Στα «Αποµνηµονεύµατά» του (τόµος τρίτος, σελ. 153, εκδόσεις Εστία) ο Ανδρέας Συγγρός γράφει ότι στις επιχειρηµατικές δοσοληψίες δεν τον απασχολούσε ποτέ το τι θα κέρδιζε ο άλλος από τη συναλλαγή –«αλλά τι πρόκειται να κερδίσω εγώ εκ της εργασίας του». Και το έβρισκε «ελάττωµα σχεδόν γενικόν» στην Ελλάδα το να αναλώνονται οι «συναλλαττώµενοι» στο να ανακαλύψουν τι θα κερδίσει ο άλλος.
«Πολλάκις, φθάνοντες εις υπερβολάς υπολογισµών του αλλοτρίου κέρδους, εν τούτω τω συλλογισµώ, απορρίπτουσι την συναλλαγήν, ήτις δύναται να είναι ωφελιµωτάτη και εις τον απορρίπτοντα».
Δηλαδή: προκειµένου να µην κερδίσει ο άλλος κάτι παραπάνω, ακυρώνω τη συναλλαγή, παρ’ όλο που θα ήταν «ωφελιµότατη» και για µένα.
(Οχι –δεν θέλω εγώ δύο κατσίκες, αλλά να ψοφήσει η κατσίκα του γείτονα!)
Το 1854 ο οξυδερκέστατος Εντµόν Αµπού (Edmond About, 1828-1885), που έζησε δύο χρόνια στην Αθήνα κι έγραψε τις εντυπώσεις του, είχε απορήσει για το γεγονός ότι κανένας Ελληνας δεν έλεγε καλή κουβέντα για τον άλλο –ακόµα κι αν ήταν πολύ σηµαντικός.
«Στους Ελληνες […] η αγάπη της ισότητας εκφράζεται συχνά µε λυσσαλέο µίσος εναντίον όσων ανέρχονται ή κατέχουν. […] Ρωτήστε έναν Ελληνα για τους µεγάλους άνδρες της χώρας του, δεν θα πιάσει έναν στο στόµα του χωρίς να τον λερώσει. Ο τάδε πρόδωσε, ο δείνα έκλεψε. […] Δεν υπάρχει ένας Ελληνας που να τυγχάνει εκτίµησης στον τόπο του» («La Grèce Contemporaine», Μετάφραση Μ. Ι. Βόλαρης, 2014)
Εγραψε ο Στέλιος Ράµφος στο βιβλίο του «Time out» ότι το κυρίαρχο συναίσθηµα στη σηµερινή νεοελληνική κοινωνία είναι ο φθόνος. Αλλά όχι µόνο στη σηµερινή –όπως φαίνεται από τον Συγγρό ή τον Αµπού. Και ο ίδιος ο Ράµφος στο επόµενο βιβλίο του, «Πολιτική από στόµα σε στόµα», γράφει ότι το κακό ξεκίνησε «µετά το κλείσιµο των φιλοσοφικών σχολών από τον Ιουστινιανό» (σελ. 241). Τότε άρχισε το πέρασµα από τη λογική στο συναίσθηµα. Το να φτάσουµε στον σηµερινό λαϊκισµό που δοξολογεί και εκµεταλλεύεται τον φθόνο, το µίσος, τη διάκριση ήταν θέµα φυσικής εξέλιξης…
Ο φθόνος είναι ο σκόρος της κοινωνίας. Κατατρώγει και διαβρώνει τα πάντα: και τους φθονούντες και τους φθονουµένους. Αναστέλλει κάθε δηµιουργική προσπάθεια. Και µας καθηλώνει.
Ο Ανδρέας Συγγρός δεν σκεπτόταν καν την κατσίκα του γείτονα. Γι’ αυτό απέκτησε πλούτη αµύθητα κι εµείς νοσοκοµεία, σχολεία, άλση, λεωφόρους, θέατρα, µουσεία, ιδρύµατα, µέγαρα. Ας µοίρασε όµως όλα όσα είχε κερδίσει –τον φθόνο δεν τον γλίτωσε. Το λήµµα του στην ελληνική Βικιπαίδεια υιοθετεί αστήρικτες κατηγορίες και δεν περιέχει ούτε µία καλή κουβέντα. Μοναδικές κρίσεις: «Ο Γιάννης Κορδάτος χαρακτηρίζει τον Ανδρέα Συγγρό µηχανορράφο και επιδέξιο πολιτικάντη, άλλοι ως λωποδύτη φιλάνθρωπο, ενώ ο Τύπος της εποχής χρυσοκάνθαρο. Ο Τάσος Βουρνάς αναφέρει ότι παρίστανε τον Εθνικό Ευεργέτη για να εξαγοράσει τις αµαρτίες του».

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ