Μια από τις πολλές, είναι αλήθεια, ιδιαιτερότητες που χαρακτηρίζει την έννομη τάξη της χώρας μας είναι η νομοθετική επίλυση θεμάτων που εν τούτοις εξακολουθούν, και μετά την επίλυσή τους, να παραμένουν άλυτα!
Συνήθως ακολουθεί νεότερη νομοθεσία που επιλύει εκ νέου, καλύτερα ή χειρότερα κατά περίπτωση, το ίδιο θέμα, το οποίο, όμως, παρά ταύτα εξακολουθεί να παραμένει άλυτο. Και τούτο, διότι η απόσταση από τη νομοθέτηση έως την υλοποίηση είναι κατά κανόνα μεγάλη και πάντως απροσδιόριστη. Για τον έλληνα νομοθέτη ο χρόνος είναι… άχρονος!
Χαρακτηριστική περίπτωση συνιστά η δυνατότητα που παρέχει ήδη, από ετών, η νομοθεσία για καύση των νεκρών, χωρίς όμως να υπάρχει ακόμη η πρακτική δυνατότητα της καύσεως.
Το ζήτημα ήρθε προσφάτως και πάλι στην επικαιρότητα, μετά τον θάνατο ενός λαοφιλούς καλλιτέχνη και απασχόλησε και τη Βουλή, γιατί έτυχε η γυναίκα του, που βίωσε το προσωπικό της δράμα, να είναι και βουλευτής.
Ηταν το δράμα τόσων και τόσων άλλων που, από πολλών ετών, αναγκάζονται να «εξάγουν» το λείψανο του αγαπημένου τους προσώπου, για να μπορέσουν να πραγματοποιήσουν την επιθυμία του ανθρώπου τους να αποτεφρωθεί το πτώμα του, με πιο κοντινό προορισμό τη Βουλγαρία!
Το όλο θέμα ξεκίνησε, ήδη από εικοσαετίας περίπου, με τροπολογίες βουλευτών για νομοθετική καθιέρωση της καύσεως των νεκρών ως εναλλακτικού τρόπου εξαφανίσεως του πτώματος, που όλες δεν έγιναν αποδεκτές από τις τότε κυβερνήσεις, κατά τα έτη 1998, 2002 και 2005.
Το 2006 καθιερώνεται νομοθετικώς για πρώτη φορά η καύση των νεκρών, παρά τις σφοδρές αντιδράσεις της διοικούσας Εκκλησίας, υπό τον όρο όμως ότι ο νόμος θα αφορούσε μόνον εκείνους τους πολίτες στους οποίους τούτο το επιτρέπουν οι θρησκευτικές τους πεποιθήσεις. Αλλη μια νομοθετική πρωτοτυπία, προκειμένου να αποκλεισθούν οι ορθόδοξοι χριστιανοί.
Χρειάσθηκαν, όμως, τρία ολόκληρα χρόνια ακόμη έως ότου εκδοθεί το εκτελεστικό του νόμου προεδρικό διάταγμα. Ετσι, μόλις το 2009 καθορίζονται οι προϋποθέσεις ιδρύσεως Κέντρων Αποτεφρώσεως Νεκρών, χορηγείται η σχετική αρμοδιότητα στους δήμους, καθιερώνεται η καύση των οστών για την αντιμετώπιση του προβλήματος ευρέσεως χώρων για τη φύλαξή τους και καθορίζονται οι τρόποι διαθέσεως της τέφρας, χωρίς πάντοτε να εξασφαλίζεται ρητώς ότι η τεφροδόχος δίνεται στην οικογένεια του νεκρού… Ενα ακόμη έτος απαιτείται για να εκδοθεί η κοινή υπουργική απόφαση, το 2010, με την οποία καθορίζεται λεπτομερώς η διαδικασία αποτεφρώσεως.
Και πάλι, όμως, τίποτε δεν γίνεται πράξη. Μετά από τέσσερα άγονα χρόνια, ο νομοθέτης επανέρχεται στο ίδιο θέμα και νομοθετεί, εκ νέου, το 2014. Αυτή τη φορά αποσυνδέει, επιτέλους, την καύση από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του θανόντος, παρέχει την αρμοδιότητα ιδρύσεως Κέντρων Αποτεφρώσεως, εκτός από τους δήμους, και στον Ενιαίο Διαβαθμιδικό Σύνδεσμο Νομού Αττικής και αποσυνδέει την ίδρυση των κέντρων αυτών από τους χώρους των κοιμητηρίων που προέβλεπε ο προηγούμενος νόμος.
Από αβλεψία ή απερισκεψία καταργεί όμως και το προεδρικό διάταγμα του 2009, χωρίς να προβλέψει για τη διάθεση της τέφρας… Ετσι δύο χρόνια αργότερα, το 2016, ο νομοθέτης επανέρχεται, για τρίτη φορά(!), και επανακαθιερώνει τους τρόπους διαθέσεως της τέφρας αντιγράφοντας το διάταγμα του 2009!
Με τον ίδιο όμως νόμο του 2016 δυσχεραίνει εκ νέου το όλο θέμα διότι, ταυτοχρόνως, καθιερώνει την επιλογή του τρόπου κηδείας και του τόπου ενταφιασμού με δήλωση ενώπιον συμβολαιογράφου και δημιουργεί νέο ζήτημα, και ασφαλώς νέα σύγκρουση με την Εκκλησία, σχετικώς με το εάν καθίσταται υποχρεωτική για την τελευταία η τέλεση της εξόδιας ακολουθίας για όσους έχουν ήδη, εν ζωή, επιλέξει την καύση, την οποία η Εκκλησία αρνείται για τα μέλη της!..
Απτό αποτέλεσμα, το πλήρες αδιέξοδο. Οι δήμοι, ιδίως οι μεγάλοι, είτε από αβελτηρία είτε από αδυναμία αδρανούν. Η διοικούσα Εκκλησία σταθερά εμποδίζει με όλους του τρόπους που διαθέτει, εμφανείς και αφανείς, την ίδρυση αποτεφρωτηρίων για πιστούς και άπιστους αδιάφορο. Επιθυμεί ως μόνος τρόπος να παραμένει αναγκαστικά η ταφή των νεκρών.
Με μια όμως αξιοπρόσεκτη διαφορά. Δεν ζει το δράμα των εκταφών. Διότι οι ταγοί της διοικούσας Εκκλησίας φροντίζουν να τακτοποιούν τα της ταφής τους σε αύλειους χώρους ναών ή μονών, όπου δεν προβλέπεται εκταφή τους! Ενώ η μεγάλη πλειονότητα των μελών της Εκκλησίας πρέπει, μετά από μια τριετία, να εκταφούν, και μία και δύο φορές, καθώς τα πτώματα παραμένουν άλυτα, κυρίως ως εκ του κορεσμού του χώματος των νεκροταφείων που εμποδίζει την ολοσχερή αποσύνθεσή τους.
Ηδη δύο χαραμάδες ελπίδας φαίνεται να ανοίγουν. Η μία, η σχεδιαζόμενη δημιουργία πρότυπου Κέντρου Αποτεφρώσεως Νεκρών από τον Δήμο Αθηναίων που, αν τελικώς πραγματωθεί, θα επαγλαΐσει τη θητεία του σημερινού δημάρχου Γ. Καμίνη. Και η δεύτερη, η διαφαινόμενη πρωτοβουλία του υπουργείου Εσωτερικών να επιτρέψει νομοθετικώς την ίδρυση αποτεφρωτηρίων και από ιδιώτες. Σε μια τέτοια περίπτωση θα ήταν ευχής έργο να ξεκαθαρισθεί ρητώς ότι η τεφροδόχος παραδίδεται, χωρίς όρους, στην οικογένεια του θανόντος, εκτός αν αυτή αποφασίσει άλλως.
Εως τότε, είμαστε καταδικασμένοι να εξάγουμε πτώματα για αποτέφρωση σε γειτονικές χώρες και να ενισχύουμε έναν ιδιότυπο, μακάβριο, «τουρισμό» σε αυτές.
Ο κ. Ι. Μ. Κονιδάρης είναι ομότιμος καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ