Πρώτα μερικοί αριθμοί. Τα δύο κρατικά κανάλια που με ζητωκραυγές ανέστησε η κυβέρνηση έχουν αθροιστικά 7% μέση ημερήσια τηλεθέαση –μικρότερη από όσο κάνουν μόνοι τους ο ΣΚΑΪ και το Εpsilon, τα δύο μικρότερα ιδιωτικά κανάλια.
Την ΕΡΤ παρακολουθούν 147.000 άνθρωποι (104.000 την ΕΤ1 και 43.000 την ΕΤ2) σε ένα σύνολο 2,1 εκατομμυρίων τηλεθεατών.
Οι δύο εφημερίδες που υποστηρίζουν τον ΣΥΡΙΖΑ («Η Αυγή» και «Η Εφημερίδα των Συντακτών») πουλάνε αθροιστικά κάθε μέρα περίπου 11.000 φύλλα, το 12% της κυκλοφορίας των ημερήσιων εφημερίδων.
Το Σάββατο φτάνουν περίπου τα 17.000 φύλλα, πάλι 12% της συνολικής κυκλοφορίας. Την Κυριακή, η «Αυγή» πουλάει 3.600 φύλλα –ας μην το σχολιάσουμε περαιτέρω, εμπίπτει στον νόμο περί ασέμνων.
Γενικώς ελάχιστοι ενδιαφέρονται να ενημερωθούν από τον ΣΥΡΙΖΑ, παρότι όποιος θέλει είναι ελεύθερος να βλέπει ΕΡΤ ή να αγοράζει «Αυγή». Δεν είναι ακατανόητο λοιπόν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχει αποφασίσει πως η ενημέρωση στην Ελλάδα πάσχει!
Το φαινόμενο της επινόησης μιας «ενημέρωσης που είναι αμαρτωλή» όταν δεν είναι «η ενημέρωση που μας βολεύει» δεν είναι ελληνικό –έχει δίκιο ο Χρ. Βερναρδάκης…
Ξεκίνησε από τη Λατινική Αμερική. Εκεί, διάφορες πολιτικές δυνάμεις οριακής δημοκρατικότητας σε διάφορες χώρες οριακής δημοκρατίας εφηύραν από τη δεκαετία του ’90 ένα «αμαρτωλό τρίγωνο τραπεζών – πολιτικού κατεστημένου – ΜΜΕ». Στόχος τους ήταν να πάρουν τις τράπεζες, να ελέγξουν τα ΜΜΕ και να καθυποτάξουν τους αντιπάλους που αποτελούν το «πολιτικό κατεστημένο».
Συνέβη στη Βενεζουέλα και στον Ισημερινό. Επιχειρήθηκε στην Αργεντινή και στο Περού.
Το ζητούμενο αυτών των κινημάτων (της Αριστεράς, συνήθως…) ήταν να ελέγξουν όποια ενημέρωση και κατ’ επέκταση όποια κέντρα επιρροής δεν αποδέχονταν τον έλεγχό τους.
Οποιος διαβάσει την Αν Απλμπαουμ («Iron Curtain: The Crushing of Eastern Europe, 1944-1956») θα διαπιστώσει ότι πρόκειται για μια σύγχρονη παραλλαγή των μεθόδων που χρησιμοποίησαν οι σοβιετικές αρχές κατοχής για να εγκαθιδρύσουν τα καθεστώτα της Ανατολικής Ευρώπης. Απλώς τότε ήταν το ραδιόφωνο, τώρα η τηλεόραση.
Η βασική λογική είναι εκείνη που με σαφήνεια διατύπωσε ο Βερναρδάκης: ότι η αυτονόμηση διαφόρων πόλων εξουσίας σε μια χώρα αποτελεί αρνητικό φαινόμενο, «παθογένεια».
Τη στιγμή που η σύγχρονη δημοκρατία αυτό ακριβώς επιδιώκει. Τη συνύπαρξη πολλών και διαφορετικών κέντρων εξουσίας, εθνικών και υπερεθνικών, που αλληλοσυμπληρώνονται, αλληλοπεριορίζονται και αλληλοελέγχονται στο πλαίσιο της δημοκρατίας.
Απέναντι σε αυτή τη σύγχρονη και γενικώς αποδεκτή δημοκρατική λογική, η κυβέρνηση αντιπαραθέτει την αντίληψη ενός συστήματος όπου όλα θα ελέγχονται («θα ρυθμίζονται», πιο ευγενικά…) από μια κυβερνητική πλειοψηφία που εκπροσωπεί μονοπωλιακά την εξουσία.
Υπό αυτή την έννοια, το πρόβλημα δεν είναι οι τηλεοπτικές άδειες, το ΕΣΡ ή τα συμφέροντα. Δεν είναι καν η ποιότητα της ενημέρωσης.
Είναι η επιδίωξη ενός «ελεγκτικού καθεστώτος» το οποίο θα «ρυθμίζει» τα πάντα, από τη φορολογία και την ενημέρωση έως την οικονομική δραστηριότητα και τις ανεξάρτητες Αρχές. Και το οποίο στον έλεγχο θα στηρίζει την ισχύ και την αναπαραγωγή του.
Κάτι σαν τον χωροφύλακα που αποτελούσε κάποτε μονοπρόσωπη ελεγκτική αρχή των πάντων σε κάθε χωριό.
Για την εγκαθίδρυση ενός τέτοιου καθεστώτος ο έλεγχος της ενημέρωσης είναι θεμελιώδης –κυρίως αφότου η κυβέρνηση απέτυχε να ελέγξει τις τράπεζες, την άλλη άκρη του «αμαρτωλού τριγώνου»
Τελικά, ποιο είναι το πρόβλημά τους; Πολύ απλά ότι η δική τους εκδοχή των πραγμάτων δεν ανταποκρίνεται στην κρατούσα πρόσληψή τους, όπως μεταδίδεται από τα λεγόμενα «συστημικά Μέσα».
Θεωρητικά, αυτό είναι η δημοκρατία. Πρακτικά, «Παππάς που τους χρειάζεται!» απειλούσε προχθές η «Αυγή», επειδή κάτι δεν της άρεσε στις ειδήσεις.
Με άλλα λόγια, αν η πραγματικότητα διαφωνεί με τη σκοπιμότητα, τότε πρέπει να την πληρώσει η πραγματικότητα.
Απλώς (όπως απεδείχθη και στο πρώτο εξάμηνο ΣΥΡΙΖΑ) η πραγματικότητα είναι συνήθως ξεροκέφαλη. Και εκδικείται.
Σάτιρα ή χυδαιότητα;
Η κριτική είναι κριτική όταν αφορά κάτι που ο άλλος είπε ή έκανε. Το ίδιο ισχύει για τη σάτιρα.
Οταν η κριτική κρίνει ή χλευάζει αυτό που ο άλλος είναι, τότε δεν πρόκειται για κριτική, αλλά για χυδαιότητα. Το ίδιο ισχύει και για τη σάτιρα.
Με άλλα λόγια, όλες οι απόψεις και όλες οι συμπεριφορές μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο κριτικής, άρα και σάτιρας. Καλόγουστης ή κακόγουστης, αδιάφορο.
Μόνο χυδαίοι ωστόσο κρίνουν ή σατιρίζουν αν ο άλλος είναι ψηλός ή κοντός, παχύς ή αδύνατος, λευκός ή μαύρος, ετεροφυλόφιλος ή ομοφυλόφιλος, άρρωστος ή ανάπηρος.
Δυστυχώς, όμως, και η χυδαιότητα είναι μια μορφή αναπηρίας. Δεν διορθώνεται.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ