Από το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967 πέρασε κιόλας μισός αιώνας. Η επτάχρονη στρατιωτική δικτατορία αποτελεί μια περίοδο της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας (και όχι πια απλώς του πρόσφατου παρελθόντος) για την οποία μια σειρά ερωτημάτων και προβληματισμών παραμένουν ανοιχτά και μάλιστα πυκνώνουν όσο η απόσταση μεγαλώνει και οι ιστορικές έρευνες πληθαίνουν. Τέτοια ερωτήματα προσπάθησε να θέσει αλλά και να απαντήσει το τριήμερο συνέδριο των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας και του Ινστιτούτου Ιστορικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών (ΙΙΕ/ΕΙΕ) που διεξήχθη στην Αθήνα αυτήν την εβδομάδα. Με τη συμμετοχή περισσοτέρων από 50 ερευνητών και ερευνητριών από την Ελλάδα και το εξωτερικό, ήλθε να αναδείξει ένα νέο ιστοριογραφικό πεδίο, όπως έχει αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια για τη σκοτεινή επταετία.
Για πολλά χρόνια, αυτό που θα ονομάζαμε επιστημονική ιστοριογραφία γύρω από τη Χούντα περιορίστηκε σε μια μικρή σχετικά παραγωγή: λιγοστές μελέτες που επικεντρώθηκαν σε ζητήματα τα οποία βρέθηκαν στην αιχμή της πολιτικής και κοινωνικής συγκυρίας –το φοιτητικό κίνημα, ο ξένος παράγων, οι μορφές πάλης ενάντια στο καθεστώς. Το μεγαλύτερο μέρος των κειμένων γύρω από τη Χούντα αφορούσε τις φοιτητικές κινητοποιήσεις της περιόδου και κυρίως μαρτυρίες και χρονικά για την εξέγερση του Πολυτεχνείου. Αρκετοί από τους ανθρώπους που συμμετείχαν στον αντιδικτατορικό αγώνα μεταβλήθηκαν οι ίδιοι στους ιστορικούς τού κινήματός τους. Η ιστοριογραφία του φοιτητικού κινήματος γράφτηκε στο εμείς, στη λογική ενός υποκειμένου που υπήρξε πρωταγωνιστής και καταγραφέας.
Στο τρίπτυχο μετεμφυλιακά χρόνια – δικτατορία – Μεταπολίτευση, το κέντρο βάρους τα πρώτα κυρίως χρόνια δόθηκε στο πρώτο δίπολο. Η Χούντα αποτέλεσε το τέλος μιας περιόδου, η οποία εκκινούσε κατά κύριο λόγο από τον Εμφύλιο και κατέληγε στην απροκάλυπτη πλέον παρέμβαση του στρατού στα πολιτικά πράγματα. Η δικτατορία οδήγησε στην κορύφωση και εν τέλει στη γελοιοποίηση μιας σειράς χαρακτηριστικών της μετεμφυλιακής περιόδου: αντικομμουνισμός, ελληνοχριστιανισμός, εθνικοφροσύνη. Το κύριο ιστοριογραφικό ερώτημα αφορούσε «το πώς φτάσαμε εδώ». Το Παλάτι, οι Αμερικανοί, οι στρατιωτικές παρεμβάσεις αποτέλεσαν βασικούς πρωταγωνιστές των διαδρομών που οδήγησαν στη δικτατορία, συγκροτώντας και τις αντίστοιχες ιστοριογραφικές γενεαλογίες και την αντίστοιχη παραγωγή. Μελέτες για την παρέμβαση του στρατού στην πολιτική σκηνή σε όλο τον 20ό αιώνα, αναλύσεις για τον ρόλο των ξένων κ.ο.κ. Σημειώνω εδώ τη συζήτηση που διεξήχθη στο πλαίσιο του πρώτου συνεδρίου για τη Χούντα –το 1997, από την Ελληνική Εταιρεία Πολιτικής Επιστήμης, με θέμα τον ρόλο του ξένου, και ιδίως του αμερικανικού, παράγοντα στην επιβολή και εμπέδωση της δικτατορίας. Σημειώνω, επίσης, τη συγκριτική εξέταση της απριλιανής δικτατορίας με τα θεωρητικά εργαλεία της πολιτικής επιστήμης, μέσα από δύο τότε πρόσφορα παραδείγματα: ο «γραφειοκρατικός αυταρχισμός» της Λατινικής Αμερικής και οι δικτατορίες του ευρωπαϊκού Νότου (Ισπανία και Πορτογαλία). Το γιατί τέτοιες προσεγγίσεις στη συνέχεια, σε μεγάλο βαθμό εγκαταλείφθηκαν και το γιατί δεν έχουν προταθεί, εκτός εξαιρέσεων, νέα συνολικά ερμηνευτικά σχήματα είναι μια μεγάλη συζήτηση που συνδέεται με μια πολύ βασική παρατήρηση, κοινότοπη αλλά πάντα χρήσιμη: η ιστοριογραφική παραγωγή δεν συντελείται βάσει κάποιου οργανωμένου σχεδίου, μεταβάλλεται κάθε φορά με βάση τις ανάγκες και τα ερωτήματα της συγκυρίας.
Ποιες είναι λοιπόν οι νέες πραγματικότητες; Νεότεροι ερευνητές και ερευνήτριες στρέφονται προς την περίοδο, εκπονούν μεταπτυχιακές μελέτες, διατριβές και μεταδιδακτορικές εργασίες, εντός και εκτός Ελλάδας. Γράφουν χωρίς να έχουν συμμετάσχει στα γεγονότα, αρκετοί και αρκετές γεννήθηκαν αρκετά χρόνια αργότερα. Η γραφή τους δεν μπορεί να ανατρέξει ή να αναμετρηθεί με την προσωπική τους μνήμη ή με τη συλλογική μνήμη της γενιάς τους. Υπάρχει μια μετατόπιση από το εμείς στο αυτοί. Η μετατόπιση αυτή συνδέεται και με μια μετατόπιση στις θεματικές. Σημειώνω ενδεικτικά, όπως αποτυπώθηκε και στο συνέδριο, μια επικέντρωση στη φυσιογνωμία και στις δράσεις του καθεστώτος. Δίπλα σε προϋπάρχουσες θεματικές, όπως η διεθνής θέση του καθεστώτος και οι εξωτερικές σχέσεις, εμφανίζονται νέες που συνδέονται με την οικονομική και κοινωνική πολιτική του καθεστώτος, τη μνήμη του, τον ρόλο θεσμών όπως ο Στρατός και η Εκκλησία κ.ά.

Σε αυτή την κατεύθυνση διαδραματίζει σημαντικό ρόλο και η δυνατότητα πλέον πρόσβασης σε αρχειακές πηγές που προσφέρουν σχετικό τεκμηριωτικό υλικό. Το άνοιγμα, λ.χ., του αρχείου του χουντικού υπουργείου Προεδρίας στα ΓΑΚ στήριξε νέες μελέτες που αφορούν τη λογοκρισία ή τη μνημειακή πολιτική του καθεστώτος. Από την άλλη πλευρά και σε αντίθεση με ξένα αρχεία, τα ελληνικά στρατιωτικά και αστυνομικά αρχεία για την περίοδο παραμένουν ουσιαστικά κλειστά.

Τι συμβαίνει σήμερα; Πώς μπορούμε να δούμε τη στροφή προς τη Χούντα σε σχέση με τα ερωτήματα της συγκυρίας; Είναι σαφές ότι η Χούντα δεν αντιπροσωπεύει πια κίνδυνο, όπως τα περιβόητα «σταγονίδια» στα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια, ούτε ένα, νομίζω, ανοιχτό τραυματικό παρελθόν, όπως λ.χ. ο Εμφύλιος. Οι λόγοι είναι πολλοί, ο κυριότερος, κατά τη γνώμη μου, συνδέεται με την αποκήρυξή της από όλο το πολιτικό φάσμα. Ελάχιστες πολιτικές μειοψηφίες, έως τουλάχιστον την εμφάνιση της Χρυσής Αυγής, εμφανίστηκαν ως κληρονόμοι του, αποτελούσε – και συνεχίζει να αποτελεί – ένα ανεπιθύμητο παρελθόν. Από την άλλη πλευρά, τα τελευταία χρόνια έχει διαμορφωθεί ένας συγκρουσιακός λόγος για τη Μεταπολίτευση και τη γενιά του Πολυτεχνείου, ένας λόγος που αναπτύχθηκε ιδιαίτερα στο περιβάλλον της κρίσης και αναδιατάσσει στο δημόσιο πεδίο τη συζήτηση. Εάν το κύριο ερώτημα για τη μελέτη της Χούντας μετά το 1974 ήταν πώς φτάσαμε εκεί, δηλαδή στη Χούντα και άρα στην καθυστέρηση της ελληνικής κοινωνίας (πολιτικά και οικονομικά), ένα παρόμοιο ερώτημα τίθεται και σήμερα, αλλά για την Ελλάδα της κρίσης: πώς φτάσαμε σε αυτήν. Και αν η απάντηση στο παλαιότερο ερώτημα ανιχνευόταν στην εμφυλιακή και μετεμφυλιακή Ελλάδα που είχαν τις ρίζες τους στον Μεταξά και κυρίως στην Κατοχή, σε ένα κυρίαρχο κομμάτι του δημόσιου λόγου ανιχνεύεται κατ’ αρχάς στα χρόνια της δικτατορίας και σε όσα εκείνη εξέθρεψε.

Αν κάτι έδειξαν οι εργασίες του συνεδρίου είναι ότι οι ιστορικές πραγματικότητες είναι πολύ πιο σύνθετες από τα απλουστευτικά σχήματα που εμφανίζονται στο δημόσιο πεδίο στο πλαίσιο τρεχουσών στρατηγικών. Η μελέτη της δικτατορίας, χωρίς εύκολες γενεαλογίες και αναλογίες, μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε τι συμβαίνει σήμερα στο πλαίσιο μιας πολύπλοκης και πολυεπίπεδης διαδρομής που μένει ακόμη να διερευνηθεί

Ο κ. Βαγγέλης Καραμανωλάκης είναι επίκουρος καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμο Αθηνών.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ