Ο φόβος είναι ένα συναίσθημα εσωτερικευμένο στην ανθρώπινη ύπαρξη. Η περατότητα της ύπαρξης προσδίδει στον φόβο μια διάσταση ανθρωπολογική. Στην πραγματική ζωή ο άνθρωπος διαχειρίζεται το υπαρξιακό άγχος για τον θάνατο συνήθως με απώθηση (δεν σκεφτόμαστε τον θάνατο κι αν το κάνουμε σκεφτόμαστε τον θάνατο άλλων), ενώ φαντασιώνεται τον θάνατο εφόσον μπορεί να καταστήσει υπολογίσιμο το ρίσκο που τον προκαλεί.
Οσο λιγότερο σταθερός και ατακτοποίητος είναι ο κόσμος που ζούμε τόσο μεγαλύτερος ο φόβος του θανάτου και τα άγχη γύρω από αυτόν. Συχνά ο φόβος γεννά εχθρότητα που εκτονώνει πρόσκαιρα ατομικούς φόβους μεταβιβάζοντάς τους σε άλλους: επί παραδείγματι, ο φόβος της παγκοσμιοποίησης δημιουργεί εχθρικές αναπαραστάσεις για μια νέου τύπου ηγεμονία μετατρέποντας τους φανατικότερους πολέμιους της παγκοσμιοποίησης σε διώκτες όσων ευθέως (αγορές) ή/και εμμέσως (μετανάστες) θεωρείται πως επωφελούνται από την αλληλεξάρτηση στον πολλαπλώς δικτυωμένο κόσμο μας.
Ο μεταπολεμικός δυτικός κόσμος οικοδομήθηκε πάνω σε μια λογική επιδίωξης της ειρήνης, της ασφάλειας, της ευημερίας και της κοινωνικής προστασίας. Οι ευρωπαϊκές δημοκρατίες που εδραιώθηκαν μετά την ήττα του φασισμού και του ναζισμού είχαν ως πρόταγμα τη διασφάλιση συνθηκών που καθιστούσαν (σχετικώς) ασφαλές το παρόν και προβλέψιμο το μέλλον. Οχι ότι είχαν εξαλειφθεί τα ρίσκα και οι κίνδυνοι· ο Ψυχρός Πόλεμος, η τρομοκρατία, οι περιφερειακές συγκρούσεις, η οικολογική υποβάθμιση, η κάμψη της ανάπτυξης επικαιροποιούσαν τις ανασφάλειες και καταδείκνυαν ότι οι ισορροπίες παραμένουν εύθραυστες στην καρδιά του αναπτυγμένου κόσμου. Παρότι ο τελευταίος αποκτούσε μεγαλύτερη ασφάλεια σε γεωστρατηγικό επίπεδο και οι αυξανόμενες διασφαλίσεις του κράτους πρόνοιας απομείωναν τις κοινωνικο-οικονομικές αγωνίες, οι ατομικές ανασφάλειες και φοβίες εκτοξεύονταν σε συνθήκες ευημερίας και σταθερότητας.
Η κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων ήταν το έναυσμα για μεγαλύτερη σύγκλιση και ενοποίηση στο εσωτερικό της Ευρώπης, όμως ήταν και η απαρχή για νέες ανασφάλειες και ανισορροπίες. Ο κόσμος που ανέτελλε στις αρχές της δεκαετίας του 1990 είχε λιγότερο σαφή εθνικο-πολιτισμικά περιγράμματα (Π. Κονδύλης), ενώ επιπλέον αυτό που απέπνεε ήταν το έλλειμμα ηγεμονίας και μια διάσταση αδυναμίας μέσα σε έναν κόσμο που άλλαζε ραγδαία. Για πρώτη φορά μετά το 1945 η αίσθηση του φόβου έγινε ισχυρότερη από αυτό το ίδιο το συναίσθημα. Με άλλα λόγια, το να σε κάνουν να φοβάσαι μετατράπηκε σε ισχυρότερο υπαρξιακό καταλύτη από τις ίδιες τις εγγενείς αγωνίες της ύπαρξης. Κατ’ αρχάς τη σκυτάλη μέσα σε αυτό το πλαίσιο πήραν οι κατ’ επάγγελμα κινδυνολόγοι: οι εθνικιστές αλαρμιστές που επισήμαναν το «τέλος» της εθνικής ταυτότητας, του εθνικού κράτους, των εθνικών γλωσσών και πολιτισμών –finis omnium nunc est.

Ακολούθησαν οι δεξιοί λαϊκιστές, οι οποίοι συνέδεσαν αιτιακά τα προβλήματα του μεταψυχροπολεμικού δυτικού κόσμου, όπως εκείνο της αύξησης της ανεργίας ή της εγκληματικότητας, με το φαινόμενο της μετανάστευσης. Στην πραγματικότητα, αυτό που προσέθεσαν οι δεξιοί λαϊκιστές στην προϋπάρχουσα λογική της κινδυνολογίας ήταν η εκδοχή της ρήξης (γι’ αυτό αυτοπροσδιορίζονται ως «ριζοσπάστες»): δεν αρκεί η καταγγελία των φαινομένων που εγκυμονούν κινδύνους και απειλές, αλλά απαιτείται η μετωπική ρήξη με ό,τι θεωρείται ότι αποτελεί τη γενεσιουργό αιτία των νέων ανισορροπιών. Μια λογική ρήξης οικειοποιήθηκαν οι νεολαϊκιστές κάθε ιδεολογικής (και αριστερής) απόχρωσης, που στο όνομα απειλών από τον «νεοφιλελευθερισμό» και την «παγκοσμιοποίηση των αγορών» δαιμονοποίησαν τα θεμέλια της φιλελεύθερης μεταπολεμικής συναίνεσης: τον κοινοβουλευτισμό, τον εξευρωπαϊσμό, τον εκσυγχρονισμό. Οσοι παρασύρονται από τη ρητορική των νεολαϊκιστών βιώνουν εντονότερα αισθήματα φόβου και είναι διαθέσιμοι να μετάσχουν σε ένα παιχνίδι άκριτης επίρριψης ευθυνών σε ό,τι (ΕΕ, κόμματα, αντιπροσώπευση) και όσους (πολιτικοί, τεχνοκράτες, ξένοι) θεωρούνται υπεύθυνοι για το περιβάλλον της αστάθειας.

Οχι βέβαια ότι οι κίνδυνοι και ό,τι φοβόμαστε αποτελούν μια κατασκευή· η τρομοκρατία, ο ισλαμικός φονταμενταλισμος, ο ιδεολογικός και θρησκευτικός φανατισμός, η έξαρση της βίας είναι υπαρκτά φαινόμενα των καιρών, ενώ πλέον βιώνουμε τις δραματικές τους συνέπειες. Η λογική της ρήξης, ωστόσο, εξάπτει τους φόβους και επαυξάνει τους κινδύνους που τους προκαλούν. Μια ιδιότυπη «διαδραστική ριζοσπαστικοποίηση» βρίσκεται σε εξέλιξη στο περιβάλλον των απανταχού «ριζοσπαστών»: ό,τι στιγματίζεται ως εστία παραγωγής φόβου μετατρέπεται δυνητικά σε μια δεξαμενή συγκέντρωσης εχθρότητας· αυτή με τη σειρά της δίνει πραγματική υπόσταση στον φόβο και δικαιώνει τη λογική της ρήξης (δόγμα «μηδενικής ανοχής») των απανταχού λαϊκιστών. Η Λεπέν, ο Φάρατζ, ο Τραμπ είναι εμβληματικές φιγούρες αυτού του μηχανισμού της διαδραστικής ριζοσπαστικοποίησης που στιγματίζει αδιακρίτως κυρίως μετανάστες και μουσουλμάνους μετατρέποντας ένα πρόβλημα ακραίων ομάδων (π.χ., νεαρών σαλαφιτών ή ψυχικά ασταθών ατόμων με παραβατικό παρελθόν) σε ένα γενικευμένο γνώρισμα εθνικών και θρησκευτικών κοινοτήτων.
Οι φόβοι γεννούν εχθρότητα και η εχθρότητα δικαιώνει και εξάπτει τους φόβους. Αυτό το αμφίδρομο φαινόμενο βρίσκεται σε εξέλιξη. Η αμφιταλάντευση της ευρωπαϊκής ριζοσπαστικής Αριστεράς μεταξύ συστημικής και αντισυστημικής επιλογής συντηρεί αυτό το φαινόμενο, ενώ η έκβαση των προεδρικών εκλογών στις ΗΠΑ θα αποτελέσει ένα δυνατό τεστ για το αν μπορεί ή όχι το φαινόμενο να αναχαιτιστεί.
Η κυρία Βασιλική Γεωργιάδου είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια Πολιτικής Επιστήμης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ