Πολύς λόγος έχει γίνει τον τελευταίο καιρό για την «έξοδο της χώρας στις αγορές». Χωρίς αμφιβολία, επιστροφή στις αγορές σημαίνει επιστροφή της χώρας στην κανονικότητα. Το ερώτημα ωστόσο είναι κατά πόσο μας συμφέρει αυτή η κανονικότητα διότι στοιχίζει ακριβά. Ο λόγος είναι προφανής: σήμερα η χώρα απολαμβάνει τα εξαιρετικά χαμηλά επιτόκια της τάξεως του 1% που της προσφέρουν οι ευρωπαίοι πιστωτές, είτε με διμερή δάνεια είτε μέσω του ESM, οι οποίοι κατέχουν επάνω από τα τρία τέταρτα του ελληνικού χρέους, ενώ επιστροφή στις αγορές σημαίνει χρηματοδότηση με επιτόκια της τάξεως του 5%.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Ιταλία. Η γειτονική χώρα εμφανίζει πρωτογενή πλεονάσματα από την προηγούμενη δεκαετία και τα ομόλογά της είναι αποδεκτά από την ΕΚΤ στο QE. Ωστόσο, το χρέος της ως ποσοστό του ΑΕΠ κινείται σταθερά ανοδικά. Και τούτο διότι δανείζεται από τις αγορές με υψηλά επιτόκια και παράλληλα πετυχαίνει αναιμικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Με άλλα λόγια, το ύψος των επιτοκίων και ο ρυθμός ανάπτυξης είναι σημαντικότεροι παράγοντες για την αποκλιμάκωση του χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ (που για την Ελλάδα είναι το ζητούμενο) από την πρόσβαση στις αγορές και την ένταξη της χώρας στο QE που αποτελούν τους βασικούς στόχους της κυβέρνησης.
Βεβαίως όσοι θέτουν ως πρώτο στόχο την ένταξη στο QE και την επιστροφή της χώρας στις αγορές πιστεύουν ότι έτσι θα τελειώσει η σκληρή επιτροπεία των δανειστών. Οτι η χώρα θα δανείζεται τα χρήματα που χρειάζεται χωρίς τα προγράμματα μέτρων που κάθε τρεις και λίγο ζητούν και επιβάλλουν οι δανειστές (ΕΕ, ESM, ΕΚΤ, ΔΝΤ). Και πως οι κυβερνήσεις έχοντας απαλλαγεί από το στενό μαρκάρισμα των πιστωτών θα μπορούν να χρησιμοποιούν όπως θέλουν τα λεφτά που θα σηκώνουν από τις αγορές.
Πρόκειται για μεγάλη αυταπάτη. Παρόμοια με αυτή ότι εμείς θα παίζαμε λύρα και οι αγορές θα χόρευαν πεντοζάλη. Ξεχνούν ότι οι αγορές είναι πιο ανάλγητες από τους δανειστές. Για να δώσουν τα λεφτά τους στην Ελλάδα όχι μόνο απαιτούν πειθαρχία παρόμοια με αυτή που επιβάλλει το μνημόνιο, αλλά δεν έχουν σε τίποτα να κλείσουν τη στρόφιγγα της χρηματοδότησης αν αισθανθούν ότι δεν κάνουμε αυτά που πρέπει να κάνουμε και να μας αφήσουν στα κρύα του λουτρού.
Ούτε Eurogroup και Συναντήσεις Κορυφής ούτε κοινοτική αλληλεγγύη υπάρχουν στις αγορές. Αποσύρουν τη χρηματοδότηση χωρίς προειδοποίηση, παίρνουν τα λεφτά τους και πάνε σε άλλη… παραλία. Αλλωστε το ζήσαμε το 2010 και πρέπει να μας έχει γίνει μάθημα.
Αλλά ούτε και το επιχείρημα ότι η ένταξη στο QE και η έξοδος στις αγορές θα μειώσει το κόστος δανεισμού για το ελληνικό επιχειρείν ισχύει. Διότι σήμερα οι καλές ελληνικές επιχειρήσεις δανείζονται φθηνότερα από το Δημόσιο. Για παράδειγμα το ομόλογο της τσιμεντοβιομηχανίας Τιτάν έχει επιτόκιο της τάξεως του 2% ενώ η αντίστοιχη ομολογιακή έκδοση του ομίλου Μυτιληναίου αναμένεται να τιμολογηθεί λίγο πάνω από το 3% και της Sunlight μεταξύ 4% και 4,5%, τη στιγμή που η χώρα δανείζεται πάνω από 5,5%.
Αναμφισβήτητα η ένταξη στο QE και η έξοδος στις αγορές θα βελτιώσουν την εικόνα της χώρας. Ομως οι κυβερνήσεις έχουν δώσει και συνεχίζουν να τους δίνουν υπερβολική σημασία. Οπως παλαιότερα ήταν το waiver που επέτρεπε στα ελληνικά ομόλογα να γίνονται αποδεκτά από την ΕΚΤ ως ενέχυρα για τη χρηματοδότηση των τραπεζών, το οποίο το πήραμε αλλά αποδείχθηκε ότι βοήθησε πολύ λιγότερο από το πολιτικό κεφάλαιο και την ενέργεια που δαπανήθηκαν, έτσι και σήμερα η ιστορία επαναλαμβάνεται με την ένταξη στο QE και την έξοδο στις αγορές.
Αυτό που προέχει είναι να μη χαθεί και άλλος χρόνος με τις αξιολογήσεις και η κυβέρνηση να διευκολύνει τις ιδιωτικές επενδύσεις που θα δημιουργήσουν θέσεις εργασίας και θα τονώσουν την ανάκαμψη.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ