ΗΕυρώπη (και ιδιαίτερα η Γαλλία) δεν είχε το εκλογικό αποτέλεσμα που προσδοκούσε (και ήθελε) στη Γερμανία. Πρώτα και κύρια δεν ήθελε πολιτικά εξασθενισμένη την Ανγκελα Μέρκελ ως καγκελάριο για τέταρτη θητεία, όπως αναδείχθηκε από το εκλογικό αποτέλεσμα (με μόνο το 33% των ψήφων). Δεν ήθελε βεβαίως την είσοδο στο γερμανικό κοινοβούλιο του ακροδεξιού, ναζιστικού μορφώματος της Εναλλακτικής για τη Γερμανία (Alternative fur Deutschland – AfD), και μάλιστα με ένα υψηλό ποσοστό (13% περίπου) και 94 έδρες. Δεν ήθελε και την ταπεινωτική υποχώρηση των Σοσιαλδημοκρατών (SPD) με το χειρότερο εκλογικό αποτέλεσμα μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο (21%). Και οπωσδήποτε δεν ήθελε το τέλος του μεγάλου κυβερνητικού συνασπισμού μεταξύ Χριστιανοδημοκρατών – Σοσιαλδημοκρατών, του πλέον φιλοευρωπαϊκού πολιτικού σχηματισμού στην Ευρώπη. Ο νέος κυβερνητικός συνασπισμός που θα συγκροτηθεί πιθανότατα και με δυσκολίες από τους Χριστιανοδημοκράτες (CDU), τους Φιλελευθέρους (FDP) και τους Πρασίνους θα είναι φιλοευρωπαϊκός αλλά οι Φιλελεύθεροι που παραδοσιακά ήσαν εξόχως φιλοευρωπαϊκή δύναμη έχουν μετακινηθεί προς τον ευρωσκεπτικισμό. Ενώ η Εναλλακτική για τη Γερμανία ως η τρίτη πολιτική δύναμη στο Κοινοβούλιο θα έχει συμμετοχή σε κρίσιμες επιτροπές που εκ των πραγμάτων θα περιπλέξουν την πολιτική διαδικασία.
Παρά ταύτα, η τέταρτη θητεία της Ανγκελα Μέρκελ –η οποία θα είναι πιθανότατα και η τελευταία –θα είναι για πολλούς λόγους διαφορετική από τις τρεις προηγούμενες. Γιατί, μεταξύ άλλων, αν και εκλογικά εξασθενισμένη, θα θελήσει να αφήσει ένα ισχυρό πολιτικό στίγμα και υστεροφημία ως ηγέτις με προσήλωση στις φιλελεύθερες αξίες και στον στόχο της βαθύτερης ευρωπαϊκής ενοποίησης.
Πάντως, η Ευρώπη αγωνιά τώρα εάν η καγκελάριος θα μπορέσει να απαντήσει αποτελεσματικά σε τρία κεντρικά ερωτήματα-προκλήσεις:

Ερώτημα 1: Θα μπορέσει η Γερμανία με τις νέες πολιτικές ισορροπίες να διαδραματίσει ισχυρότερο πολιτικό ρόλο στο πλαίσιο της Ευρώπης αλλά και του ευρύτερου δυτικού χώρου μετά την εμφανή εγκατάλειψη του ρόλου αυτού από τις Ην. Πολιτείες του Ντόναλντ Τραμπ; Παρά τα όσα γράφονται, η Γερμανία είναι η ισχυρότερη οικονομία της ευρωζώνης/ΕΕ αλλά δεν έχει, ακόμη τουλάχιστον, μετατρέψει την οικονομική δύναμη σε πολιτική ηγεσία, με όλα τα πλεονεκτήματα αλλά και τις σημαντικές ευθύνες που συνεπάγεται ο ρόλος αυτός. Βεβαίως η πολιτική ηγεσία από πλευράς Γερμανίας μπορεί να ασκηθεί μόνο στο πλαίσιο και με πλήρη σεβασμό του συστήματος και των υπερεθνικών θεσμών της Ενωσης. Οχι δηλαδή ως προσπάθεια ηγεμονικής κυριαρχίας στην Ευρώπη αλλά ως μέρος της διαδικασίας ανάπτυξης της Ευρώπης. Το Βερολίνο ορθώς αποφεύγει την κυριαρχία γιατί κατανοεί ότι κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε ένα νέο «γερμανικό πρόβλημα» με την απομόνωση της χώρας ακόμη και από τους πλέον σταθερούς υποστηρικτές της. Μια κυρίαρχη «γερμανική Ευρώπη» δεν αποτελεί ρεαλιστική επιλογή. Η «ευρωπαϊκή Γερμανία» είναι το ζητούμενο. Και αυτό ήθελε να προωθήσει πιο συστηματικά η Ανγκελα Μέρκελ αλλά στη λογική της ισχυρής πολιτικής δύναμης. Αλλά μετά τη νίκη των εσωστρεφών, εθνικιστικών πολιτικών δυνάμεων το έργο αυτό γίνεται εξαιρετικά δύσκολο.

Ερώτημα 2: Θα μπορέσει η Ανγκελα Μέρκελ να εγγράψει μια ισχυρή παρακαταθήκη στη νέα θητεία της με τη σύμπραξη με τη Γαλλία για την εμβάθυνση της ενοποίησης πρώτα απ’ όλα σε ένα σχέδιο ολοκλήρωσης της οικονομικής και νομισματικής ένωσης (ΟΝΕ – ευρωζώνης); Αυτή είναι η τεράστια πρόκληση. Ο γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν παρουσίασε συγκεκριμένη δέσμη ιδεών για την ολοκλήρωση της ΟΝΕ (ξεχωριστός προϋπολογισμός για την ευρωζώνη, υπουργός Οικονομικών, ξεχωριστό Κοινοβούλιο, μετατροπή του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας – ΕΜΣ σε Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο – ΕΝΤ, κ.ά.). Η Γερμανία από την πλευρά της έχει εμφανισθεί τελευταία πρόθυμη να αποδεχθεί κάποιες από τις ιδέες αυτές (όπως το ΕΝΤ) αλλά σε περιορισμένη έκταση. Επομένως το ερώτημα είναι εάν η καγκελάριος στη νέα θητεία της θα κάνει τα επόμενα θετικά βήματα προς την κατεύθυνση της εμβάθυνσης της ευρωζώνης και σε ποιον βαθμό θα συμπράξουν οι Φιλελεύθεροι, οι οποίοι έχουν ανελαστικές θέσεις στο θέμα της ΟΝΕ. Επιπλέον, η Ευρώπη περιμένει από τη (νέα) Γερμανία να χαλαρώσει την αυστηρή δημοσιονομική πειθαρχία και να προχωρήσει στο εσωτερικό της σε πιο επεκτατική πολιτική, συμπράττοντας έτσι και στη διαδικασία διόρθωσης των ανισορροπιών ως η κατ’ εξοχήν «πλεονασματική χώρα».
Ο δεύτερος μείζων τομέας από τον οποίο Γαλλία και Ευρώπη προσδοκούν από τη νέα Γερμανία να διαδραματίσει ενεργό ρόλο είναι αυτός της συγκρότησης της ευρωπαϊκής άμυνας. Η παραδοσιακά απρόθυμη Γερμανία σε θέματα αμυντικής ενοποίησης έχει αλλάξει τελευταία στάση αλλά σε ποια έκταση θα φανεί τους επόμενους μήνες.

Ερώτημα 3: Πώς θα διαμορφώσει η νέα Γερμανία τις εξωτερικές σχέσεις και την πολιτική της, ιδιαίτερα με χώρες όπως η Κίνα, η Ρωσία και η Τουρκία; Πρόκειται για δύσκολες περιπτώσεις. Αυτή της Τουρκίας αυτονόητα ενδιαφέρει άμεσα την Ελλάδα. Το ερώτημα είναι βεβαίως εάν θα επιμείνει (και) στην τυπική διακοπή της ενταξιακής διαπραγματευτικής διαδικασίας, όπως είχε αναγγείλει προεκλογικά, ή όχι. Εκτιμάται ότι τελικά μάλλον δεν θα επιμείνει, αν και οι πιέσεις, ιδιαίτερα από τους Φιλελεύθερους, θα είναι ισχυρές προς την κατεύθυνση της διακοπής της σχέσης.
Εν κατακλείδι, έχουμε μια νέα, διαφορετική γερμανική πραγματικότητα με μεγαλύτερη αβεβαιότητα και λιγότερη προβλεψιμότητα, με υψηλότερο βαθμό πολιτικού κατακερματισμού και υψηλότερη δυνητικώς αστάθεια. Η Γερμανία φαίνεται να ευθυγραμμίζεται πολιτικά με την υπόλοιπη Ευρώπη. Αλλά είναι η Γερμανία. Και αυτό φοβίζει…
Ο κ. Π. Κ. Ιωακειμίδης είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ