Καμία αξιολόγηση της εφαρμογής των μνημονίων δεν υπήρξε που να μην είναι χρονοβόρα και δραματική. Υστερα από επτά χρόνια επιτήρησης, το μοτίβο έχει παγιωθεί. Η ελληνική πλευρά δείχνει ότι «διαπραγματεύεται» σκληρά, χρονοτριβεί, και τελικά υποκύπτει στις μείζονες απαιτήσεις των δανειστών, ενώ, εν τω μεταξύ, η αβεβαιότητα για την έκβαση της αξιολόγησης ζημιώνει την οικονομία, παράγει πολιτική αναταραχή, και τροφοδοτεί διεθνώς σενάρια γενικευμένης κρίσης. Η δραματική πλοκή θέλει, προσώρας, happy end –όλες οι πλευρές εμφανίζονται, τελικά, ευχαριστημένες, προσποιούμενες ότι αντιμετώπισαν το πρόβλημα! Κυρίως, όμως, ο καθένας έχει αγοράσει χρόνο και πολιτικό κεφάλαιο για τον εαυτό του.
Το δράμα προέρχεται από το ανισοζύγιο ισχύος των εμπλεκομένων μερών. Η Ελλάδα, μια χρεοκοπημένη χώρα, ζει στον αναπνευστήρα χάρη στην ελεημοσύνη των δανειστών της. Διαθέτει ελάχιστη διαπραγματευτική δύναμη. Ακόμα και η απειλή εξόδου από το ευρώ ήταν αξιόπιστη περισσότερο στο μυαλό του Γιάνη Βαρουφάκη παρά στο μυαλό των δανειστών. (Το πρόσφατο στρατήγημα του Γ. Βαρουφάκη για «εποικοδομητική ανυπακοή» εντός του ευρώ είναι τόσο αστείο όσο μια αντίστοιχη προτροπή σε φυλακισμένους). Η διαχείριση του προσφυγικού-μεταναστευτικού καθιστά τη χώρα ακόμα πιο ευάλωτη και εξαρτημένη από την ΕΕ. Το πνεύμα της επαιτείας που χαρακτηρίζει τη μνημονιακή Ελλάδα εξέφρασε η πρόσφατη έκκληση-παρωδία Παυλόπουλου στον πρόεδρο Ομπάμα: «Μη λησμονάτε τη χώρα μας». Η λυρική αυτολύπηση θεωρείται ότι προστατεύει τον αδύναμο. Αντίθετα, δείχνει στους αντιπάλους του πόσο τρωτός είναι.
Η κυβέρνηση Τσίπρα – Καμμένου, ένα «τσούρμο» ερασιτεχνών με ιδεοληπτικές εμμονές, εθνοκαπηλική ροπή και ελλιπή κατανόηση του διεθνούς περιβάλλοντος, διαχειρίζεται μια κρίση που την υπερβαίνει κατά πολύ. Είναι σαν να έχει βρεθεί ναυαγός στον ωκεανό ένας άνθρωπος που δεν ξέρει κολύμπι! Ή, για να γίνει η αναλογία πιο οικεία, σαν να πασχίζει ο Τσίπρας να γράψει ένα φιλοσοφικό δοκίμιο στα αγγλικά, ο Καμμένος να μιμηθεί τον Τσόρτσιλ και ο Πολάκης να μάθει καλούς τρόπους. Εύκολο είναι;
Τα μνημόνια είναι αλλά δυναμικά κείμενα που προσαρμόζονται, χωρίς όμως να αλλάζει η λογική τους. Από την αρχή, η ερμηνεία του ελληνικού προβλήματος αντανακλούσε το ανισοζύγιο ισχύος. Τα μνημόνια στηρίζονται αναγκαστικά σε επισφαλείς παραδοχές (π.χ. για τους πολλαπλασιαστές) και εμπεριέχουν πολιτικά ωφέλιμη ασάφεια (π.χ. στο Μνημόνιο Τσίπρα, επίτευξη πλεονασμάτων 3,5% «μεσοπρόθεσμα»). Τόσο η επισφάλεια των παραδοχών όσο και η ασάφεια ευνοούν τη διαπραγμάτευση, από την οποία όμως αδυνατεί να ωφεληθεί ουσιωδώς η ελληνική πλευρά. Αφενός γιατί διαθέτει περιορισμένη ισχύ, αφετέρου γιατί χαρακτηρίζεται από υψηλή διαχειριστική-θεσμική ανεπάρκεια σε ένα λαϊκιστικό πολιτικό σύστημα που προάγει τον πολιτικαντισμό.
Το πρόβλημα προέρχεται, εν μέρει, από τον κακό σχεδιασμό της ευρωζώνης. Επιτείνεται όμως από την κραυγαλέα ανεπάρκεια του εγχώριου πολιτικού συστήματος, το οποίο, διαχρονικά, πολώνει δημαγωγικά την πολιτική διαμάχη, παράγει ασυνεννοησία, και διαθέτει μειωμένη αίσθηση του κοινού καλού. Με ιστορικούς όρους, ήταν αναπόφευκτο –είμαστε αυτό που έχουμε εθιστεί να κάνουμε. Με οικονομικούς όρους, τα μνημονιακά προγράμματα σπανίως αλλάζουν ριζικά –το καταβληθέν κόστος (sunk cost) είναι ήδη μεγάλο για τους δανειστές. Εδώ και επτά χρόνια η Ελλάδα συνθλίβεται ανάμεσα στις μυλόπετρες μιας προβληματικής ευρωζώνης και ενός τραγικά ανεπαρκούς πολιτικού-θεσμικού συστήματος.
Η τωρινή διαπραγμάτευση για τη δεύτερη αξιολόγηση φέρει την ηχώ αντίστοιχων διαπραγματεύσεων του παρελθόντος. Για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας των δανειστών (Γερμανία), το ΔΝΤ πρέπει να συμμετέχει στο πρόγραμμα. Θέτει όμως όρους: «τα νούμερα πρέπει να βγαίνουν», άρα σκληρές επιλογές πρέπει να γίνουν και από τους δανειστές (ελάφρυνση χρέους) και από τον δανειζόμενο (επώδυνη λιτότητα). Ποιος θα υποχωρήσει περισσότερο;
Η πίεση ασκείται στον αδύναμο «παίκτη» –έτσι συμβαίνει συνήθως. Η φράση του κ. Τσακαλώτου «νιώθουμε προδομένοι από το ΔΝΤ» προδίδει αφέλεια· είναι τόσο πειστική όσο οι αναφορές των Μηλίων στο «δίκαιο», στον περίφημο διάλογό τους με τους αρχαίους Αθηναίους. Αν θες να είσαι ισχυρός, φροντίζεις να κερδίζεις συμμάχους και αξιοπιστία. Στη χώρα της αυτάρεσκης (ζουράρειας) αρχαιομάθειας πόσοι καταλαβαίνουν τον Θουκυδίδη;
Το πιθανότερο είναι ότι θα επέλθει, τελικά, ένας ακόμη προσχηματικός συμβιβασμός –θα κλωτσήσουν το τενεκεδάκι παρακάτω. Οι δανειστές θα υιοθετήσουν ξανά μια εκδοχή του «extend and pretend»: θα κερδίσουν χρόνο παρέχοντας πολιτικά ανεκτή στις χώρες τους βοήθεια για το χρέος, προσποιούμενοι ότι αντιμετωπίζουν το σχεδόν ανίατο ελληνικό πρόβλημα. Η δε ελληνική κυβέρνηση θα αποδεχθεί ακόμα πιο οδυνηρούς όρους, προσποιούμενη (αυταπατώμενη;) ότι απέτρεψε το χειρότερο. Ολοι μαζί, ευρωγραφειοκράτες και εθνολαϊκιστές, θα έχουν αγοράσει πολιτικό χρόνο, τουλάχιστον μέχρι το 2018: οι δανειστές θα διανύσουν όσο πιο ανώδυνα τους εκλογικούς τους κύκλους και ο Τσίπρας θα ελέγξει πληρέστερα το κράτος, φιλοτεχνώντας οργουελικά την εικόνα του «αντιστασιακού» πολιτικού.
Εν τω μεταξύ η χώρα εξακολουθεί να αποσυντίθεται και, το χειρότερο, η αποσύνθεση φαίνεται αναντίστρεπτη. Η καταστροφή δεν είναι μόνο οικονομική. Η εγγενής αδυναμία εκφοράς ορθολογικού πολιτικού λόγου στην εποχή των Μνημονίων οδηγεί σε πολιτική σχιζοφρένεια, ασυνάρτητη σκέψη, σπασμωδικές αντιδράσεις, άμετρη σύγκρουση και βία. Χρειάζεται αφελώς ισχυρή αισιοδοξία να ελπίζει κανείς ότι η ρημαγμένη Ελλάδα θα θέλει για πολύ ακόμα να είναι μέλος της ευρωζώνης ή ότι θα αποφύγει κάποια εθνική συμφορά.
Ο κ. Χαρίδημος Κ. Τσούκας (www.htsoukas.com) είναι καθηγητής στα πανεπιστήμια Κύπρου και Warwick, συγγραφέας του βιβλίου «Η τραγωδία των κοινών» (Ικαρος).

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ