από metereologos.gr
Κυριακή 22 Ιουλίου 2018
 
 

Η καθολικότητα των ηθικών αξιών

εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

 


Συνεχίζω σήμερα τον αντίλογό μου σε όσα ο Ν. Μουζέλης είχε την καλοσύνη να παρατηρήσει, μεταξύ άλλων, σε αυτά που είχα και εγώ διατυπώσει γύρω από το ζήτημα αν υπάρχουν ή όχι καθολικές ηθικές αξίες. Στο πρώτο μέρος αυτής της επιφυλλίδας, που δημοσιεύθηκε στο «Βήμα» στις 10 Αυγούστου 1997, σελ. Β4, είχα υποστηρίξει το αναγκαίο της διάκρισης μεταξύ κοινωνιολογικής και ηθικής καθολικότητας. Η υποστήριξη αυτής της διάκρισης είχε σκοπό να κάνει σαφές ότι για την ηθική καθολικότητα μιας αξίας δεν έχει σημασία το αν τυχαίνει να την έχουν ασπασθεί όλοι οι άνθρωποι, αλλά αρκεί το να είναι δεσμευτική για όλους, έστω και αν κάποιοι δεν την τήρησαν και δεν την τηρούν στη ζωή τους ή δεν δέχθηκαν τη δεσμευτικότητά της.

Πώς όμως συμβαίνει κάτι τέτοιο; Δεν παραβαίνει την ηθική αυτονομία το να μου εμφανίζεται μια αρχή ως δεσμευτική ακόμη και αν δεν παραδέχομαι τη δεσμευτικότητά της και εγώ ο ίδιος; Και δεν με στιγματίζει χωρίς λόγο ως ανήθικο το να ακολουθώ τις κρατούσες ηθικές αξίες της κοινωνίας μου και να αγνοώ αξίες που σε μεταγενέστερο χρονικό σημείο ίσως γίνουν δεκτές ως καθολικές; Τα ερωτήματα αυτά είναι κρίσιμα και κάνουν αναγκαίο να επανέλθουμε σήμερα σε αυτό το είδος της ηθικής καθολικότητας των (βασικών) ηθικών αξιών.

Είπαμε στο προηγούμενο σημείωμα ότι ηθική καθολικότητα μιας αξίας ή επιταγής σημαίνει την ιδιαίτερα έντονη επιτακτικότητά της, που την κάνει να μην εξαρτάται από προϋποθέσεις εξωηθικής υφής. Η ηθική απαγόρευση της ανθρωποκτονίας, όπως είπαμε, δεν επιδέχεται την εξάρτηση της δεσμευτικότητάς της από τη συνδρομή προϋποθέσεων που δεν έχουν ηθικό βάρος. Δεν είναι νοητός ένας ηθικός κανόνας που να ανέχεται την ανθρωποκτονία όταν λ.χ. το θύμα είναι αλβανός λαθρομετανάστης ή όταν με την τέλεσή της προάγεται κάποιο ζωτικό οικονομικό συμφέρον μιας μεγάλης εταιρείας. Αυτό σημαίνει ότι η ανθρωποκτονία είναι μια πράξη ηθικά κατακριτέα, ανεξάρτητα από την ταυτότητα τόσο του θύματος όσο και του δράστη: αρκεί να είναι άνθρωπος, χωρίς παραπέρα προσθήκες και διακρίσεις. Τυχόν παραδοχή τέτοιων παραπέρα διακρίσεων θα ήταν όχι κοινωνιολογικά ή ιστορικά αλλά ηθικά εσφαλμένη, γιατί θα επέτρεπε λ.χ. στα οικονομικά συμφέροντα ή στην εθνικότητα κάποιου ατόμου να υπερκεράσουν σε ηθική βαρύτητα την αξία της ανθρώπινης ζωής, η οποία είναι τόσο επιτακτική ώστε δεν επιδέχεται προσθήκες όρων και διακρίσεων.

Καθολικές είναι λοιπόν όλες εκείνες οι ηθικές αξίες ή υποδείξεις που είναι τόσο επιτακτικές ώστε να έχουν ως βασική μονάδα δράσης τον άνθρωπο γενικά, χωρίς προσθήκες και διακρίσεις. Πώς όμως δικαιολογείται να υπάρχουν τέτοιες αξίες ή επιταγές; Η παραδοχή τους δεν σημαίνει, όπως έχουν ισχυριστεί πολλοί, μιαν ισοπέδωση των ανθρώπων, μιαν αδικαιολόγητη αφαίρεση που στηρίζεται σε ένα κατασκεύασμα του νου, ένα πλασματικό δρων υποκείμενο «άνθρωπος» χωρίς σάρκα και οστά; Ας μου επιτραπεί να πω απερίφραστα ότι θεωρώ τις αντιρρήσεις αυτές αβασάνιστες. Η παραδοχή καθολικών ηθικών αξιών βασίζεται πριν από όλα σε μιαν ηθικά όχι κατακριτέα αλλά, ακριβώς αντίθετα, επιβεβλημένη γενίκευση: την ηθική αντίθεση στον εγωισμό. Καθολικές είναι όλες εκείνες οι ηθικές αξίες τις οποίες μπορούμε να παραδεχθούμε αν καταφέρουμε να ξεπεράσουμε την περιορισμένη οπτική γωνία του εαυτού μας και μπορέσουμε να περιλάβουμε στις ηθικές εκτιμήσεις μας και τους άλλους· και μάλιστα τους άλλους έτσι γενικά και αόριστα, χωρίς περιορισμούς και ιδίως ανεξάρτητα από το τι σημαίνουν αυτοί ειδικά για εμάς τους ίδιους. Η εξατομίκευση δεν προσφέρεται ως θεμέλιο της ηθικής, γιατί δεν παρέχει καμία εγγύηση εναντίον τής χρήσης της ως ηθικού επιχρίσματος του εγωισμού.

Αν λοιπόν θεωρούμε ότι κατ' αρχήν ο εγωισμός είναι ηθικά επικίνδυνος (και δεν πρέπει να συγχέεται με την αυτονομία) τότε ωθούμαστε αναπόδραστα προς την παραδοχή ορισμένων βασικών ηθικών αξιών και επιταγών, στις οποίες μονάδα δράσης είναι ο άνθρωπος γενικά. Αυτό δεν σημαίνει επ' ουδενί ισοπέδωση ή παραγνώριση της αξίας της ιδιαιτερότητας. Η ιδιαιτερότητα έχει όμως ηθική αξία όχι γενικά και αδιάκριτα. Αντίθετα, της αρμόζει ηθική προστασία μόνον εκεί όπου το υποδεικνύουν λόγοι ηθικοί, λόγοι που ο καθένας, ξεπερνώντας τον εγωισμό του, δηλαδή υιοθετώντας μιαν οπτική γωνία καθολίκευσης, μπορεί να παραδεχθεί. Σε αυτήν την κρυμμένη ηθική καθολικότητα οφείλει άλλωστε την ελκυστικότητά της, αντιφάσκοντας προς τον εαυτό της, η ηθική επίκληση της αξίας της ιδιαιτερότητας.

Παρά τις διευκρινήσεις αυτές περί ηθικής καθολικότητας, ίσως παραμένουν ακόμη ορισμένες σοβαρές αντιρρήσεις. Πώς πρέπει να αντιμετωπισθεί ηθικά το γεγονός ότι, έστω και αν για ορισμένες ηθικές αξίες είναι αναπόδραστο να τις διανοούμαστε ως καθολικές και μόνον, υπάρχουν άνθρωποι, κοινωνίες και εποχές που δεν τις ασπάζονται; Δεν έχει επιπτώσεις στις ηθικές μας πεποιθήσεις και στην τάση τους προς καθολικότητα, αναγκαία συνέπεια της οποίας φαίνεται να είναι και η διαχρονικότητα, αυτή η έλλειψη γενικής αποδοχής τους; Το ερώτημα εμφανίζει δύο όψεις: πρώτον, αν επηρεάζει τις δικές μας ηθικές πρακτικές το γεγονός ότι άλλες κοινωνίες ακολούθησαν ή ακολουθούν άλλες πρακτικές. Και δεύτερον, αν η αξίωση καθολικότητας των δικών μας πεποιθήσεων μάς επιτρέπει να κρίνουμε αρνητικά άλλες κοινωνίες και εποχές. Αν η καθολικότητα των αξιών οδηγεί πράγματι σε μια τέτοια ηθική διαχρονικότητα, τότε γεννιέται η υποψία ενός ηθικού ιμπεριαλισμού, μιας έπαρσης ότι εμείς είμαστε ηθικότεροι από τους άλλους, των οποίων τη συμπεριφορά διεκδικούμε το μονόπλευρο δικαίωμα να επικρίνουμε.

Είμαι της γνώμης ότι παρόμοιοι φόβοι οφείλονται σε παρερμηνείες. Η απάντηση στο πρώτο από τα δύο ερωτήματα είναι, νομίζω, προφανής. Δεν βλέπω κανέναν απολύτως (ηθικό) λόγο γιατί το γεγονός και μόνον ότι ορισμένες αξίες, τις οποίες εμείς δεν μπορούμε να σκεφθούμε παρά μόνον ως ανεπίδεκτες όρων και περιορισμών, δεν έγιναν αποδεκτές από άλλες κοινωνίες και σε άλλες ιστορικές συνθήκες θα πρέπει να τις κάνει να χάσουν ένα κομμάτι της ηθικής τους επιτακτικότητας. Γιατί το γεγονός ότι στην Ινδία κρινόταν ορθό να καίγονται οι χήρες μαζί με τη σορό του συζύγου τους ή ότι στην εθνικοσοσιαλιστική Γερμανία θεωρούνταν επιβεβλημένο να καταδίδονται οι Εβραίοι, που στη συνέχεια κατέληγαν στους θαλάμους αερίων, θα πρέπει ηθικά να μειώνει τον αποτροπιασμό μου όταν έρχομαι αντιμέτωπος με τις εικόνες των σφαγμένων παιδιών της Ρουάντας; Μπορεί ποτέ ο οποιοσδήποτε σχετικισμός να νομιμοποιήσει ένα τέτοιο αποτέλεσμα;

Αλλά και στο δεύτερο ερώτημα υπάρχει σαφής απάντηση. Οταν πιστεύω στην καθολικότητα ορισμένων βασικών αξιών αυτό δεν σημαίνει ότι αναγκαία μέμφομαι όλους τους άλλους ανθρώπους που έζησαν σε εποχές όπου οι αξίες αυτές δεν είχαν διαδοθεί και η επιτακτικότητά τους δεν είχε γίνει συνειδητή. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι οι ηθικές κρίσεις μπορεί να κινούνται σε διάφορα επίπεδα. Αλλο είναι το επίπεδο της αξιολόγησης των θεσμών και των κανόνων συμπεριφοράς και άλλο το επίπεδο της απόδοσης ευθυνών σε συγκεκριμένα πρόσωπα για ορισμένες πεποιθήσεις ή συμπεριφορές τους. Αυτό ισχύει κατά μείζονα λόγο όταν αναφερόμαστε σε ανθρώπους άλλων εποχών. Είναι κάλλιστα δυνατό να εκτιμούμε ότι παλιές κοινωνίες, όπου επιτρεπόταν ο δανεισμός επί σώμασι, ήταν κοινωνίες άδικες (και ότι σε αυτό ειδικά το θέμα έχει από τότε σημειωθεί ηθική πρόοδος) και ταυτόχρονα να θαυμάζουμε ανθρώπους, που έζησαν στις κοινωνίες εκείνες, για το ηθικό τους ανάστημα, έστω και αν δεν διανοήθηκαν και να αντιταχθούν στους θεσμούς τους. Οτι η παραδοχή τής (επαναλαμβάνω: ηθικής, όχι κοινωνιολογικής) διαχρονικότητας έχει πέρα για πέρα νόημα φαίνεται ακόμη καθαρότερα στην περίπτωση όχι της μορφής αλλά του επαίνου. Αν δεν υπήρχε διαχρονικότητα θα έπρεπε ο σοφιστής Αλκιδάμας, που δίδαξε ότι «ελευθέρους άφηκε πάντας θεός, ουδένα δούλον η φύσις πεποίηκε» την εποχή όπου όλοι οι άλλοι κατέφασκαν ηθικά τον θεσμό της δουλείας, να θεωρηθεί άνθρωπος ανήθικος.

Θα ήθελα να κλείσω με δύο λέξεις περί Πλατωνισμού. Αυτή η παραδοχή της ανεπιφύλακτης επιτακτικότητας ορισμένων βασικών ηθικών αξιών, στην οποίαν οδηγούμαστε αναπόδραστα αν, υπερνικώντας πλάνες και παρερμηνείες, σκεφθούμε με συνέπεια ως το τέλος τις ηθικές μας πεποιθήσεις, δεν αποτελεί μιαν αυθαίρετη μεταφυσική κατασκευή. Η παραδοχή ενός ανώτερου κόσμου ιδεών και αξιών, τις οποίες να πρέπει να μπορώ να διαπιστώσω «με τα μάτια της ψυχής», δεν είναι η αναγκαία προέκταση της βεβαιότητάς μου ότι, εδώ στον κόσμο μας, ο βασανισμός ανθρώπων για διασκέδαση, η θανάτωση αναπήρων για λόγους ευγονικούς, η εκβίαση μιας μητέρας με την απειλή θανάτωσης του παιδιού της, η εξόντωση άοπλων αιχμαλώτων, ο εξανδραποδισμός ανθρώπων που βρίσκονται σε έσχατη ένδεια, η ποινική καταδίκη κατηγορουμένων χωρίς να τους δοθεί η δυνατότητα να υπερασπιστούν τον εαυτό τους, ο εκ μέρους μιας δικτατορίας βασανισμός των πολιτικών της αντιπάλων, η διαπόμπευση ανθρώπων για ζητήματα που αφορούν αποκλειστικά την ιδιωτική τους ζωή, και τόσα άλλα, είναι πράξεις ανήθικες χωρίς «αν» και «εξαρτάται», είναι πράξεις αποτρόπαιες, τελεία και παύλα.

Ο κ. Παύλος Κ. Σούρλας είναι καθηγητής της Φιλοσοφίας του Δικαίου στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.



Γνώμες περισσότερες ειδήσεις

εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 
 
σχόλια (0)
 
 
απομένουν 700 χαρακτήρες
Τα πεδία που είναι σημειωμένα με * είναι υποχρεωτικά
 
Τα μηνύματα που δημοσιεύονται στο χώρο αυτό εκφράζουν τις απόψεις των αποστολέων τους. Το ΒΗΜΑ δεν υιοθετεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο τις απόψεις αυτές. Ο καθένας έχει δικαίωμα να εκφράζει την γνώμη του, όποια και να είναι αυτή. Δεν δημοσιεύονται συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια και όσα είναι γραμμένα με κεφαλαία γράμματα. Τέτοια μηνύματα θα διαγράφονται όποτε εντοπίζονται.