Η γνώση που ως κοινωνία έχουμε για το παρελθόν μόνο σε μικρό βαθμό διαμορφώνεται από το έργο των ιστορικών. Πολύ περισσότερο σημαντική είναι η επιρροή που έχουν οι κινηματογραφικές ταινίες και οι τηλεοπτικές σειρές, τα μνημεία και οι τελετές, οι εφημερίδες και τα έντυπα, τα σχολικά εγχειρίδια και τα μουσεία, τα μυθιστορήματα και οι μαρτυρίες, και στις μέρες μας το Διαδίκτυο και οι ψηφιακές εφαρμογές. Ολα αυτά δημιουργούν γνώσεις και αντιλήψεις για το παρελθόν και συνθέτουν αυτό που ονομάζεται δημόσια ιστορία (public history).
Η σχέση μεταξύ δημόσιας ιστορίας και επιστημονικής ιστορίας υπερβαίνει τις απλουστευτικές διχοτομήσεις (ψεύδος / αλήθεια) και, αντίθετα, χαρακτηρίζεται από την αλληλεπίδραση. Επιπλέον, πολύ συχνά η δημόσια ιστορία είναι καθοριστική για τη διαμόρφωση της επίσημης μνήμης και αφήγησης του παρελθόντος και κατ’ επέκταση στη δημιουργία ιστορικής συνείδησης. Αλλά με ποιον τρόπο ένα διαιρετικό και τραυματικό παρελθόν, όπως αυτό του εμφυλίου πολέμου, μεταγράφεται στη δημόσια ιστορία; Αυτό το ερώτημα βρέθηκε στο επίκεντρο του συνεδρίου που οργάνωσαν τα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας με αφορμή τα 70 χρόνια από την έναρξη του Εμφυλίου και είχε ως θέμα «Διαδρομές του παρελθόντος. Ο εμφύλιος πόλεμος στη δημόσια ιστορία και τη μνήμη» (2-3 Δεκεμβρίου).
Επίσημη μνήμη


Η ιστορική έρευνα στην Ελλάδα για τον Εμφύλιο ξεκίνησε με αρκετή καθυστέρηση, κυρίως λόγω της πολιτικής κατάστασης που επικρατούσε στη χώρα. Οι ποικίλοι περιορισμοί και απαγορεύσεις στη μετεμφυλιακή Ελλάδα δεν ενθάρρυναν την έρευνα για την πρόσφατη ελληνική ιστορία, ενώ η επτάχρονη δικτατορία των συνταγματαρχών κατάργησε στην πράξη την ελευθερία της ακαδημαϊκής έρευνας μαζί με τις υπόλοιπες ελευθερίες. Θα πρέπει να περιμένουμε την πτώση της δικτατορίας για να δουν το φως της δημοσιότητας οι πρώτες έρευνες για τον Εμφύλιο στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και στην ουσία μόλις στη δεκαετία του 1990 θα αρχίσει να αποτελεί αντικείμενο συστηματικής ιστορικής έρευνας.
Η καθυστέρηση στην ανάπτυξη της επιστημονικής έρευνας δεν σήμαινε ότι δεν υπήρξε ιστορική αφήγηση για τον Εμφύλιο όλες αυτές τις δεκαετίες. Το αντίθετο, μάλιστα. Οπως έδειξαν πολλές ανακοινώσεις του συνεδρίου, η αφήγηση των νικητών του Εμφυλίου κυριάρχησε στη δημόσια σφαίρα και διαμόρφωσε τη δημόσια ιστορία ως το 1974. Οι εορτασμοί, τα σχολικά εγχειρίδια, τα μνημεία για τους πεσόντες του «συμμοριτοπολέμου», τα δημοσιεύματα στον Τύπο, οι εκδόσεις του στρατού και της χωροφυλακής εμπέδωσαν μια κυρίαρχη αφήγηση και επίσημη μνήμη για το παρελθόν στην οποία δεσπόζουσα θέση είχαν αφενός ο εθνοσωτήριος ρόλος του στρατού και αφετέρου η εγκληματική και αντεθνική δράση των κομμουνιστών. Αρα για αρκετές δεκαετίες τον πρώτο λόγο για τη διαμόρφωση της ιστορικής συνείδησης της ελληνικής κοινωνίας για τον Εμφύλιο δεν είχε η ιστοριογραφία, η οποία ήταν ανύπαρκτη, αλλά η δημόσια ιστορία και η μνήμη.
Πατριωτική αφήγηση


Μετά το 1974, οι αλλαγές θα εμφανιστούν πρώτα πάλι στη δημόσια ιστορία παρά στην ιστοριογραφία. Η απαξίωση της εθνικοφροσύνης και του στρατού μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, η ανάγκη να ξεπεραστούν οι διαιρέσεις της δεκαετίας του 1940 και ο εκδημοκρατισμός του πολιτικού βίου και των θεσμών οδήγησαν σταδιακά τις πολιτικές δυνάμεις σε μια διαφορετική, συναινετική αφήγηση του διαιρετικού παρελθόντος.
Η αναγνώριση του ρόλου των εαμικών οργανώσεων στην Εθνική Αντίσταση άλλαξε την κυρίαρχη αφήγηση στη δεκαετία του 1980, παρά τις αντιδράσεις της Νέας Δημοκρατίας, και στη δημόσια ιστορία σταδιακά επικράτησε μια συναινετική, πατριωτική αφήγηση. Ωστόσο, η αφήγηση αυτή αφορούσε πολύ περισσότερο την Αντίσταση και όχι τον Εμφύλιο. Οπως επισήμαναν πολλοί ομιλητές, οι τελετές, τα μνημεία, οι εορτασμοί στον Γοργοπόταμο, οι εκδηλώσεις μνήμης των αγωνιστών της Αντίστασης, η ονοματοδοσία πλατειών και δρόμων, κατασκεύαζαν ένα «ένδοξο παρελθόν» το οποίο εντασσόταν σε μια εθνική συνέχεια αγώνων και αντίστασης στον ξένο εισβολέα και κατακτητή. Ο Εμφύλιος ακόμη και όταν αναγνωρίστηκε το 1989 βρισκόταν ακόμη στην επικράτεια της λήθης παρά της μνήμης.
Η νέα αφήγηση που κυριάρχησε στη δημόσια ιστορία μετά τη δεκαετία του 1980 αποκλήθηκε από κάποιους ως η «ρεβάνς των ηττημένων». Αυτός ο χαρακτηρισμός είναι άστοχος και προβληματικός. Αστοχος επειδή η νέα αφήγηση δεν συνοδεύτηκε από εκείνο το πλέγμα διώξεων, διακρίσεων και απαγορεύσεων που είχαν εφαρμοστεί κατά των ηττημένων στα μετεμφυλιακά χρόνια. Προβληματικός γιατί δεν αποσκοπούσε στην εκδίκηση ή στον αποκλεισμό αλλά στην ενσωμάτωση όσων έως τότε είχαν αποκλειστεί. Γι’ αυτό και στη δημόσια ιστορία δεν κυριάρχησαν οι αρνητικές απεικονίσεις του αντιπάλου (όπως στα μετεμφυλιακά χρόνια) αλλά η θετική απεικόνιση του εθνικού εαυτού.
Η «διαμάχη των ιστορικών»


Ωστόσο, οι διαδρομές του παρελθόντος δεν σταμάτησαν εκεί. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 και ειδικά μετά το 2000, ο εμφύλιος πόλεμος βρέθηκε στο επίκεντρο της δημόσιας ιστορίας. Σε αντίθεση με ό,τι είχε συμβεί παλαιότερα, αυτή τη φορά η συζήτηση ξεκίνησε από τα αμφιθέατρα αλλά πολύ γρήγορα διεξήχθη στη δημόσια σφαίρα και πήρε τα χαρακτηριστικά «διαμάχης των ιστορικών».
Δεν είναι τυχαίο ότι θεωρούμε αποκορύφωση αυτής της διαμάχης το 2004, όταν η αντιπαράθεση μεταφέρθηκε για μήνες στις σελίδες της μεγαλύτερης σε κυκλοφορία εφημερίδας. Ο δημόσιος διάλογος μπορεί να προσέδωσε οξύτητα στη «διαμάχη των ιστορικών» αλλά δεν ανανέωσε τον τρόπο μελέτης του Εμφυλίου· μάλλον συνέβη το αντίθετο, καθώς η δεξιά ιστοριογραφία επέστρεψε στα παρωχημένα ερμηνευτικά σχήματα των μετεμφυλιακών χρόνων. Σε κάθε περίπτωση, η διαμάχη αναζωπύρωσε το ευρύτερο ενδιαφέρον για τη δεκαετία του 1940, όπως μπορεί να διαπιστώσει κανείς από τις αναφορές σε εφημερίδες, τηλεοπτικές εκπομπές, το ραδιόφωνο, το Διαδίκτυο, τη διοργάνωση εκθέσεων και ιστορικών περιπάτων, αλλά και την παρουσία πλήθους κόσμου στο προαναφερθέν συνέδριο των ΑΣΚΙ.
Η μελέτη της δημόσιας ιστορίας μάς επιτρέπει να αποκρυπτογραφήσουμε τις αλλαγές που συμβαίνουν στην ιστορική κουλτούρα, να αντιληφθούμε ποια είναι η σχέση της κοινωνίας με το παρελθόν της, ποιο παρελθόν κάθε φορά «ανακαλύπτει» και άρα οι ιστορικοί θα πρέπει να ασχοληθούν πιο συστηματικά με τη δημόσια ιστορία.
Ο κ. Πολυμέρης Βόγλης είναι αναπληρωτής καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ