Το καράβι της «πρώτη φορά» κυβερνητικής Αριστεράς σάλπαρε με μπόλικο έρμα (κοινώς, σαβούρα) στα αμπάρια του.

Δεν θα χρειαστεί να θυμίσουμε ονόματα, συμπεριφορές και «οράματα» από φιγούρες που έμοιαζαν σαν να αναδύονται από τα επιγονικά και βρικολακιασμένα παραλειπόμενα του Εμφυλίου, που πετάχτηκαν στη Θάλασσα της Λησμονιάς όταν το σκάφος φάνηκε να παραπαίρνει κλίση προς τα ζερβά και που συνέχισαν μοναχικές τη δική τους πλεύση ελευθερίας.

Μερικές δεκάδες δισεκατομμύρια ζημιά αργότερα, ο καπετάνιος εννόησε με τον τρόπο του ότι δεν γινόταν να αρμενίσει κόντρα στον καιρό. Ποιον καιρό; Μα είναι η οικονομία, ανόητε –όπως το είπε κάποτε εκείνος ο αθυρόστομος στρατηγικός επικοινωνιολόγος του Μπιλ Κλίντον.

Ετσι, στο τέλος, ο καπετάνιος βρέθηκε να παζαρεύει την ψυχή του με τον νεοφιλελεύθερο Μεφιστοφελή. Και για να προλάβει ενδεχόμενη ανταρσία του πληρώματος αποφάσισε να τον εξορκίσει με άλλην ευκαιρία. Και μια καλή ευκαιρία ήταν η συζήτηση τις προηγούμενες ημέρες στη Βουλή για ένα ακόμη νομοσχέδιο για τα ΑΕΙ.

Οπου ο Πρωθυπουργός χρησιμοποίησε τον νεοφιλελευθερισμό ως ανάθεμα ευρέος φάσματος και κατηγόρησε την αξιωματική αντιπολίτευση ότι με τις αντιλήψεις της θέλει να ρίξει τα πανεπιστήμια σε μια δίνη ανταγωνιστικότητας τύπου survivor.

Πρόκειται ασφαλώς για παραλλαγή τού εξορκισμού που μας έδωσε την εμβριθή εξίσωση «αριστεία – ρετσινιά» και το ομοιοκατάληκτο βδέλυγμα «καριέρα – χολέρα».

Το πράγμα είναι εξίσου ενδιαφέρον και ως δήλωση ευρωπαίου Πρωθυπουργού στη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα –του ίδιου που ούτε λίγο ούτε πολύ αποφάνθηκε ότι τα Συμβούλια Ιδρύματος του επάρατου νόμου Διαμαντοπούλου ήταν αντιδημοκρατικά κονκλάβια που «έκαναν τη βρώμικη δουλειά» για λογαριασμό αστικών κυβερνήσεων.

Θα ήταν εξαιρετικά αφελές όσο θα ήταν και περιττό να ρωτήσει κανείς τον Πρωθυπουργό τι εννοεί όταν λέει ότι ο νέος νόμος για τα ΑΕΙ θα κομίσει «δημοκρατία» στα πανεπιστήμια.

Και για όσους ξόδεψαν τις καλύτερες ημέρες της ζωής τους στη σεισμογενή ζώνη του πανεπιστημίου, η δήλωση του Πρωθυπουργού σύμφωνα με την οποία «επαναφέρουμε το άσυλο για την ελεύθερη παρουσία των ιδεών (sic) αρκεί να σέβονται τις δημοκρατικές ελευθερίες» παραπέμπει κατ’ ευθείαν στον Αϊνστάιν: «Το να κάνεις το ίδιο πράγμα συνέχεια περιμένοντας άλλο αποτέλεσμα είναι παράνοια».

Και όποιος παρακολούθησε τη σχετική συζήτηση στην Ολομέλεια της Βουλής δεν είχε δυσκολία να υποπτευθεί ότι ακόμη και εκείνες οι νομοθετικές προβλέψεις που υποτίθεται ότι νεύουν ευεργετικά προς «τα οικονομικά ασθενέστερα στρώματα και την κοινωνία» μακράν απέχουν από το να είναι εγγύηση τεχνικά επεξεργασμένης κοινωνικής πολιτικής και ηχούν πολύ περισσότερο ως ταξικά στοχευμένες πόζες «ισονομισμού» (égalitarisme).

Φυσικά στη χώρα όπου το εορταστικό «Οχι» της περήφανης ανταρσίας γίνεται υποτακτικό «Ναι» μέσα σε μια νύχτα δύσκολα εκπλήσσεται κανείς όταν οι εισηγητές της συμπολίτευσης βλέπουν το «ανοιχτό και ευέλικτο πανεπιστήμιο» του νέου νόμου εκεί που υπάρχει μόνο συντεταγμένη άρνηση απέναντι στις αεί μεταβαλλόμενες συνθήκες και δυναμικές που σήμερα ορίζουν και επανακαθορίζουν τη σημασία, τον ρόλο και την κοινωνική λειτουργικότητα του χώρου της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Η άρνηση έχει ανομολόγητο ιδεολογικό βάθος –όχι ακριβώς όμοιο αλλά ούτε και εντελώς διαφορετικό από εκείνο που απεκάλυψε με την άνετη βεβαιότητά του ο σύντροφος από τον Περισσό: «Το σοβιετικό εκπαιδευτικό σύστημα θεωρείται αξεπέραστο διότι είχε σκοπό και κίνητρο τη λαϊκή ευημερία». Ενα οιονεί «αστικό» πανεπιστήμιο είναι δύσπεπτο τόσο για την «αείποτε» όσο και για την «πρώτη φορά» Αριστερά.

Ομως (και εδώ ερχόμαστε σε μια γνωστή και μη εξαιρετέα μιζέρια) όσοι έχουν πίσω τους ικανό άνυσμα βίου γνωρίζουν ότι για τα ελληνικά πολιτικά κόμματα η Παιδεία υπήρξε πολύ συχνά άλλοτε ευγενής μετωνυμία, άλλοτε βολικό ψευδώνυμο και άλλοτε σημαία ευκαιρίας προκειμένου να επιδοθούν σε αυτό που ξέρουν να κάνουν καλά: τη χαμαίζηλη, στερεότυπη, αφόρητα επαναληπτική μικροκομματική αμετροέπεια με την οποία βαυκαλίζονται ότι ορθοτομούν λόγον αληθείας.
Μιλούσαν πράγματι για την Παιδεία; Μιλούσε για την Παιδεία ο Αλέξης Τσίπρας όταν καταδεχόταν κοινότοπα και αυτονόητα ρητορεύματα του τύπου «η Παιδεία είναι δημοκρατικό δικαίωμα» και, κυρίως, όταν εκράδαινε erga omnes το μορμολύκειο του νεοφιλελευθερισμού;

Τι κυρίως ονειρευόταν ο Κυριάκος Μητσοτάκης όταν, στην ίδια ανάσα, μιλούσε για ξήλωμα του νόμου και για τη δική του κυβέρνηση; Μιλούσε πράγματι για την Παιδεία η Φώφη Γεννηματά όταν αναζητώντας θέση κομματικής βολής κατηγορούσε τον Κυριάκο Μητσοτάκη ότι επιχειρούσε να συσπειρώσει το κομματικό ακροατήριο της Νέας Δημοκρατίας και ότι είχε ίσο μερίδιο με τον Αλέξη Τσίπρα στην «απαξίωση της Παιδείας»; –η Φώφη της προηγούμενης ευρείας συναίνεσης για την οποία είχαν έναν καλό λόγο, και ευλόγως, νεοδημοκράτες και πασόκοι.

Είχε άλλο κατά νου πάρεξ τις πνιγηρές και αρχαϊκές εμμονές του ο Δημήτρης Κουτσούμπας όταν στο νομοσχέδιο δεν έβλεπε άλλο από τον «στρατηγικό στόχο της κυβέρνησης και των άλλων αστικών κομμάτων για την εξυπηρέτηση των αναγκών του μεγάλου κεφαλαίου»;

Εκανε οτιδήποτε άλλο εκτός από ασκήσεις ανερυθρίαστης κομματικής παλινωδίας ο Κωνσταντίνος Κατσίκης των Ανεξαρτήτων Ελλήνων όταν δήλωνε έτοιμος να ψηφίσει εναντίον του προηγούμενου εαυτού του με βροντώδη φληναφήματα του τύπου «θα αποτρέψουμε την πιθανότητα η Παιδεία να γίνει μνημειωδώς αναποτελεσματική»;

Ακούγεται σαρωτικό και ίσως να αδικεί μεμονωμένα πρόσωπα ευγενούς διάθεσης και αξιοπρεπούς ορατότητας μέσα στο ελληνικό κοινοβούλιο, αλλά δελεάζομαι να πω ότι τίποτε δεν αναδεικνύει τόσο εμφατικά και καθαρά τις μικρές ή μεγάλες ανεπάρκειες της ελληνικής πολιτικής τάξης όσο μια συζήτηση για την Παιδεία.

Και αυτό επειδή ενώ η συζήτηση για θέματα οικονομίας ή δημόσιας τάξης, για παράδειγμα, μπορεί με κάποιον τρόπο να χωρέσει αδρούς, σχηματικούς και προκάτ ιδεολογικούς καβγάδες, η συζήτηση για τα ζητούμενα της Παιδείας, που ασφαλώς εμπλέκει ζέοντα ζητήματα ιδεολογίας, απαιτεί πάνω απ’ όλα καλλιεργημένο παιδευτικό φρόνημα, πλουραλιστική όραση, πληροφορημένο κοσμοπολιτισμό και προ πάντων ανεξαρτησία κρίσης απέναντι στον βραχνά της αγελαίας κομματικής πειθαρχίας.

Και απαιτεί συχνά την αρετή και τόλμη να μπορείς να πεις «λυπάμαι, αλλά στο φοιτητικό κίνημα, όπως το εννοούμε εδώ και χρόνια στην πανεπιστημιακή μας κοινότητα, δεν έχω και πολλή εμπιστοσύνη» –δηλαδή ακριβώς το αντίθετο από ό,τι είπε τις προάλλες στη Βουλή με τόση αμέριμνη αισιοδοξία ο έλληνας Πρωθυπουργός.

O κ. Θεόδωρος Δ. Παπαγγελής είναι ακαδημαϊκός, καθηγητής του Τμήματος Φιλολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ