυνση αποτελούν προϋπόθεση για ένα καλύτερο κοινωνικό τοπίο.
Ο κ. Τάσος Γιαννίτσης είναι πρών υπουργός.
Ο κ. Σταύρος Ζωγραφάκης είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Αγροτικής Οικονομίας και Ανάπτυξης του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ