Είναι παμπάλαια η γνωστή μεταφορική χρήση του δρόμου. Ο καλός και ο κακός δρόμος, ο ποιητικός δρόμος, οι δρόμοι της μουσικής, ο δρόμος της αρετής και της κακίας. Το πονηρό το μονοπάτι. Η ευαγγελική ρήση, «ο ακολουθών μοι, ου μη περιπατήση εν τη σκοτία, αλλ’ έξει το φως». Γνωστότατη επίσης και η μεταφορική χρήση του δρόμου για να δηλωθεί η όποια πολιτική πορεία. Δεν έχει περάσει πολύς καιρός που ο πρωθυπουργός του ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ κατέφυγε στην αραβική παροιμία «Τα σκυλιά γαβγίζουν, το καραβάνιπροχωρεί» ενώ ο «σύντροφος» Ν. Κοτζιάς, ο γνωστός και ως ιδρυτής (!) του ΚΚΕ, θέλοντας να γίνει πειστικότερος έγραψε: «Οι ύαινες γαβγίζουν πεινασμένες μέσα στο σκοτάδι, αλλά τα καραβάνια συνεχίζουν την πορεία τους».
Σε αυτή την πολιτική μεταφορά του δρόμου κατέφυγε πριν από λίγες ημέρες και ο πρώην υπουργός Παιδείας και νυν Πολιτισμού, κ. Μπαλτάς, γνωστός για τις απόψεις του όσον αφορά την αριστεία και άλλα συναφή δαιμόνια. Ετσι, μόλις η διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ υπέγραψε την ολέθρια, κατά την άποψή τους, σύμβαση του Ελληνικού, ο κ. Υπουργός, θέλοντας να δικαιολογήσει άλλη μια παλινωδία, δήλωσε: «Ο ΣΥΡΙΖΑ μιλάει εκ γενετής (sic) για μία έννοια που λέγεται «δημοκρατικός δρόμος του σοσιαλισμού» και στο περιεχόμενό του έχει υποχωρήσεις, συμβιβασμούς, νίκες και ήττες. Είναι σταθερές οι αξίες μας σε αυτόν τον δρόμο. Αρα όταν σε αυτόν τον δρόμο βρισκόμαστε μπροστά σε υπέρτερους συσχετισμούς που μας αναγκάζουν να υποστούμε μια αναγνωρισμένη ήττα δεν σημαίνει ότι μετά την ήττα λέμε άλλα από αυτά που λέγαμε πριν. Λέμε κάτι που αναγνωρίζει το γεγονός μιας ήττας, ότι πρέπει να προσαρμοστούμε, να κάνουμε τον συμβιβασμό που απαιτεί η ήττα για να συνεχίσουμε τον αγώνα».
Δεν σχολιάζω τα ελληνικά του κ. υπουργού του Πολιτισμού. Ούτε και κρίνω τη λογική και την πολιτική ηθική του. Οι αναγνώστες μπορούν να το κάνουν. Ο λόγος για τον οποίο αναφέρομαι σε αυτόν είναι άλλος. Ο «δημοκρατικός δρόμος του σοσιαλισμού» του κ. υπουργού φαίνεται πρόχειρα ξεπατικωμένος από την άποψη του Νίκου Πουλαντζά σχετικά με το πείραμα «του δημοκρατικού δρόμου προς τον σοσιαλισμό», όπως αυτό αναλύεται στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου του «Το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός». Γράφει ο Πουλαντζάς: «Η ιστορία δεν μας έχει δώσει ως τώρα επιτυχημένο πείραμα δημοκρατικού δρόμου προς τον σοσιαλισμό: απεναντίας μας έδωσε αρνητικά παραδείγματα προς αποφυγήν και σφάλματα για μελέτη, πράγμα όχι αμελητέο. Ασφαλώς, μπορεί κανείς ν’ αντιτείνει, στο όνομα φυσικά του ρεαλισμού (του ρεαλισμού της δικτατορίας του προλεταριάτου ή του ρεαλισμού των άλλων, των υγιώς σκεπτόμενων νεοφιλελεύθερων) πως αν αυτός ο δημοκρατικός σοσιαλισμός δεν υπήρξε ακόμη πουθενά είναι διότι είναι ανέφικτος. Ισως: δεν έχουμε πια τη χιλιαστική πίστη, τη βασισμένη σε μερικούς σιδερένιους νόμους μιας αναπόφευκτης δημοκρατικής και σοσιαλιστικής επανάστασης. Ενα όμως είναι βέβαιο: ο σοσιαλισμός θα είναι δημοκρατικός ή δεν θα είναι σοσιαλισμός. Επιπλέον, η αισιοδοξία μας για τον δημοκρατικό δρόμο προς τον σοσιαλισμό δεν θα πρέπει να μας κάνει να τον θεωρούμε σαν μια «βασιλική ατραπό», ευκολοδιάβατη και δίχως κινδύνους».
Ειδικότερα, σύμφωνα με τον Πουλαντζά, ένας από τους κινδύνους αυτής της πορείας προς τον σοσιαλισμό είναι μήπως και στο τέλος πέσουμε κάτω από το «λεπίδι» κάποιου Δικτάτορα του Προλεταριάτου. Σε αυτή τη μορφή πολιτικών κινδύνων αναφέρεται ο Πουλαντζάς (τον οποίο υποτίθεται ότι γνωρίζει και σέβεται ο κ. Μπαλτάς) και όχι σε ανόητες παλινδρομήσεις και μισοκακόμοιρους συμβιβασμούς της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ. Ο Πουλαντζάς αναφέρεται σε έναν δρόμο που θα μπορούσε να οδηγήσει στον «σοσιαλισμό», αλλά τελικά δεν οδήγησε πουθενά. Δεν είναι περίεργο που το βιβλίο τελειώνει προβάλλοντας την ιδέα «μιας προχωρημένης φιλελεύθερης δημοκρατίας».
Ο Πουλαντζάς δεν μπήκε ποτέ στο κομματικό σύστημα, ούτε ακολούθησε την ηθική και την πολιτική ενός ΣΥΡΙΖΑ που διαπλέκεται με τους ΑΝΕΛ και εν ταυτώ «μιλάει εκ γενετής» για σοσιαλισμό. Εκείνος δεν έγινε υπουργός. Για φανταστείτε τον Πουλαντζά υπουργό ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ! Διάλεξε έναν δικό του δρόμο. Τόσο υπερήφανο. Τόσο προσωπικό. Τόσο απεγνωσμένο. Δεν πήρε τον δρόμο των ευτελισμένων πολιτικών αξιών. Δεν θα μπορούσε να πάρει έναν δρόμο που προσβάλλει το έθνος, οδηγεί τη χώρα σε μαρασμό και τους πολίτες σε απόγνωση. Δεν πήρε τον δρόμο του πολιτικού οπορτουνισμού.
Ο κ. Γιώργης Γιατρομανωλάκης είναι καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας και συγγραφέας.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ