Παλιά, το πένθος που μπορεί να είχε μια οικογένεια επιβαλλόταν και στα πιο μικρά παιδιά, δηλητηριάζοντας τις ψυχούλες τους. Τα έντυναν στα μαύρα, υποχρέωναν τα κοριτσάκια να φορούν τσεμπέρι, δεν τα άφηναν να παίξουν, να γελάσουν, να διασκεδάσουν. Με την πάροδο των χρόνων αυτές οι βάρβαρες συνήθειες ευτυχώς ξεπεράστηκαν. Τώρα όμως, σε μια περίοδο δύσκολη, όπου επιβεβαιώνεται το «η φτώχεια φέρνει γκρίνια», επανέρχονται, όχι μόνο για τα παιδιά, για όλους μας. Επιχειρούν να τις επιβάλουν ξανά εκείνοι που αυτοβούλως έχουν αναλάβει τον ρόλο που στις παλιές οικογένειες είχαν ο μεγαλύτερος σε ηλικία άνδρας (ενίοτε και γυναίκα), ο πιο ισχυρός επαγγελματικά, εκείνος που ενέπνεε φόβο ή εκείνος που γνώριζε (υποτίθεται) πέντε κολλυβογράμματα, γεγονός που τον έκανε να πλεονεκτεί στα μάτια των άλλων, των αδύναμων, των αμόρφωτων, των γεννημένων για να υπακούουν: αναφέρομαι στον παραδοσιακό ρόλο του καταπιεστή των υπόλοιπων μελών μιας κατά τα άλλα αγαπημένης οικογένειας, του ανθρώπου που συχνά επέβαλλε όλα τα κοινωνικά «πρέπει» για να ικανοποιήσει τον καταπιεσμένο φθόνο του για τις ζωές των άλλων.

Ετσι και τώρα, εκείνοι που αποφάσισαν πως είναι οι σωστοί, πως έχουν τις κοινωνικές ευαισθησίες (σε αντίθεση με εμάς, τους αναίσθητους), πως κατέχουν απόλυτα τη μία και μοναδική, την απόλυτη ορθή ιδεολογία, περιμένουν στη γωνία για να κρίνουν, για να κουνήσουν αυστηρά το δάχτυλο και να τραβήξουν το αφτί όσων παρεκτρέπονται. Τους παρατηρώ και μέσα από τα σχόλιά τους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τις πλατφόρμες επικοινωνίας που έχουν μετατραπεί σε ρινγκ όπου διεξάγονται οι πιο άγριοι καβγάδες: ειρωνεύονται, λογοκρίνουν, λοιδορούν, και όλα αυτά υπό τον μανδύα της πολιτικής ορθότητας. Είναι εκείνοι που αν ανεβάσεις ένα κομμάτι τούρτα θα σου θυμίσουν πως υπάρχουν παιδιά που πεινάνε στη Συρία, που αν πας για ψώνια στις εκπτώσεις θα σε χαρακτηρίσουν «αμερικανάκι» (διάβασα απερίγραπτα πράγματα για την Βlack Friday του περασμένου Νοεμβρίου), που αν πας σε ένα καλό εστιατόριο θα σχολιάσουν πως με τα λεφτά που έδωσες θα έτρωγε μια τετραμελής οικογένεια προσφύγων για μία εβδομάδα, που αν τολμήσεις να πεις πως θα σε βόλευαν τα ανοιχτά και τις Κυριακές μαγαζιά θα σε χαρακτηρίσουν εχθρό της εργατιάς, που αν ταξιδέψεις θα σπεύσουν να σου θυμίσουν πως οι ίδιοι έχουν να κάνουν διακοπές τρία χρόνια, που αν στέλνεις το παιδί σου σε ιδιωτικό σχολείο θα εξάρουν πεισματικά την ανωτερότητα του δημόσιου, που αν εκφράσεις την ανησυχία σου για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν σήμερα τα σχολεία που φιλοξενούν και προσφυγάκια θα διηγηθούν μια ιστορία για τον μικρό Αλίμ που θα μείνει αγράμματος γιατί κάποιοι κακοί έλληνες γονείς δεν του επέτρεψαν να μπει στην τάξη χωρίς λόγο, από βίτσιο.

Κάπως έτσι μας «υποχρεώνουν» να πενθήσουμε γιατί έτσι πρέπει, εκδηλώνοντας πρωτόγνωρη αυστηρότητα, για να μην πω φθόνο, στο όνομα μιας Δημοκρατίας που τελικά δεν μοιάζει και πολύ με Δημοκρατία. Ανθρωποι στενόμυαλοι που θεωρούν πως από τη στιγμή που καίγονται πρόσφυγες στη Μόρια πρέπει να καούμε και εμείς, ή έστω να μαγειρεύουμε και εμείς στο γκαζάκι και ας έχουμε κουζίνα, έτσι για συμπαράσταση. Που τον χαρούμενο και γελαστό, εκείνον που αστειεύεται ή το ρίχνει έξω, τον θεωρούν ανεγκέφαλο. Μεγαλώνοντας, κατάλαβα πως πράγματι ο φίλος φαίνεται περισσότερο στην ευτυχία παρά στη λύπη σου. Κάπως έτσι, και ο άνθρωπος που είναι ουσιαστικά ευγενής και που υπολογίζει τον συνάνθρωπο, κρίνεται και από το πώς στέκεται απέναντι στη χαρά του άλλου. Εστω στην απλοϊκή χαρά που δηλώνεται με μια χαζοανάρτηση στο Facebook. Ξέρω πως δεν είναι πάντα εύκολο. Ο «φασιστάκος», τον οποίο αναγνωρίζω στους άλλους, ενίοτε ξυπνάει και μέσα μου. Δεν με τιμά, αλλά κι εγώ έχω γίνει μερικές φορές επικριτικός με τους δίπλα, προφασιζόμενος ιδεολογίες και πρέπει. Εκείνο που κυρίως πρέπει είναι να φιλτράρω ξανά και ξανά τις σκέψεις και τις αντιδράσεις μου. Τον καιρό της φτώχειας, που, είπαμε, φέρνει γκρίνια, όλοι πρέπει να διπλοτσεκάρουμε αυτά που σκεφτόμαστε και λέμε. Και να μην αφήνουμε τη μιζέρια να γίνεται δεύτερο δέρμα μας, μετατρέποντάς μας σε κακοπροαίρετους θεατές της ζωής των άλλων. Δηλητηριάζοντας με αυτόν τον τρόπο και τις δικές τους αλλά και τη δική μας καθημερινότητα. Αντε, και καλή χρονιά!

* Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino το Σάββατο 31 Δεκεμβρίου 2016

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ