Το ανέβαλλα διαρκώς. Ηξερα πως θα μου έτρωγε μέρες και πως, ακόμη και αν το ξεκινούσα με όρεξη, θα γινόταν στη συνέχεια κουραστικό. Απέφευγα την ίδια στιγμή τη συναισθηματική βουτιά στο παρελθόν, που δεν είναι πάντα εύκολη ούτε ευχάριστη. Τις προάλλες, και ενώ βρισκόμουν σε διάθεση συμμαζέματος, αφού τελείωσα με τα συρτάρια, τις ντουλάπες (ευτυχώς δεν έχω πολλές) και τα βιβλία στη βιβλιοθήκη, πήρα τη γενναία απόφαση: θα έφτιαχνα και τις φωτογραφίες μου που βρίσκονταν σκορπισμένες, άλλες μέσα σε χάρτινα κουτιά, άλλες σε άλμπουμ και άλλες (όσες τραβήχτηκαν τα τελευταία χρόνια με ψηφιακές μηχανές ή με το κινητό μου) μέσα σε τρεις διαφορετικούς εξωτερικούς σκληρούς δίσκους.
Η ανάγκη να υπάρχει τάξη στο περιβάλλον που ζω με υποχρέωσε να κοιτάξω από την αρχή όλη μου τη ζωή, βάζοντας σε χρονολογική σειρά το χάος, πετώντας τις κουνημένες και τις διπλοτυπωμένες, διαγράφοντας εκείνες που δεν ήθελα, ώστε να κάνω χώρο στην ηλεκτρονική μνήμη, όπου αποθηκεύω πλέον τις αναμνήσεις μου.
Ξεκίνησα από τις ασπρόμαυρες πόζες των προγόνων μου: Πύργος Τήνου, αρχές του αιώνα. Εδώ τα πράγματα ήταν εύκολα. Μερικές αυστηρές πόζες του προπάππου και της προγιαγιάς και καμιά δεκαριά των επτά κοριτσιών τους (ανάμεσά τους και η γιαγιά μου). Στις φωτογραφίες της γιαγιάς στάθηκα λίγο περισσότερο, καθώς και στις φωτογραφίες της αδελφής της, της Μαρίνας, που ήταν άρρωστη (από τι;), πέθανε στα 36 της και κανείς δεν θυμάται κάτι περισσότερο για εκείνη. Θα ήθελα να γνωρίζω λεπτομέρειες για όλους αυτούς, παραμένουν όμως (οι περισσότεροι) άγνωστοι σε εμένα, οπότε εύκολα, χωρίς πολλούς συναισθηματισμούς, τους ταξινόμησα στο καινούργιο κουτί που θα τους φιλοξενεί από εδώ και πέρα.

Επειτα πέρασα στα χρόνια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και στις δεκαετίες του ’50 και του ’60, στην Αθήνα πλέον, όπου ζούσε η οικογένειά μου. Πρόσωπα αναγνωρίσιμα εδώ, ασπρόμαυρα στιγμιότυπα από εκδρομές και συγκεντρώσεις. Τους τακτοποίησα και αυτούς (300 φωτογραφίες ήταν όλες κι όλες), με χρονολογική σειρά, και προχώρησα προς τη δεκαετία του ’70. Εγώ μωρό, εγώ να μπουσουλάω στο Ντέρμπαν της Νότιας Αφρικής ή με φόντο τον Περσικό Κόλπο (μέχρις εκεί έφτασε η χάρη μου), οι γονείς μου στη γέφυρα ενός γκαζάδικου, οι συμμαθητές μου στο σχολείο, φίλοι, συγγενείς, η ζωή μου.
Αρχειοθετούσα ανατρέχοντας με συγκίνηση σε γεγονότα και πρόσωπα. Για να περάσω στο ύστατο στάδιο της γλυκόπικρης «αγγαρείας», το ψηφιακό. Εδώ αντιμετώπισα το απόλυτο χάος. Και συνειδητοποίησα πόσο η τεχνολογία, που έχει κάνει και τη φωτογραφία τόσο εύκολη υπόθεση, την έχει την ίδια στιγμή, διά αυτής της ευκολίας, ευτελίσει. Τα τελευταία χρόνια, παρασυρόμενος από τα κομφόρ και τις ανέσεις της υπερσύγχρονης μηχανής μου, τραβούσα χιλιάδες φωτογραφίες, τις οποίες ουδέποτε κάθησα να δω. Από τις πολύτιμες, επειδή ήταν μοναδικές, πόζες του παρελθόντος είχα περάσει στην απόλυτη υπερβολή των 100 λήψεων το δευτερόλεπτο: κλικ, κλικ και ξανά κλικ, το ίδιο και το ίδιο πλάνο, πέντε, δέκα, είκοσι φορές, ώστε να έχω να διαλέξω κάποτε (δηλαδή ποτέ) την καλύτερη λήψη. Ετσι, στο ψηφιακό άλμπουμ «Ιούνιος 2005, Τήνος» βρήκα 7.879 πόζες, όλες τραβηγμένες μέσα σε 15 ημέρες, στο «Σκωτία» 13.456 πόζες (από ένα ταξίδι δέκα ημερών), στο «Κωνσταντινούπολη» 9.568 πόζες…

Επρεπε να ελέγξω και να ξεκαθαρίσω περισσότερες από 100.000 φωτογραφίες, οι οποίες κάλυπταν περίπου μία δεκαετία της ζωής μου. Αδύνατον! Εριξα μια πολύ γρήγορη ματιά, μπούχτισα, κουράστηκα, ζαλίστηκα, έκλεισα τον υπολογιστή και ορκίστηκα πως θα ξαναβρώ το μέτρο που είχα απολέσει. Πως θα ξαναδώσω αξία σε αυτή τη μοναδική στιγμή που ανοίγει το διάφραγμα –ή όπως αλλιώς το λένε τώρα –της μηχανής και απαθανατίζει ένα χαμόγελο, ένα γέλιο, ένα βλέμμα. Ενα! Μία φορά! Μία στιγμή! Μία ανάμνηση!

* Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 29 Φεβρουαρίου 2016

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ