Γράφοντας παλαιότερα για περίπτωση άσχετη, αλλά κάπως ανάλογη με του Βάσου Δασκαλάκη, είχα παρατηρήσει ότι συχνά γίνεται λόγος για ποιητές και συγγραφείς λησμονημένους, τόσο με την κύρια σημασία της λέξης όσο και με την έννοια του παραγνωρισμένου και αδικημένου. Μα υπάρχει κάποια διαφορά. Για να χαρακτηριστεί ένας συγγραφέας λησμονημένος, πρέπει να βρέθηκε κάποτε στο προσκήνιο της δημοσιότητας, και αν όχι ακριβώς στο προσκήνιο, πάντως, να είχε μια μικρότερη ή μεγαλύτερη προβολή στην εποχή του. Αντίθετα, ένας αδικημένος, ένας παραγνωρισμένος, μπορεί και να μην προσέχτηκε ή και να προσέχτηκε λιγότερο από όσο άξιζε για κείνη τη στιγμή, κι έτσι δεν πρόφτασε να κάνει αρκετά αισθητή την παρουσία του όσο ζούσε, για να λέμε σήμερα πως λησμονήθηκε. Στην περίπτωση του Δασκαλάκη, ωστόσο, θα μπορούσαν να ισχύσουν και τα δυο: παραγνωρισμένος ως πεζογράφος, λησμονημένος ως μεταφραστής, αν σκεφτούμε ότι μέσα σε διάστημα πάνω από μισό αιώνα απ’ το θάνατό του ελάχιστα συζητήθηκε και αναφέρθηκε.


Το ίδιο άτυχος στάθηκε και στη ζωή του. Γιος του δημοδιδάσκαλου Δημοσθένη Δασκαλάκη, γεννήθηκε στον Κάβαλο της επαρχίας Οιτύλου της Μάνης το 1897 και, πολύ νωρίς, έμεινε ορφανός από μητέρα, που πέθανε στη γέννα τού κατά δύο χρόνια μικρότερου αδερφού του. Μετά το θάνατο και του πατέρα του, αναγκάστηκε ­ δώδεκα χρονών παιδί ­ να πάει εργάτης στα μεταλλεία του Λαυρίου και να συνεχίσει κατόπιν κι αλλού τη βιοπάλη, κάνοντας διάφορα επαγγέλματα και φοιτώντας ταυτόχρονα σε νυχτερινά σχολεία. Αυτοδίδακτος ουσιαστικά, κατόρθωσε ν’ αποκτήσει πλατύτερη μόρφωση, να μάθει μόνος του και ξένες γλώσσες, να ταξιδέψει με αποστολή στην Αμερική κι αργότερα στην Ευρώπη και να καταλήξει ανώτερος υπάλληλος στο Τμήμα Δασών του υπουργείου Γεωργίας. Στο διάστημα αυτό, παντρεύτηκε την Ελλη Αλεξίου, απ’ όπου και οι δεσμοί του με την Κρήτη, και δεν έπαψε να διατηρεί φιλικές σχέσεις και μετά τη διάλυση του γάμου τους. Ο θάνατος τον βρήκε πρόωρα το 1944, από διάτρηση του στομάχου, στα 47 του χρόνια.


Ο Βάσος Δασκαλάκης ήταν έντονη πνευματική φυσιογνωμία, με αξιόλογη δραστηριότητα στα γράμματα. Ιδρυσε το 1923 με τον Φώτη Κόντογλου το περιοδικό «Φιλική Εταιρεία», συνεργάστηκε στη σύνταξη του Εγκυκλοπαιδικού Λεξικού του Ελευθερουδάκη και παρέμεινε αρκετό καιρό Γενικός Γραμματέας της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών. Ως πεζογράφος, αρκέστηκε στο μοναδικό μυθιστόρημά του «Ξεριζωμένοι» (1930) και σε τέσσερα ακόμη ασυγκέντρωτα σε βιβλίο διηγήματα, ώστε ν’ αποτελεί σήμερα έναν από τους πιο ολιγογράφους στον τομέα της αφηγηματικής πεζογραφίας. Προπάντων, όμως, υπήρξε θαυμάσιος μεταφραστής ­ και με τόσο μεράκι αφοσιώθηκε στην ποιότητα της μεταφραστικής του δουλειάς, μολονότι στάθηκε για κείνον και μέσο βιοπορισμού, ώστε ο μεταφραστής να παραμερίσει σιγά σιγά μέσα του το δημιουργό και να εξελιχθεί σε δημιουργό αυτός ο ίδιος.


Μας έδωσε σχεδόν όλον τον Κνουτ Χάμσουν, πιο συγκεκριμένα τα μυθιστορήματα και τις νουβέλες: «Η πείνα», «Μυστήρια», «Ο αρχισυντάκτης Λύνγκε», «Βικτόρια», «Ο Παν», «Ρόζα», «Στο άστρο του φθινόπωρου», «Η στερνή χαρά» και άλλα. Για να τον μεταφράσει, έμαθε νορβηγικά, ήρθε σε απευθείας επικοινωνία μαζί του κι έφτασε να συνταυτίσει την προσωπικότητά του με την προσωπικότητα του νορβηγού συγγραφέα, πιστεύοντας ότι «ο μεταφραστής πρέπει πρώτα, όχι μόνο να νοιώση καλά καλά τον συγγραφέα, μα να νοιώση κι ο ίδιος πως δονείται από τους ίδιους με κείνον, την ώρα που έγραφε, παλμούς»*.


Με τέτοιες αρχές κι αισθητικές αντιλήψεις για τη μετάφραση, κατάφερε ­ ίσως επειδή έβρισκε και ορισμένες αντιστοιχίες με τη δική του ατομική περιπέτεια και ψυχοσύνθεση ­ να μεταφέρει αυτούσιο τον Χάμσουν στα ελληνικά και ν’ ασκήσει με το ύφος, τη γλώσσα και τη μεταφραστική του τέχνη, μέσα από τα ξένα κείμενα, αισθητή επίδραση σε σύγχρονους και νεότερους. Με τις μεταφράσεις του αυτές μεγάλωσαν και ανδρώθηκαν δυο γενιές. Και δε θα ‘ταν υπερβολή, αν λέγαμε ότι για μια δεκαπενταετία περίπου είχε πέσει στη λογοτεχνική μας ζωή και στο αναγνωστικό κοινό αληθινή χαμσουνική υστερία. Ετσι, όσο κι αν μετάφρασε παράλληλα Ιψεν, Φαμπρ, Ντοστογέφσκι και άλλους, τ’ όνομά του και η συγγραφική του μοίρα συνδέθηκαν με τον Χάμσουν.


Σήμερα, ωστόσο, που η απήχηση του Χάμσουν έχει περάσει, μπορούμε να ξαναρίξουμε μια ματιά και στο αφηγηματικό έργο του ίδιου του Δασκαλάκη. Είναι, βέβαια, λίγο σε ποσότητα. Μα και μόνο με το μυθιστόρημά του και τα λιγοστά του διηγήματα, ο παραμερισμένος από το θόρυβο της γενιάς του ’30 αυτός πεζογράφος αξίζει να διεκδικήσει μια καλύτερη θέση στην αφηγηματική μας πεζογραφία. Γιατί το ένα και μοναδικό τούτο μυθιστόρημα, με το οξύ κοινωνικό περιεχόμενο, βγαλμένο από δραματικές εμπειρίες και γεμάτο αλήθεια ζωής, ανήκει στα βιβλία εκείνα που και μόνα τους αρκούν, χάρη στην τέχνη και στην ανθρωπιά τους, ν’ αναδείξουν και να συντηρήσουν ένα συγγραφέα.


* Εφημ. «Ηχώ της Ελλάδος», 23 Ιουνίου 1935. [Τώρα και Λουκάς Δαράκης: «Για την Τέχνη και τη Ζωή». Εκδόσεις Φιλιππότη, Αθήνα 1987, σ. 42.]


Ο κ. Κώστας Στεργιόπουλος είναι ποιητής, κριτικός και ομότιμος καθηγητής Νέας Ελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.