από metereologos.gr
Τρίτη 22 Μαΐου 2018
 
 

Ελα, πάρε μου τη λύπη

Ελα, πάρε μου τη λύπη
Αλεξάνδρα Αϊδίνη, Λένα Παπαληγούρα, Ιωάννα Παππά, οι «Τρεις αδελφές» της παράστασης του Δημήτρη Τάρλοου
εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

 

Ο Τσέχοφ δεν άντεχε τα βογκητά και τις γκρίνιες. Του έδιναν στα νεύρα. Στη διάρκεια των δοκιμών για το πρώτο ανέβασμα των «Τριών αδελφών», το 1900, στο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας, έλεγε στη σύζυγό του και ηθοποιό Ολγα Κνίπερ, η οποία θα ερμήνευε τη Μάσα: «Μην έχεις θλιμμένο ύφος. Θυμωμένο ναι, αλλά όχι θλιμμένο. Οι άνθρωποι που κουβαλούν στενοχώρια στην καρδιά τους για πολύ καιρό και το έχουν συνηθίσει, σφυρίζουν μόνο και συχνά βυθίζονται σε σκέψεις. Οπότε, μπορείς να είσαι σκεπτική κατά τη διάρκεια των συζητήσεων...».

Αυτή η κατάρα της «κατάθλιψης» έμελλε να στοιχειώσει τις «Τρεις αδελφές» και γενικότερα το έργο του Τσέχοφ. Ηρωες αποτυχημένοι, εγκλωβισμένες ψυχές, έρωτες χωρίς ανταπόδοση, προσδοκίες προδομένες, όνειρα τσαλαπατημένα... Τι άλλο συστατικό χρειάζεται για να οικοδομηθεί μια ατμόσφαιρα καταχνιάς; Πολλοί σύγχρονοι του θεατρικού συγγραφέα, μάλιστα, έβρισκαν το κείμενο ασήκωτο: «Δεν άντεξα να φτάσω ως το τέλος των "Τριών αδελφών"» σημείωνε ο Τολστόι, «...ποιο το νόημα;».

Κι όμως το ίδιο το έργο αντιτίθεται σε κάθε πέπλο πένθους. Διαπνέεται από μια τρομερή ρευστότητα, μια εντυπωσιακή αίσθηση χαλαρότητας και φυσικότητας: δύο άνθρωποι μιλούν, ένας τρίτος τους διακόπτει για να πει κάτι άσχετο ή να δώσει ένα δωράκι στη μικρότερη αδερφή, μετά τσακώνονται με αφορμή μια λέξη. Ο Γιατρός σπάει ένα ρολόι, η Ολγα παραπονιέται για πονοκεφάλους, η Μάσα σφυρίζει, ενώ εκτός σκηνής ακούγονται τραγούδια από μια μπάντα του δρόμου. Ο χρόνος περνάει, όλα τα καταπίνει, η θλίψη είναι μέρος της ανθρώπινης κατάστασης, ένα βάρος στην ψυχή αλλά και μια πηγή λυρισμού, μητέρα του γέλιου, μέγιστου αντικαταθλιπτικού, που απαλύνει τον πόνο της απώλειας και μας συμφιλιώνει με τη σκοτεινή πλευρά της ζωής.

Αυτό το κλίμα αβίαστων εναλλαγών, όπου η μελαγχολία της ύπαρξης συνυπάρχει αρμονικά με την αβάσταχτη ελαφρότητά της και η πιο ανώδυνη, καθημερινή φράση μπορεί να περικλείει τον σπαραγμό του τέλους, οικοδόμησε με θέρμη και αφοσίωση ο Δημήτρης Τάρλοου. Οταν ο απατημένος και ελαφρώς γελοίος Κουλίγκιν βάζει ένα ψεύτικο μούσι και χοροπηδάει σαν χαζός προκειμένου να φτιάξει τη διάθεση της συζύγου Μάσας, που μόλις αποχαιρέτησε τον εραστή της, η σκηνή ακτινοβολεί. Η γενναία αγάπη ενός άνδρα, που καταπίνει την περιφρόνησή του και προσπαθεί με όπλο μια αστεία γκριμάτσα να παρηγορήσει τρυφερά τη γυναίκα που τον πρόδωσε, αναδύεται αδιαπραγμάτευτη. Η είσοδος του Κώστα Κορωναίου στη σκηνή - που φωνάζει με την υπερβολικά ένρινη φωνή του «Δεν πειράζει, άσ' την να κλάψει, άσ' την...» τη στιγμή που ο Βερσίνεν, ο αγαπημένος της Μάσας, έχει μόλις αποχωρήσει διά παντός - έρχεται να εκφράσει ιδανικά την αντίληψη του Τσέχοφ για τη δραματικότητα: δεν κραυγάζει και δεν μιμείται την τραγωδία. Βάζει ένα «μούσι» και χορεύει αμήχανα παλεύοντας να υπερβεί τη μιζέρια μέσω του χιούμορ.

Μια καλοχτισμένη παράσταση, με μελετημένες επιλογές ηθοποιών, που προσπαθούν να δώσουν τον καλύτερο εαυτό τους. Το παρακάνουν καμιά φορά, ιδίως οι γυναίκες, και νομίζω το σύνολο θα ωφελούνταν σημαντικά αν κατέβαζαν λίγο τους τόνους. Οι άνδρες, αντιθέτως, δεν πάσχουν από αυτό το πρόβλημα (με εξαίρεση τον Γιώργο Μπινιάρη ως γιατρό, που χάνεται μέσα σε μια κούφια υπερβολή). Ο Παντελής Δεντάκης πλάθει συγκινητικά τον δικό του «ήρεμο» Τούζενμπαχ, ενώ ο Δημήτρης Μπίτος δημιουργεί με πειστικότητα έναν «πειραγμένο», έτοιμο να εκραγεί, Σολιόνι. Ο Λαέρτης Μαλκότσης, ως μεγαλύτερος αδερφός, μεταδίδει δυναμικά την αίσθηση ενός ανθρώπου που έπεσε θύμα των επιλογών του - που έβγαλε τα μάτια του μόνος του - και βρίσκει αποκούμπι πλέον μόνο στη μουσική του.

Η Αλεξάνδρα Αϊδίνη συνθέτει ένα συναρπαστικό πορτρέτο της μεγαλύτερης αδελφής ως νευρωτικής γυναίκας του σήμερα. Αν και γοητευτικές ως παρουσίες, η Ιωάννα Παππά και η Λένα Παπαληγούρα θα μπορούσαν, νομίζω, να προσδώσουν μεγαλύτερη ιδιαιτερότητα στις ηρωίδες τους.

Εύστοχες οι απευθύνσεις των αδελφών στο κοινό - είτε ατομικά είτε «εν χορώ» -, σε μια προσπάθεια να συνδεθεί η ασφυξία της επαρχιακής ζωής με τη δική μας ασφυξία σε μια Ελλάδα που πνίγεται. Τέλος, στα μεγάλα προτερήματα της παράστασης συγκαταλέγεται η σκηνογραφική σύλληψη της Ελένης Μανωλοπούλου: μια αίθουσα αναμονής - εκεί όπου τελικά διαδραματίζεται η ζωή μας - στην πιο καλαίσθητη εκδοχή.



ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ
Γνώμες περισσότερες ειδήσεις

εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 
 
σχόλια (0)
 
 
απομένουν 700 χαρακτήρες
Τα πεδία που είναι σημειωμένα με * είναι υποχρεωτικά
 
Τα μηνύματα που δημοσιεύονται στο χώρο αυτό εκφράζουν τις απόψεις των αποστολέων τους. Το ΒΗΜΑ δεν υιοθετεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο τις απόψεις αυτές. Ο καθένας έχει δικαίωμα να εκφράζει την γνώμη του, όποια και να είναι αυτή. Δεν δημοσιεύονται συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια και όσα είναι γραμμένα με κεφαλαία γράμματα. Τέτοια μηνύματα θα διαγράφονται όποτε εντοπίζονται.