Τα «νερά χορεύουν» με σκέρτσο στο αθηναϊκό «Γκριν Παρκ», οι παγοδρομίες στο Στάδιο είναι η μεγάλη ατραξιόν του καλοκαιριού του ’67, τα Επιδαύρια τα παρακολουθούν ο πρόεδρος της κυβερνήσεως Κωνσταντίνος Κόλλιας μαζί με τον αντιπρόεδρο της κυβερνήσεως Γρηγόριο Σπαντιδάκη, ενώ από τα «Δειλινά» σε απευθείας μετάδοση η ΕΙΡΤ μεταδίδει τον «Υμνο της Επαναστάσεως» διά στόματος Γρ. Μπιθικώτση και Βίκυς Μοσχολιού. Η ιθαγένεια έχει αφαιρεθεί από επτά δρώντες αντεθνικώς (Μελίνα Μερκούρη, Ριχ. Σωμερίτη, Ν. Νικολαΐδη, Γ. Μπέικο, Κ. Κοτζιά, Γ. Βουρνά, Αν. Παπαδόπουλο), ενώ η μείωση του τουρισμού αποδίδεται στην κομμουνιστική προπαγάνδα. Είναι καλοκαίρι 1967, είναι χούντα.


«Εποχή πνευματικού φωτός» χαρακτήριζε ο Γεώργιος Παπαδόπουλος τη μετά την 21η Απριλίου περίοδο. Και η φωνή της «Επαναστάσεως», η φιλικότερη προς τη χούντα εφημερίδα, παρακινούσε ως εξής την κυβέρνηση: «Οι διανοούμενοι είναι καλοί· αν το κράτος σταθή παρά τω πλευρώ τους, τους αγκαλιάση, θα ανταποδώσουν τη στοργή στο πολλαπλάσιο». Σήμερα, 30 χρόνια μετά, θα εκπλαγεί κανείς διαπιστώνοντας πως με εξαίρεση δύο τρεις πρόσφατες μελέτες, η πολιτιστική όψη εκείνης της εποχής δεν έχει ερευνηθεί. Ας ελπίσουμε πως το συνέδριο που ετοιμάζουν για τα τέλη του χρόνου το Ιδρυμα Σάκη Καράγιωργα και η Εταιρεία Πολιτικής Επιστήμης θα ασχοληθούν με μια πτυχή που, αν μη τι άλλο, κρύβει και πολλές εκπλήξεις.


Το πνευματικό φως που εξέπεμπε η χώρα όλη τη διάρκεια της επταετίας είναι στις πολύ γενικές του γραμμές γνωστό: λογοκρισία και μαυροπίνακες βιβλίων και συγγραφέων, παραλήρημα αντικομμουνιστικής προπαγάνδας (στους κομμουνιστές συγκαταλεγόταν και ο Γιώργιος Σεφέρης!), εκδίωξη όλων των αντιφρονούντων καθηγητών από τα πανεπιστήμια και τοποθέτηση ανθρώπων του καθεστώτος στις έδρες και στις πρυτανείες κυρίως των σχολών, παράτες ελαφρού τραγουδιού απαράμιλλης κακογουστιάς, απόλυτη χρήση της τηλεόρασης που ήταν το νέο απόκτημα των Ελλήνων, και βεβαίως όλο αυτό συμπυκνώνεται με τον εναργέστερο και πιο αποστομωτικό τρόπο στην πομπώδη ασυναρτησία που χαρακτήριζε την περίπου ιδιωματική γλώσσα που μιλούσαν οι δικτάτορες.


Και όσο και αν η προπαγάνδα που ασκείτο κυρίως μέσα από τις στρατιωτικές σχολές ήταν άριστα οργανωμένη, όσο σαφές ήταν το μήνυμα που ο υπουργός Παιδείας Θεοφύλακτος Παπακωνσταντίνου έστελνε σε εκατοντάδες χιλιάδες μαθητές με τη διαβόητη «Αγωγή του Πολίτου», τόσο αλλοπρόσαλλα από ένα σημείο και μετά ήταν αυτά που μπορούσε να εντοπίσει κανείς στη γενική πολιτιστική ζωή (ο όρος βεβαίως είναι προϊόν των επόμενων δεκαετιών).


* Λογοκρισίας το ανάγνωσμα


Εν αρχή ήτο η λογοκρισία: επιβάλλεται στις 12 Μαΐου και ο μαυροπίνακας βιβλίων περιλαμβάνει γύρω στα 800 βιβλία ελλήνων και ξένων συγγραφέων, μεταξύ των οποίων βρίσκεται ο Μαγιακόφσκι και ο Μαρκ Τουέιν, ο Τολστόι και η Σιμόν ντε Μποβουάρ, ο Αραγκόν και ο Σολζενίτσιν (προτού αντιληφθούν ότι ήταν αντιφρονών, οπότε άρχισαν σε συνέχειες να εκδίδουν στον «Ελεύθερο Κόσμο» κείμενά του και να διεκτραγωδούν τη ζωή του), ο Ροζέ Γκαροντύ, ο Σαρτρ αλλά και ο Μπαλζάκ. Ακόμη, η «Ειρήνη» του Αριστοφάνη, οι «Τρωάδες» και οι «Ικέτιδες» του Ευριπίδη, ο «Προμηθέας Δεσμώτης» του Αισχύλου (ήταν προγραμματισμένες οι παραστάσεις τους αλλά ματαιώθηκαν με τη δικαιολογία ότι τη μουσική είχε γράψει ο «κομμουνιστής συνωμότης» Θεοδωράκης· μάλιστα, ο ίδιος ο Αλέξης Μινωτής με επιστολή του διαβεβαίωνε το κοινό ότι ουδεμία λογοκρισία δεν του επιβλήθηκε). Απαγορεύτηκε φυσικά το έργο του Γιάννη Ρίτσου, όλα τα θεωρούμενα μαρξιστικά και κομμουνιστικά βιβλία κλπ. κλπ. Το κωμικό είναι ότι απαγορεύτηκε η κυκλοφορία ακόμη και των μεθόδων εκμαθήσεως της ρωσικής γλώσσας, τα ελληνοβουλγαρικά λεξικά, ενώ είναι γνωστό το ακόλουθο, απολύτως αληθινό περιστατικό: πολιτικός κρατούμενος στον Κορυδαλλό ζήτησε από την οικογένειά του το Λεξικό Λαρούς, αίτημα που ο σωφρονιστικός υπάλληλος απέρριψε διότι προφανώς ο τίτλος τού θύμιζε κάτι από Ρωσία. Η επίσημη υποστήριξη της λογοκρισίας είναι: «Εις την χώραν μας η λογοκρισία είναι προσωρινή. Τα φαινόμενα και αι εντυπώσεις είναι εναντίον μας, τα γεγονότα και η ουσία είναι υπέρ ημών». Τρία χρόνια αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 1970, θα επιτραπεί η κυκλοφορία των απαγορευμένων βιβλίων, «υπό την προϋπόθεσιν ότι δι’ αυτών δεν ασκείται προπαγάνδα κατά της καθεστηκυίας συνταγματικής τάξεως».


Την ίδια πρώτη χρονιά της δικτατορίας ο Στυλιανός Παττακός, υπακούοντας στην πρόσκληση του εκδότη του «Ελεύθερου Κόσμου» Σάββα Κωνσταντόπουλου να έρθει σε επαφή η κυβέρνηση με τον πνευματικό κόσμο (πρωτοβουλία για την οποία τον συνεχάρη με επιστολή της η συγγραφέας Λιλίκα Νάκου), επισκέπτεται την υπέργηρη ποιήτρια Μυρτιώτισσα, υποσχόμενος συντάξεις και περίθαλψη των συγγραφέων, την ίδια στιγμή φυσικά όπου η Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών, της οποίας τα μέλη ήταν κυρίως αριστεροί, έχει διαλυθεί. Η άλλη εταιρεία, η Εθνική Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών, δεν υφίσταται απολύτως καμία δίωξη για τον απλούστατο λόγο ότι είτε συμπαθούσε είτε δεν έπαιρνε θέση έναντι της χούντας.


* Η υπόθεση Σεφέρη και το «έτος φωτός»


Η επίσημη πολιτική βέβαια έχει και πολλές αντιφάσεις: ο υπουργός Παιδείας Θ. Παπακωνσταντίνου μπορεί να είναι εκ των ιδεολογικών καθοδηγητών της χούντας και συγγραφέας της «Αγωγής» αλλά παραλλήλως, τον Ιανουάριο του ’68, επί υπουργίας του, αγοράζει 84 έργα ελλήνων λογοτεχνών μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται τα «Τρία κρυφά ποιήματα» του Σεφέρη, οι «Προσανατολισμοί» του Ελύτη, ο «Λυρικός βίος» του Σικελιανού, «Μη ομιλείτε εις τον οδηγό» του Εγγονόπουλου, όλη η ποίηση του Σολωμού, έργα του Ζήσιμου Λορεντζάτου. Βεβαίως από τον κατάλογο δεν λείπουν και έργα φίλα προσκείμενων προς τη δικτατορία συγγραφέων.


Την ίδια χρονιά, το 1969, που χαρακτηρίζεται έτος φωτός, όπου πυρετωδώς ετοιμάζεται η Ολυμπιάδα του Τραγουδιού ως μέγα καλλιτεχνικό γεγονός και ο γενικός γραμματέας του υπουργείου Προεδρίας καλεί την πνευματική ηγεσία να ανταποκριθεί στο προς την πατρίδα καθήκον, ξεσπά η υπόθεση Σεφέρη: το γνωστό κείμενο του ποιητή, με το οποίο έσπασε τη σιωπή του και εστράφη κατά της χούντας, προκάλεσε τις πιο εξωφρενικές και τραγελαφικές αντιδράσεις. «Εφιμώθη η δική του ελευθερία;», αναρωτιέται ο Σάββας Κωνσταντόπουλος σε πρωτοσέλιδο του «Ελεύθερου Κόσμου». «Τον ημπόδισε κανείς να γράφη ποιήματα ή φιλολογικά δοκίμια; Τον παρηνόχλησε η εξουσία εις την πνευματικήν άσκησιν του καθήκοντός του; Εισήλθεν το κράτος εις τον χώρον των πνευματικών του εμπνεύσεων και εις την τέχνην της εκφράσεως και των αισθημάτων; Ουδέποτε ηνοχλήθη. Είχε την ευτυχία να σκέπτεται και να γράφη. Μόνος του απεφάσισεν να σιωπήση».


Και όσο το κείμενο του Γιώργου Σεφέρη έκανε τον γύρο του κόσμου τόσο οι φωνές των Αθηνών επισήμως τον κατηγορούσαν για πολιτική ακρισία, του προσέδιδαν τον τίτλο του «κυριωτέρου προπαγανδιστή του ΕΑΜ» την εποχή όπου ο Σεφέρης βρισκόταν στη Μέση Ανατολή. Στους δε ανεπίσημους διαδρόμους ψιθυριζόταν μεγαλοφώνως ότι το Νομπέλ είχε δοθεί στον ποιητή επειδή είχε ξεπουλήσει την Κύπρο στους Αγγλους!


Λίγο αργότερα, σε μια μεγαλειώδη χειρονομία που σκοπό είχε την καλλιέργεια των ελλήνων αναγνωστών, ο ίδιος ο Γεώργιος Παπαδόπουλος ανακοινώνει θριαμβευτικά τη δημοσίευση στον ελληνικό Τύπο της Ανθολογίας Αποστολίδη: η επιλογή των κειμένων γίνεται «επ΄ ωφελεία του ελληνικού λαού με μίαν και μόνον επιλογήν αναφερομένην εις την ποιότητα, χωρίς καμμίαν προκατάληψιν όσον αφορά τας ιδεολογικάς θέσεις των συγγραφέων».


* Η στάση της Ακαδημίας


Προφανώς και στις τάξεις των Ακαδημαϊκών πλείστοι όσοι ήσαν οι συμπαθούντες τη δικτατορία και ακόμη αρκετοί οι δεδηλωμένοι υποστηρικτές, αλλά ούτε επισήμως πήρε θέση υπέρ της δικτατορίας το Σώμα ούτε τα βραβεία που απένειμε κατά τη διάρκεια της επταετίας είχαν πολιτική χροιά. Μάλιστα, το 1972 το καθεστώς (ο υπουργός Κυβερνητικής Πολιτικής Ι. Αγαθαγγέλου) επιθυμώντας την άμεση επέμβασή του στην Ακαδημία απέστειλε ερωτηματολόγιο με σκοπό τον «Εκσυγχρονισμό και την αναδιοργάνωσιν της Ακαδημίας Αθηνών»: οι ερωτήσεις, σαφώς εκ του πονηρού διατυπωμένες, ξεκινούν από το αν κρίνεται σκόπιμη η αναθεώρηση του θεσμού της Ακαδημίας, αν ανταποκρίνεται ο θεσμός και η αποστολή στις ανάγκες και στις απαιτήσεις της εποχής, αν επιβάλλεται η αναδιοργάνωση και ο εκσυγχρονισμός των τάξεων της Ακαδημίας, αν θεωρείται σκόπιμος η λειτουργική σύνδεση της Ακαδημίας με τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (όπου έλαμπε ο σκοταδισμός με προεξάρχουσα τη Φιλοσοφική Αθηνών) κλπ. κλπ. Η απάντηση, διά του Ακαδημαϊκού Γρ. Κασιμάτη, προφανώς αποτελεί μία από τις σελίδες στην ιστορία της Ακαδημίας για την οποία μπορεί δικαίως να υπερηφανεύεται: στην πολυσέλιδη απάντησή του τόνισε σαφώς ότι η «Ακαδημία δεν έχει ούτε ομοιότητα ούτε εξάρτησιν από τα Πανεπιστήμια, τα δικαστήρια ή την πολιτικήν εξουσία. Εχει την αποστολήν της προαγωγής της επιστήμης, των γραμμάτων και των τεχνών και έχει ως μεθόδους την έρευναν, την δημιουργίαν και την συζήτησιν».


Οσοι έχουν υπηρετήσει τη στρατιωτική θητεία τους γνωρίζουν καλά ότι στον Στρατό όλα συμβαίνουν και όλα μπορούν να συμβούν. Να ισχύουν και να αναιρούνται την ίδια στιγμή τα πάντα. Ο βασικός αυτός νόμος χαρακτήριζε και όλη την ελληνική «πολιτιστική ζωή» στα χρόνια της δικτατορίας. Μπορεί τα γαλλικά λεξικά Λαρούς να απαγορεύονταν γιατί παρέπεμπαν (!) στη Ρωσία αλλά την ίδια στιγμή ανέβαινε στο θέατρο έργο του Μπρεχτ (ωστόσο χωρίς να έχουν καταβληθεί στη χήρα του δικαιώματα!). Μπορεί οι έλληνες εξόριστοι να παρακαλούσαν στην Αγγλία κορυφαίους ηθοποιούς, π.χ. την Πέγκι Ασκροφτ, να μη δεχτούν προσκλήσεις για την Ελλάδα, αλλά την ίδια στιγμή λάμβαναν από την κυρία Ασκροφτ την απάντηση ότι το Θέατρο Τέχνης ταξίδευε εν μέσω χούντας και έδινε παραστάσεις ως την Ιαπωνία! Θέατρα λειτουργούσαν και ανθούσαν, ηθοποιοί μεγάλοι ή μικρότεροι έχτιζαν τότε καριέρες την ίδια ώρα όπου συνταγματάρχες του Πεζικού οργάνωναν τις Ολυμπιάδες με τις χλαμύδες. Πόσοι πλήρωσαν και πόσοι κάλυψαν την πρόθυμη συνεργασία τους και κυρίως πόσο ζούμε, σπουδάζουμε, μαθαίνουμε ακόμη μέσα στα απόνερα της δικτατορίας.