Την ερχόμενη Πέμπτη 23 Ιουνίου η Ευρώπη έχει το κρίσιμο ραντεβού με την Ιστορία. Είναι η ημερομηνία που ίσως αποδειχθεί καταλυτική για την Ευρωπαϊκή Ενωση και τη διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης συνολικά. Την Πέμπτη οι πολίτες του Ην. Βασιλείου προσέρχονται στις κάλπες για να αποφανθούν πάνω στο ερώτημα αν θέλουν η χώρα τους να παραμείνει μέλος της Ενωσης (στην οποία εντάχθηκε το 1973) ή να αποχωρήσει και να διαμορφώσει μια εναλλακτική σχέση. Είναι η πρώτη φορά που διεξάγεται ένα τέτοιο δημοψήφισμα. Αυτή τη στιγμή οι δημοσκοπήσεις δίνουν αμφιλεγόμενα αποτελέσματα υπέρ της μίας ή της άλλης πλευράς. Σε κάθε περίπτωση και όπως δείχνει η ιστορική εμπειρία, είναι δύσκολο κάποιος να προβλέψει την έκβαση των δημοψηφισμάτων. Επομένως όλα τα σενάρια παραμένουν ανοιχτά, και αυτό της παραμονής αλλά και αυτό της εξόδου. Αλλά είτε οι Βρετανοί ταχθούν υπέρ της παραμονής ή υπέρ της εξόδου, το γεγονός θα έχει καταλυτικές συνέπειες για την Ευρωπαϊκή Ενωση, θετικές ή αρνητικές. Και θα πρέπει να οδηγήσει και στα σωστά συμπεράσματα.
Προτού συζητήσουμε όμως τις συνέπειες, αξίζει να επισημάνουμε τον άψογο τρόπο διεξαγωγής του δημοψηφίσματος, ανάλογο με τις διαδικασίες μιας ώριμης δημοκρατίας. Με άλλα λόγια, η διεξαγωγή του δημοψηφίσματος αναγγέλθηκε πριν από τέσσερα χρόνια και η επίσημη εκστρατεία ξεκίνησε εδώ και μήνες. Εγιναν άπειρες συζητήσεις για τα «υπέρ» και τα «κατά» της παραμονής ή της εξόδου, δημοσιεύτηκαν χιλιάδες σελίδες αναλύσεων και εκτιμήσεων. Και πάνω απ’ όλα το ερώτημα το οποίο τέθηκε και στο οποίο καλούνται να απαντήσουν οι βρετανοί πολίτες είναι απολύτως κατανοητό και ικανό να συμπυκνωθεί σε ένα «Ναι» ή «Οχι» στην παραμονή. Δεν είναι δηλαδή ένα δημοψήφισμα που αναγγέλλεται Παρασκευή για να γίνει την επόμενη Κυριακή και πάνω σε ένα ερώτημα σχετικό με το «debt preliminary sustainability analysis» και μάλιστα γραμμένο στην αγγλική (!), όπως έγινε πέρυσι τον Ιούλιο με το ελληνικού τύπου δημοψήφισμα-παρωδία. Και αν ακόμη όλοι οι έλληνες πολίτες ήσαν απόφοιτοι του LSE, θα είχαν πρόβλημα να απαντήσουν σε ένα τέτοιο ερώτημα. Αλλά αυτό διαφοροποιεί μια ώριμη δημοκρατία από τη… βαλκανική εκδοχή της. Ωστόσο, για να είμαστε δίκαιοι, και στην ώριμη αυτή δημοκρατία ακούστηκαν εντελώς «παλαβά επιχειρήματα» από διαφόρους εθνολαϊκιστικής κοπής πολιτικούς ή πολιτικάντηδες. Τελικά όλοι τους είναι ίδιοι, είτε κατοικούν στην Αλβιώνα είτε στην Ελλάδα –ψεκασμένοι!
Αν το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος είναι τελικά υπέρ της παραμονής στην Ενωση, τότε ένα μεγάλο πρόβλημα θα έχει αποσυρθεί από την agenda της Ενωσης προς μεγάλη ανακούφιση Βρυξελλών και κεντροευρωπαϊκών πρωτευουσών. Μια διαχρονική εκκρεμότητα θα έχει κλείσει. Η ένωση στην περίπτωση αυτή θα εστιάσει την προσοχή της στις άλλες κρίσεις –που δεν είναι και λίγες –επαναδρομολογώντας τη διαδικασία για βαθύτερη ενοποίηση κυρίως στους τομείς της αμυντικής ολοκλήρωσης (Γάλλοι και Γερμανοί θα παρουσιάσουν σχετικές προτάσεις), ολοκλήρωσης της οικονομικής και νομισματικής ένωσης (ΟΝΕ) στη βάση της έκθεσης των πέντε προέδρων των οργάνων της ενωσης και βεβαίως στην προσφυγική κρίση. Η Βρετανία θα παραμείνει ως μια ειδική περίπτωση χώρας στη βάση των υφιστάμενων εξαιρέσεων (από την ΟΝΕ, ζώνη Σένγκεν, opt outs) αλλά και των ειδικών ρυθμίσεων που συμφωνήθηκαν τον περασμένο Φεβρουάριο (εξαίρεση από βαθύτερη ενοποίηση / ever closer union, ειδικές ρυθμίσεις για την ελεύθερη διακίνηση ατόμων / μετανάστευση, κ.ά.). Αλλά αυτό που είναι σημαντικό είναι ότι η Ενωση θα έχει αποφύγει έναν επικίνδυνο ακρωτηριασμό που θα άνοιγε τη διαδικασία αποσύνθεσης (disintegration).
Αν ωστόσο το δημοψήφισμα είναι αρνητικό, υπέρ της εξόδου, τότε οι συνέπειες θα είναι καταλυτικές και εν πολλοίς απρόβλεπτες. Θα έχουμε την πρώτη αποχώρηση χώρας από την Ενωση και την πρώτη ενεργοποίηση του σχετικού άρθρου της Συνθήκης της Λισαβόνας (άρθ. 50) που επιτρέπει κάτι τέτοιο. (Να υπενθυμίσουμε ότι το 1984 αποχώρησε μια περιοχή από την Ενωση –η Γροιλανδία). Η ολοκλήρωση όμως της διαδικασίας αποχώρησης δεν θα είναι εντελώς αναίμακτη επιχείρηση και θα διαρκέσει χρόνια.
Ολες οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι το οικονομικό και πολιτικό κόστος της αποχώρησης θα είναι τεράστιο για το Ηνωμένο Βασίλειο. Πρώτα απ’ όλα το Η.Β. μπορεί να διαλυθεί με την αποχώρηση της Σκωτίας και την (επαν)ένταξή της στην ΕΕ. Από την άλλη μεριά, το Η.Β. εξαρτάται από την ενιαία αγορά της Ενωσης για τις εξαγωγές της, επενδύσεις, κ.λπ., ενώ μπορεί να ασκεί αποτελεσματική διεθνή επιρροή και ρόλο ως μέλος της Ενωσης. Γι’ αυτό άλλωστε τόσο ο πρόεδρος Ομπάμα όσο και όλοι οι άλλοι υπεύθυνοι ηγέτες υποστηρίζουν την παραμονή της στην Ενωση. Οι μόνοι που έχουν ταχθεί υπέρ της εξόδου είναι ο ρώσος πρόεδρος Β. Πούτιν και ο ρεπουμπλικανός υποψήφιος Ντ. Τραμπ και αυτό από μόνο του λέει πολλά για το πόσο επικίνδυνο μπορεί να είναι το Brexit. Και βεβαίως όλες οι ακραίες, εθνολαϊκιστικές δυνάμεις Δεξιάς και Αριστεράς είναι υπέρ του Brexit. Και αυτό λέει ακόμη περισσότερα. Το Εργατικό Κόμμα της Βρετανίας έχει ταχθεί ενθουσιωδώς υπέρ της παραμονής με το σημαντικό και ορθό επιχείρημα ότι η συμμετοχή στην Ενωση εγγυάται τα δικαιώματα των εργαζομένων και το κοινωνικό κράτος. Προσλαμβάνει δηλαδή την Ευρωπαϊκή Ενωση ως ένα κατά βάση «σοσιαλδημοκρατικό εγχείρημα» (και όχι ως νεοφιλελεύθερο, όπως είναι η μόνιμη επωδός των εγχώριων αριστερών). Αλλά όποιες κι αν είναι οι συνέπειες για τη Βρετανία, θα είναι το τίμημα μιας δημοκρατικής επιλογής και επομένως ας το καταβάλουν.
Για την Ευρωπαϊκή Ενωση το ενδεχόμενο της αποχώρησης θα είναι ίσως ανεπανόρθωτα ζημιογόνο. Βεβαίως η πρώτη αντίδραση της Ενωσης στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο θα είναι η επιτάχυνση της ενοποίησης στους τομείς που προαναφέραμε (άμυνα, ΟΝΕ, κ.α.). Ωστόσο η Ενωση θα βγει ακρωτηριασμένη και κυρίως θα έχει δημιουργηθεί ένα επικίνδυνο προηγούμενο που θα θελήσουν να αξιοποιήσουν κάθε είδους εθνολαϊκιστικές δυνάμεις σε πολλές χώρες-μέλη (Γαλλία, Ιταλία, Ολλανδία, Πολωνία, κ.ά.). Επομένως μπορεί να ανοίξει μια «διαδικασία ξηλώματος» του ενοποιητικού συστήματος που με τόσους κόπους οικοδομήθηκε εδώ και 60 χρόνια περίπου. Αλλά και αν ακόμη δεν συμβεί αυτό, οι άλλες πρακτικές συνέπειες θα είναι ιδιαίτερα βλαπτικές. Χωρίς τη Βρετανία στους κόλπους της η Ενωση θα είναι δύσκολο να ασκήσει αποτελεσματική και αξιόπιστη κοινή εξωτερική πολιτική. Από την άλλη μεριά, κάποιες θεμελιακές διακρατικές ισορροπίες θα ανατραπούν υπέρ της ισχυρότερης χώρας-μέλους, της Γερμανίας.
Η Ελλάδα έχει επίσης από πλευράς της κάθε λόγο να επιθυμεί την παραμονή του Ην. Βασιλείου στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Βεβαίως καθώς το Η.Β. δεν συμμετέχει στην ευρωζώνη / ΟΝΕ και στη ζώνη Σένγκεν δεν διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στη διαχείριση των ελληνικών κρίσεων (οικονομική, προσφυγική). Διαδραματίζει όμως κρίσιμο ρόλο «στα πράγματα» της Αν. Μεσογείου (Κυπριακό, Μ. Ανατολή, κ.ά.). Επιπλέον, η διατήρηση των διακρατικών θεσμικών ισορροπιών με την παραμονή του Ην. Βασιλείου εξυπηρετεί τα πάγια συμφέροντα της χώρας. Και, τέλος, έχει πολλαπλή σημασία για την Ελλάδα να μη δημιουργηθεί ένα «κακό προηγούμενο» εξόδου χώρας από την Ενωση.
Επομένως και σε αυτό το δημοψήφισμα ψηφίζουμε –νοηματικά –«Ναι» υπέρ της παραμονής, υπέρ του «Μένουμε όλοι, Αγγλοι, Γάλλοι, Ελληνες, Ευρώπη». Και σε αυτό το δημοψήφισμα ένα ενδεχόμενο «Οχι» δεν μπορεί εύκολα να γίνει «Ναι».
Ο κ. Παναγιώτης Κ. Ιωακειμίδης είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ