από metereologos.gr
Σάββατο 23 Σεπτεμβρίου 2017
 
 

Ποιος χρειάζεται τους κριτικούς;

Δεν είμαι τρελός που θαύμασα όλους εκείνους που οι κριτικοί δεν θεωρούσαν άξιους ούτε για μια θέση στη χορωδία επαρχιακού θεάτρου
εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

 

Ευχάριστο και επιμορφωτικό παιχνίδι: Εχοντας αποκτήσει διαδικτυακή πρόσβαση στο αρχείο ενός μεγάλου περιοδικού για την όπερα (πρωτοκυκλοφόρησε το 1950), περνώ τα βράδια μου ξεφυλλίζοντας παλαιά τεύχη. Διαβάζω κριτικές για παραστάσεις που έχω ακούσει ως «historical live recordings» και ανακαλύπτω πώς αντιμετώπιζαν οι κριτικοί τους μεγάλους τραγουδιστές προτού εκείνοι περάσουν στη σφαίρα του μύθου. Πώς; Κρίνοντάς τους με απερίγραπτη σκληρότητα, αδικώντας τους, λοιδορώντας τους. Η Μαρία Κάλλας είναι μια «Νόρμα» στα όρια του απαράδεκτου. Η μεσόφωνος Τζουλιέτα Σιμιονάτο, μια αδιάφορη Αμνερις στην «Αΐντα». Ο τενόρος Τζουζέπε ντι Στέφανο, υπερβολικός και φτηνός. Η Τζόαν Σάδερλαντ, η κορυφαία ερμηνεύτρια του μπελ κάντο, κρίνεται ανεπαρκής υποκριτικά ως «Υπνοβάτις» του Μπελίνι και βαρετή ως «Σεμίραμις» του Ροσίνι. Ακούγοντας ξανά τις ερμηνείες της μένω άφωνος από την τελειότητα. Ακούω και τη «Νόρμα» της Κάλλας. Αξεπέραστη. Παρακολουθώ τα ασπρόμαυρα βίντεο της Σιμιονάτο (υπάρχουν, ευτυχώς, στο YouTube) για να επιβεβαιώσω πως ως Αμνερις δεν έχει ανταγωνίστρια. Συγκινούμαι με τη γενναιοδωρία του Ντι Στέφανο.

Δεν είμαι τρελός που θαύμασα όλους εκείνους που οι κριτικοί δεν θεωρούσαν άξιους ούτε για μια θέση στη χορωδία επαρχιακού θεάτρου. Απλώς, η ανθρωποφαγία ήταν πάντα αγαπημένο σπορ των ανθρώπων. Και η κριτική, όπως την επαναξιολόγησα μέσα από δεκάδες άρθρα, ήταν ανέκαθεν φονικό όπλο στα χέρια των αδαών και αδίστακτων, εκείνων που άγονταν και φέρονταν από τα απωθημένα τους ή που εκτελούσαν διατεταγμένη υπηρεσία (μεγάλα τα συμφέροντα, ύποπτος ο ρόλος των λόμπι και στην κλασική μουσική). Ευτυχώς, η υψηλή τέχνη στάθηκε πάνω από κακόβουλες και βλακώδεις απόψεις. Το φαρμάκι που χύθηκε την περίοδο που μεσουρανούσαν οι σπουδαίοι καλλιτέχνες δεν στάθηκε ικανό να τους αφανίσει. Ολοι (σχεδόν) όσοι άξιζαν διασώθηκαν, άφησαν αδιαμφισβήτητα δείγματα της αξίας τους, αποστομωτικά ηχητικά ντοκουμέντα. Επιπλέον, σήμερα, χάρη στο Internet, ακούς απευθείας όποια συναυλία ή παράσταση δίνεται σε οποιαδήποτε σκηνή του εξωτερικού. Διαβάζοντας μετά τις κριτικές, συνειδητοποιείς πως η ιστορία επαναλαμβάνεται: η σοπράνο που δεν έφτασε ούτε μία νότα χρίζεται άξια διάδοχος της Κάλλας, η συνάδελφός της που άγγιξε την τελειότητα κατακεραυνώνεται.

Την ίδια στιγμή, δεν μπορείς να μην προβληματιστείς για τον ρόλο (και την αξία) της κριτικής. Ρόλο που καυτηριάζει, για να περάσουμε στο θέατρο, και η Μαρίκα Κοτοπούλη. Η ηθοποιός, με κείμενό της στα «Αθηναϊκά Νέα», περιποιείται δεόντως τον κριτικό Φώτο Πολίτη όταν εκείνος σκηνοθετεί παράσταση του «Αγαμέμνονος» στο Εθνικό Θέατρο: «Με εύλογη ανησυχία και με εντελώς δικαιολογημένο ενδιαφέρον επήγα χθες το βράδυ στο Εθνικό Θέατρο να παρακολουθήσω την παράστασι του Αγαμέμνονος» ξεκινά η Κοτοπούλη και συνεχίζει: «Στο Θέατρο που επί τόσα χρόνια το ποθήσαμε και το ζητήσαμε και που, τέλος, το ίδρυσε η κρατική μέριμνα και αφού το εφωδίασε με πλούσια υλικά μέσα, το ενεπιστεύθη στον κ. Φώτο Πολίτη, στον άνθρωπο δηλαδή που επί είκοσι χρόνια εχτύπησε με τις κριτικές του, από υψηλοτάτης περιωπής και αλύπητα κάθε θεατρική προσπάθεια και εκδήλωση στον τόπο μας. Να, λοιπόν - είπα και εγώ, όπως είπαμε όλοι μας - η στιγμή, να η ευκαιρία να ιδούμε εφαρμοσμένα όσα μας έγραφε, όσα μας εδίδασκε και μας υπεδείκνυε με τόσο επιμονή, αυθεντία και αυτοπεποίθησι». Ποιο είναι κατά την ίδια το αποτέλεσμα; «Ενα θέαμα παρλάν, σονόρ, κινηματογράφος και θέατρο καμωμένο από άνθρωπο που τα αγνοεί και τα δύο και δεν τα αγαπά. Δεν του αρνούμαι το δικαίωμα να τα κρίνη. Αλλά του συνιστώ να αποφεύγη να τα φτιάχνη». Η Κοτοπούλη (προφανώς ενοχλημένη από κριτικές που της είχε γράψει ο Πολίτης) παίρνει, με μερικές φράσεις που κόκαλα τσακίζουν, εκδίκηση για όλους τους καλλιτέχνες που κρίθηκαν αυστηρά, ίσως και άδικα. Εγώ, διαβάζοντας στα αρχεία του περιοδικού μου όλο και πιο σκληρές, ενίοτε και παράλογες, κριτικές, κατανοώ την επιθυμία της για εκδίκηση. Και επαναφέρω το ρητορικό ερώτημα: Τελικά, ποιος χρειάζεται τους κριτικούς; Κουβέντα να γίνεται. Και κριτική να γίνεται, αλλά σωστή. Δηλαδή, κριτική εμπεριστατωμένη, με γνώση, με μέτρο και με ήθος.

* Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino το Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2016



ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ
Γνώμες περισσότερες ειδήσεις

εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 
 
σχόλια (2)
 
 
απομένουν 700 χαρακτήρες
Τα πεδία που είναι σημειωμένα με * είναι υποχρεωτικά
 
Τα μηνύματα που δημοσιεύονται στο χώρο αυτό εκφράζουν τις απόψεις των αποστολέων τους. Το ΒΗΜΑ δεν υιοθετεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο τις απόψεις αυτές. Ο καθένας έχει δικαίωμα να εκφράζει την γνώμη του, όποια και να είναι αυτή. Δεν δημοσιεύονται συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια και όσα είναι γραμμένα με κεφαλαία γράμματα. Τέτοια μηνύματα θα διαγράφονται όποτε εντοπίζονται.
     
    isos | 27/12/2016 13:28
    Ναι, ισχύουν αυτά, αλλά επίσης πρέπει να λάβουμε υπ’ όψιν μας πως η κριτική δεν λειτουργεί ούτε εν κενό, αλλά σύμφωνα με το zeitgeist. Έτσι και εμείς δεν πρέπει να κρίνουμε του κριτικούς με βάση την εκ των υστέρων γνώση μας. Ίσως η Κάλλας και η Σιμιονάτο στο συγκεκριμένο context να ήταν ανεπαρκείς.
    Larry
    απάντηση18
     
     
    Ελευθερώστε | 27/12/2016 08:36
    τη Γάτα Ιμαλαίων. Δεν έχει καμμιά όρεξη να κάνει κριτική. Μην τη χρησιμοποιείτε. Επειδή την έχετε δεμενη σε κλουβί, λειτουργεί σαν μπούμερανγκ για σας. Σεβαστείτε τον "άλλον". Θυμάστε εκείνον τον αέρα, που ενεπνευσε; Πόσο καταστροφικός ήταν; Εκεί, στο "μαγαζί". Κόντεψε να το κάψει. Σαν να είμασταν σε μυθιστότημα του Μαρκές. Καταστροφή. Ακόμα να μαζέψετε τα αποκαίδια. Ελάτε στα συγκαλά σας, Ελευθερώστε τη Γάτα. Συγκεντρωθείτε στις δικές σας δυνατότητες. Τότε τα πράγματα θα πάνε καλύτερα. Και μακριά από τους υστερικούς θεούς του μαύρου χρυσού. (Δεν εννοώ το πετρέλαιο). Είναι επικίνδυνοι. Η κριτική πλευρά του μυαλού σας δεν το κατάλαβε;
    Το κέντρο βάρους, στο δίκαιο.
    απάντηση111