Στη δεκαετία του 1990 ένα μεγάλο προγραμματικό κύμα, με επίκεντρο τις επεξεργασίες του «Τρίτου Δρόμου», επηρέασε όλα τα σοσιαλιστικά κόμματα της Ευρώπης. Αυτό το κύμα επέφερε μια έκρηξη πανεπιστημιακών και μη μελετών και αναλύσεων. Εκτοτε, παρά τα δραματικά γεγονότα της περιόδου 2007-2016, το ενδιαφέρον για αυτή την ιστορική πολιτική δύναμη, παρότι πάντοτε ενεργό, έχει υποχωρήσει. Η σύντομη και εκ των πραγμάτων ελλιπής «απογραφή» που ακολουθεί επιδιώκει να κατανοήσει την κατάσταση της Σοσιαλδημοκρατίας του παρόντος χρόνου.

Το εκλογικό πρόβλημα
. Η Σοσιαλδημοκρατία, σύμφωνα με υπολογισμούς μας, στο τέλος του 2013, σε 16 δυτικοευρωπαϊκές χώρες, είχε απολέσει 10 πλήρεις μονάδες εκλογικής δύναμης (από 33,2% σε 23,18%) ή περίπου 30% της ισχύος που είχε στις δεκαετίες του 1950 και του 1960. Είναι χαρακτηριστικό ότι η μεγάλη χρηματοπιστωτική κρίση και η κρίση χρέους επιτάχυναν, αντί να αναστρέψουν, την πτωτική δυναμική (και όχι μόνο στις χώρες του Νότου). Η μέση αυτή σωρευτική απώλεια δεν είναι παίξε γέλασε, είναι πολύ βαριά. Ο όρος «εκλογική κρίση», ο οποίος παραπέμπει σε κάποιας μορφής βραχύβια τάση, δεν προσιδιάζει στη νέα πραγματικότητα. Η σοσιαλδημοκρατική οικογένεια έχει για τα καλά εισέλθει σε άλλη –κατώτερη –ζώνη εκλογικής ισχύος. Εχει αλλάξει εκλογικό status. Στις δε χώρες της Κεντρικής και της Ανατολικής Ευρώπης η επιρροή της είναι ακόμη μικρότερη (με την εξαίρεση της Ρουμανίας και της Σλοβακίας).

Το πρόβλημα της ενιαίας ταυτότητας
. Η προς Ανατολάς διεύρυνση της Σοσιαλδημοκρατίας δεν παρήγαγε μια ενιαία πανευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατική ταυτότητα. Είκοσι πέντε χρόνια μετά την κατάρρευση του Τείχους, τα κόμματα της Ανατολικής Ευρώπης, συνήθως newcomers χωρίς κομματικό παρελθόν, όχι μόνον διαφέρουν από τα ομόλογα της Δυτικής Ευρώπης αλλά διαφέρουν σημαντικά και μεταξύ τους. Οπως έδειξαν οι J.-M. De Waele, F. Escalona και V. Mathieu (2014), τα κόμματα αυτά, χωρίς ιστορική αναφορά στη διαίρεση κεφαλαίου-εργασίας, χωρίς οργανωτικά δίκτυα αντίστοιχα των δυτικών κομμάτων και χωρίς κοινή δομή στα εκλογικά τους σώματα, χωρίς, θα προσθέταμε, μνήμες κομματικής συγκρότησης και πολιτικής κινητοποίησης αριστερού τύπου, έχουν μια ιδιαίτερα ασθενική ταυτότητα. Φιλελεύθερα στις οικονομικές προτιμήσεις, με λίγες ή καθόλου αναφορές στον πολιτισμικό φιλελευθερισμό και στην οικολογία, σε ορισμένες περιπτώσεις με αντιμεταναστευτική κουλτούρα (βλ. τις επανειλημμένες δηλώσεις του Σοσιαλδημοκράτη σλοβάκου πρωθυπουργού Ρόμπερτ Φίτσο), βουτηγμένα συχνά στη διαφθορά, συγκροτούν ταυτότητες δύσκολα κατατάξιμες με τα καθιερωμένα «δυτικά» κριτήρια. Αυτό το ανατολικό μωσαϊκό δεν είναι σοσιαλδημοκρατικό, δεν είναι μη σοσιαλδημοκρατικό. Είναι και τα δύο και τίποτε από τα δύο.

Το πρόβλημα της Ευρώπης.
Σε ένα από τα σημεία συνάντησης Δύσης και Ανατολής, στο Ευρωπαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα (ΕΣΚ), ο Βούλγαρος S. Stanichev διαδέχθηκε το 2011 στην προεδρία τον πολύ επιτυχημένο P. N. Rasmussen. Η εκλογή μιας προσωπικότητας χωρίς διεθνή αναγνωρισιμότητα και αυτόνομη ισχύ για να χειριστεί μια τόσο κρίσιμη ιστορική στιγμή δεν θα άξιζε να συζητηθεί αν δεν ήταν βαθύτατα συμβολική. Οι γερμανοί Σοσιαλδημοκράτες, συνεπικουρούμενοι από τους ομολόγους τους της Βόρειας και της Ανατολικής Ευρώπης, επέλεξαν συνειδητά, αντί μιας πλατφόρμας συντονισμού και συνεργασίας των σοσιαλιστικών ηγεσιών της Ευρώπης, την εθνική διαχείριση της κρίσης, αποδίδοντας απόλυτη προτεραιότητα στη διακυβερνητική μέθοδο. Ταυτόχρονα, με την πράξη αυτή, εγκατέλειψαν το αριστερό μεταρρυθμιστικό ρεπερτόριο της προηγούμενης ηγεσίας του ΕΣΚ, στη διατύπωση του οποίου είχαν παραδόξως και οι ίδιοι ενεργητικά συμβάλει.
Στη φάση της κρίσης, οι Σοσιαλδημοκράτες, αφού μαγεύτηκαν από την παγκοσμιοποίηση και τη σοφιστικέ βιτρίνα του χρηματοπιστωτικού τομέα –ελπίζοντας ότι οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης θα επιτρέψουν τη διατήρηση του ευρωπαϊκού κοινωνικού κράτους -, επέστρεψαν άρον άρον στη λογική του εθνικού συμφέροντος. Οι χειρισμοί της ελληνικής περίπτωσης το κατέδειξαν με τον πιο ανάγλυφο τρόπο. Γενικότερα, οι τρεις μεγάλες ευρωπαϊκές αποτυχίες των Σοσιαλδημοκρατών (αυτή του τέλους της δεκαετίας του 1990, όταν κυριάρχησαν στην Ευρώπη των «15», η απουσία πρωτοβουλιών προώθησης της «κοινωνικής Ευρώπης» και, πρόσφατα, η ασυνάρτητη εκ μέρους τους διαχείριση της κρίσης χρέους) επιβεβαίωσαν τους φόβους ότι η ευρωπαϊκή ενοποίηση λειτουργεί περισσότερο ως παγίδα παρά ως ευκαιρία για την Αριστερά. Φυσικά, το κοινοτικό πλαίσιο, για πολλούς λόγους, είναι δυσμενές για κάθε δύναμη που προωθεί ένα σχέδιο σοβαρού μετασχηματισμού (strong reformism) των θεσμών και της οικονομίας. Τα ελαφρυντικά είναι συνεπώς πολλά. Ωστόσο, τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, και της Ανατολής και της Δύσης, επέδειξαν μια οξυμμένη ικανότητα κατά συμφέρον και κατά περίπτωσιν προώθησης των εθνικών προτεραιοτήτων –σε βάρος μιας σοσιαλδημοκρατικής ευρωπαϊκής μεταρρυθμιστικής πολιτικής. Οι διαιρέσεις παρέλυσαν την ευρωπαϊκή τους δράση. Εντός της ΕΕ το brand name «Σοσιαλδημοκρατία» ταυτίστηκε με την πολιτική δειλία, την έλλειψη συνοχής και διακριτής φυσιογνωμίας.
Συνολικά, η κατάρρευση του σεναρίου της αυτορρύθμισης των αγορών σάρωσε τον εσώτατο πυρήνα των ιδεών του «Τρίτου Δρόμου», δημιουργώντας ένα μεγάλο κενό οράματος και πολιτικής. Διχασμένη ανάμεσα στις πολιτικές λιτότητας, στον ρητορικό ευρω-κεϊνσιανισμό και στις ανεπαρκείς επεξεργασίες της «πράσινης ανάπτυξης», η μεγάλη αυτή ιστορική παράταξη στερείται εναλλακτικού προγράμματος. Στην ουσία, οι Σοσιαλιστές, και η Αριστερά στο σύνολό της, έχουν παγιδευτεί στο εσωτερικό του δίπολου παγκοσμιοποίηση – ΕΕ. Το δίπολο δρα ως παράγοντας τριπλής αποδόμησης της σοσιαλδημοκρατικής ταυτότητας: αποδομεί την κυβερνητική αποτελεσματικότητα, την ικανότητα προώθησης μεγάλων αλλαγών και την προγραμματική καινοτομία.
Αναμφίβολα, οι νέες πολιτικές, όπως και οι νέες ταυτότητες, παράγονται σε περιόδους ιστορικής κρίσης, συνήθως ενάντια στο όποιο –και όσο –δυσμενές πλαίσιο. Αναμφίβολα, επίσης, η πολιτική εξακολουθεί να είναι σκακιέρα με παίκτες, όχι σκακιέρα με πιόνια. Και πολλοί Σοσιαλδημοκράτες έχουν πλήρως αντιληφθεί ότι η υπέρβαση των θεσμικών και οικονομικών καταναγκασμών απαιτεί όχι απλώς διεθνική συνεργασία, στρατηγική δεξιοτεχνία και οικονομική τεχνογνωσία αλλά και ισχυρό πολιτικό βολονταρισμό. Ωστόσο, τα προηγούμενα δεν εμποδίζουν μια βασική σκέψη: η Σοσιαλδημοκρατία, σε έναν βαθμό με δική της ευθύνη, σε μεγάλο βαθμό λόγω μακροεξελίξεων που δεν μπορούσε να ελέγξει, έχει εισέλθει σε ένα σκοτεινό τούνελ. Τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, η απαισιοδοξία για το μέλλον της είναι πιο ισχυρά τεκμηριωμένη από την αισιοδοξία.
Ο κ. Γεράσιμος Μοσχονάς είναι αναπληρωτής καθηγητής Συγκριτικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ