«Μαµά, φύγαµε από τη µαύρη ζωή!» μου είπε ο επτάχρονος γιος μου μέσα στο Blue Star Ferry, «καθ’ οδόν» για μια τριήμερη απόδραση στην Πάρο στα μέσα του περασμένου, πύρινου Ιουλίου. Το σχόλιο ήταν πειρακτικό (ο μικρός με έβλεπε επί σειρά ημερών εν εξάλλω καταστάσει). Συμπύκνωνε όμως το πνεύμα της μίνι, «δανεικής» (φιλοξενηθήκαμε, όπως η συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων εφέτος, σε σπίτι φίλων) και βέβαια σκανδαλώδους για το οικογενειακό μπάτζετ μας απόδρασης: φεύγεις προσωρινά από τη «μαύρη ζωή» των capital controls για να επαναφορτιστείς και να γυρίσεις να παλέψεις μαζί της σώμα με σώμα.
Τελικώς, η κρίση ήρθε, μεταξύ άλλων, να επαναπροσδιορίσει την αξία της κατανάλωσης εμπειριών έναντι της κατανάλωσης αντικειμένων. Ητοι να μας υπενθυμίσει ότι καλύτερα να ξοδεύεις για να ζεις παρά για να αγοράζεις. Το επιβεβαιώνει η έρευνα του Τόμας Τζίλοβιτς, κλινικού ψυχολόγου στο αμερικανικό Πανεπιστήμιο Κορνέλ, που δημοσιεύθηκε πρόσφατα στην επιθεώρηση Experimental Social Psychology. «Αγοράζουμε πράγματα για να νιώσουμε ευτυχείς και το κατορθώνουμε. Ομως μόνο για λίγο. Τα καινούργια αγαθά είναι συναρπαστικά στην αρχή, αλλά μετά τα συνηθίζουμε» λέει ο Τζίλοβιτς. Ετσι, μια εκδρομή ή μια θεατρική παράσταση σου «αγοράζουν» πολύ περισσότερη ευτυχία απ’ ό,τι ένα iPhone 6 Plus (ιδιαίτερα όταν ως χώρα καταλαμβάνεις πανηγυρικά την 102η θέση, σύμφωνα με την Παγκόσμια Εκθεση Ευτυχίας 2015 των Ηνωμένων Εθνών).
Οσον αφορά την κατανάλωση υλικών αγαθών, το βασικό πρόβλημα είναι αυτό που οι ψυχολόγοι αποκαλούν «hedonic adaptation» (ηδονική προσαρμογή), την αγνώμονα δηλαδή ανθρώπινη τάση να συνηθίζεις τόσο πολύ μια θετική κατάσταση, ώστε να τη θεωρείς δεδομένη και να μην αντλείς πλέον από αυτήν την παραμικρή χαρά. Οπως καταθέτει ο προαναφερθείς Τζίλοβιτς, οι εμπειρίες έχουν ένα δυνατό αβαντάζ έναντι των καταναλωτικών αγαθών: δημιουργούν, όταν κοινοποιούνται σε άλλους, έναν πολύ πιο ισχυρό συναισθηματικό δεσμό. Είναι δηλαδή πιθανότερο να έρθεις πολύ πιο κοντά με κάποιον που είχε πάει όπως εσύ, πριν από πέντε ακριβώς καλοκαίρια, στη Φολέγανδρο ή με κάποιον που είδε επίσης προχθές σε θερινό σινεμά την ταινία «Ο κύριος Χολμς» με τον Ιαν Μακ Κέλεν από ό,τι με εκείνον που έχει όπως και εσύ μια τηλεόραση 4K (Ultra High Definition).
Διότι η κατανάλωση εμπειριών, παρότι φαινομενικά εγωκεντρική, γίνεται πάντα σε συσχέτιση με τους άλλους. Καταναλώνεις «κάτι» το οποίο στη συνέχεια γίνεται κομμάτι της ταυτότητάς σου, γίνεται εσύ· ταυτόχρονα όμως μπορείς να το θυμάσαι, να το αφηγείσαι, να το μοιράζεσαι. Σημειωτέον ότι ακόμη και οι αρνητικές εμπειρίες έχουν την ίδια ακριβώς ισχύ. Βγαίνεις για ποτό με φίλους και η ιστορία με τη φριχτή δηλητηρίαση που έπαθες το 2001 σε τρατορία στο Τραστέβερε της Ρώμης έχει καταφέρει (με την εξιδανικευμένη ασφαλώς αποστασιοποίηση που δημιουργεί η πατίνα του χρόνου) να μεταλλαχθεί σε ένα υπέροχο, αυτοβιογραφικό αφήγημα. Κάτι βέβαια που δεν θα μπορούσε να γίνει αν απλώς πληροφορούσες κάποιον πόσα καράτια είναι το δαχτυλίδι σου ή πόσο γρήγορο είναι το CPU στο laptop σου.
Η ιστορία των «κραχ» έχει να καταδείξει ότι η εμπειρία γίνεται αργά ή γρήγορα το αντίδοτο. Στην αμερικανική κρίση του 2008 αρκετά καταστήματα κλήθηκαν να ανταποκριθούν στις νέες, «υπαρξιακές» ανάγκες των καταναλωτών. Παραδείγματος χάριν, η παντοδύναμη αλυσίδα Walmart διείδε τη χειμαρρώδη επιστροφή των Αμερικανών στο cocooning –διακοπές στον κήπο του σπιτιού σου, χειροποίητα μπέργκερ και οικογενειακές βραδιές με Μοnopoly –και προσαρμόστηκε αναλόγως. Δεν αρκέστηκε στα προφανή (σχάρες για μπάρμπεκιου, επιτραπέζια παιχνίδια κ.ο.κ.). Αρχισε να προτείνει μέσα από τις βιτρίνες των καταστημάτων της τρόπους να μετατρέψεις την αυλή του σπιτιού σου σε καρτ ποστάλ από τα Απαλάχια Ορη ή στο πιο πλήρως εξοπλισμένο home movie theater. Με άλλα λόγια, η Walmart πουλούσε πλέον συνειδητά εμπειρίες. Σου προσφέρουν διαφυγή όταν η ζωή σου είναι μαύρη, δεν τις βαριέσαι και αποκλείεται κάποια στιγμή να πεις ότι δεν ταιριάζουν με το χρώμα του τοίχου στην τραπεζαρία.

* Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 9 Αυγούστου 2015

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ