Πριν από λίγες εβδομάδες με προσκάλεσαν οι διαμένοντες στην Τεκόα, μια εποικισμένη περιοχή της Δυτικής Οχθης, για να τους μιλήσω για το μυθιστόρημά μου «Ο λόφος» –ένα μυθιστόρημα που αναφέρεται σε έναν εβραϊκό εποικισμό όχι και πολύ διαφορετικό από τον δικό τους -, για τους διάφορους χαρακτήρες του βιβλίου και τις σχέσεις που αναπτύσσουν τόσο μεταξύ τους όσο και με τον υπόλοιπο κόσμο: τους Παλαιστινίους, τον στρατό, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, τους πολιτικούς.
Ηταν ένα ευχάριστο απόγευμα. Ορισμένοι άσκησαν κριτική σε ό,τι αντιλήφθηκαν ως μια στερεοτυπική αναπαράσταση των «ακροδεξιών εποίκων» από έναν «αριστερό συγγραφέα του Τελ Αβίβ», αλλά οι περισσότεροι χαρακτήρισαν το μυθιστόρημα έντιμο, ακριβές, χωρίς καμία πολιτική στόχευση. Μου μίλησαν για τα συναισθήματά τους, πώς ένιωσαν διαβάζοντας για τις ζωές τους από την οπτική γωνία ενός εξωτερικού παρατηρητή.
Προσπαθήσαμε να μην υπεισέλθουμε σε πολιτικά ζητήματα –άλλωστε ο σκοπός της εκδήλωσης δεν ήταν αυτός –αλλά ο οικοδεσπότης δεν μπορούσε να συγκρατηθεί άλλο και ζήτησε κάποια στιγμή να εκθέσω και τις δικές μου απόψεις ως ένας άνθρωπος που πράγματι κατέβαλε μια ειλικρινή προσπάθεια να καταλάβει τους εποίκους, τα κίνητρα και τις ιδεολογίες τους. «Ναι» του είπα «πιστεύω ότι οι εποικισμοί συνιστούν πρόβλημα». Πνιχτά γέλια ακούστηκαν στην αίθουσα. «Περίμενε μόνο λίγες ημέρες» είπε κάποιος από το ακροατήριο «να πέσουν μερικές ρουκέτες ακόμη στο Τελ Αβίβ και τότε όλοι θα πεισθούν».
«Εκεί ακριβώς είναι το πρόβλημα» του αντέτεινα, «ότι δεν πείθεται ποτέ κανείς. Οτιδήποτε κι αν συμβεί, έρχεται απλώς να ενδυναμώσει τις ήδη προϋπάρχουσες πεποιθήσεις. Λέτε ότι δεν μπορούμε να εμπιστευθούμε τους Παλαιστινίους, ότι είναι βίαιοι, ότι θέλουν να σας εξοντώσουν, ότι δεν γίνεται να σταματήσετε να τους παρακολουθείτε, ούτε να τους αφήσετε να διαχειριστούν οι ίδιοι τις υποθέσεις τους, επειδή απλούστατα δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να στοιβάζουν όπλα και να ετοιμάζουν τις επιθέσεις τους. Λέμε ότι εμείς έχουμε τη μεγαλύτερη ευθύνη επειδή είμαστε η ισχυρή πλευρά, ότι εμείς είμαστε υπεύθυνοι, ότι εμείς προβαίνουμε στους εποικισμούς. Συνεχώς σπρώχνουμε τους Παλαιστινίους στην απελπισία και έτσι τους στρέφουμε σε μία μόνο επιλογή: τη βία. Δεν προσπαθούμε αρκετά για την επίτευξη μιας διπλωματικής λύσης. Πρέπει να φθάσουμε σε κάποιου είδους συμφωνία επειδή ο πόλεμος και η βία σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν λύση».
Το πράγμα έχει ως εξής: δεν είμαι σίγουρος τι είναι πιο καταθλιπτικό, η τρέχουσα κατάσταση, με όλον αυτόν τον θάνατο και την καταστροφή και τα νεκρά σώματα να συσσωρεύονται, ή το γεγονός ότι απολύτως συνειδητά δεν γίνεται τίποτα ούτως ώστε να διαρραγεί αυτός ο φαύλος κύκλος –τίποτε από όσα συμβαίνουν δεν πείθει ποτέ κανέναν για το οτιδήποτε. Τίποτε ποτέ δεν συγκλονίζει κανέναν προκειμένου να συναισθανθεί, να φθάσει σε αυτή την ευλογημένη συνειδητοποίηση. Ολοι απλώς σκάβουν βαθύτερα και αγκιστρώνονται ακόμη πιο δυνατά στις απόψεις τους. Εξετάζοντας τη δική μου κοινωνία –και αυτήν εξετάζω επειδή αυτή με ενδιαφέρει και αυτή προσδοκώ να αλλάξει –διαπίστωσα ότι το μόνο στο οποίο επιδίδεται τους τελευταίους μήνες είναι μια ατέρμονη συζήτηση, στην τηλεόραση, στο ραδιόφωνο, στο Facebook, στις ουρές των σουπερμάρκετ και στα ταξί. Μια ατέρμονη επανάληψη των ίδιων απόψεων, ξανά και ξανά, μια ατέλειωτη επιβεβαίωση και καμία, έστω και φευγαλέα, ματιά προς την υπέρβαση.
Ημουν στρατιώτης στη Γάζα πριν από 25 χρόνια, κατά την πρώτη Ιντιφάντα (Εξέγερση). Κάναμε περιπολίες στην πόλη, στα χωριά και σε καταυλισμούς προσφύγων και πέφταμε πάνω σε εξαγριωμένους εφήβους που μας πετούσαν πέτρες. Απαντούσαμε με δακρυγόνα και πυροβολώντας με πλαστικές σφαίρες στον αέρα. Εκείνες οι ημέρες μοιάζουν σήμερα με μια παλαιά, καλή και αθώα εποχή. Αυτό που έκτοτε διαπιστώνω είναι μια προϊούσα κλιμάκωση. Τα όπλα και οι επιθέσεις αυτοκτονίας αντικατέστησαν τις πέτρες, οι οποίες εσχάτως έχουν αντικατασταθεί από ρουκέτες και καλά προετοιμασμένες, εκπαιδευμένες και υποκινούμενες παραστρατιωτικές οργανώσεις.
Για εμένα είναι εύκολη η εξήγηση –το Ισραήλ τις περισσότερες φορές χρησιμοποίησε τη στρατιωτική του ισχύ, δεν έκανε μια ειλικρινή προσπάθεια να φθάσει σε μια δίκαιη συμφωνία, και βρέθηκε αντιμέτωπο με μια όλο και εντονότερη αντίσταση. Αντιλαμβάνομαι όμως και το πόσο περίπλοκα είναι τα πράγματα στην ιστορική τους προοπτική, τις πολλές πλευρές του ζητήματος. Προβληματίζομαι –γράφω μυθιστορήματα, με αυτόν τον τρόπο προσπαθώ να εισχωρήσω βαθύτερα και να αναδείξω τις ποικίλες πλευρές, άλλες αντιφατικές, άλλες παράλογες, αυτής της κατάστασης.
Καθώς παρατηρούσα την αίθουσα σ’ εκείνη την εποικισμένη περιοχή της Τεκόα –η οποία απέχει ακριβώς 15 χιλιόμετρα από το σημείο όπου στις 12 Ιουνίου, την ίδια ημέρα που άρχιζε το Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου στη Βραζιλία, τρεις νεαροί έποικοι απήχθησαν και δολοφονήθηκαν, το γεγονός δηλαδή που πυροδότησε την πλέον πρόσφατη σύρραξη –σκεφτόμουν κάτι άλλο. Σκεφτόμουν ότι εκείνη η συζήτηση στο συγκεκριμένο μέρος –ακόμη και αν οι συμμετέχοντες προερχόμασταν από δύο τελείως διαφορετικούς κόσμους με εκ διαμέτρου αντίθετες απόψεις και επιπλέον δεν επρόκειτο να αλλάξει ο καθένας τις απόψεις του επειδή έπεφταν ρουκέτες στο Τελ Αβίβ ή για οποιονδήποτε άλλον λόγο –ήταν τουλάχιστον μια πολιτισμένη, φιλική και ενδιαφέρουσα συζήτηση. Μια λογοτεχνική εκδήλωση, σε τελική ανάλυση. Και τότε σκέφτηκα ότι το πλέον καταθλιπτικό στην όλη ιστορία, πέραν της δεδομένης βίας, πέραν των αδιάσειστων ιδεολογικών κοινοτοπιών, είναι η τροπή που έχει πάρει αυτή τη φορά ο εσωτερικός διάλογος στην ισραηλινή κοινωνία.
Είναι, λοιπόν, τόσο πολεμοχαρής, απειλητικός, στενόμυαλος και άτεγκτος όσο δεν έχει υπάρξει ποτέ. Παρακολουθώ την τάση αυτή, αρχής γενομένης από την επέμβαση του Ισραήλ στη Γάζα το 2008, έκτοτε απλώς τη βλέπω να ενισχύεται –είναι σαν να ακούγεται μόνο μια φωνή, συντονισμένη από την κυβέρνηση και τον εκπρόσωπο του στρατού, είναι δε η μόνη φωνή που αντηχεί σε όλες τις γωνιές της χώρας μέσω μιας ομάδας πιστών μέσων ενημέρωσης –τα κυρίαρχα τηλεοπτικά κανάλια, οι κυρίαρχες εφημερίδες και ιστοσελίδες –και είναι η μοναδική φωνή. Οποιος επιχειρήσει να την αντικρούσει, να θέσει ερωτήματα, να διαμαρτυρηθεί εναντίον αυτής της φωνής και να παρουσιάσει μια διαφορετική απόχρωση από αυτήν της πλειοψηφίας είτε γελοιοποιείται, όταν δεν αντιμετωπίζεται με μια συγκαταβατική υπεροψία στις καλύτερες των περιπτώσεων, είτε απειλείται, διαβάλλεται ή δέχεται ακόμη και κανονικές επιθέσεις στις χειρότερες των περιπτώσεων.
Οσοι δεν «υποστηρίζουν τον στρατό μας» θεωρούνται προδότες και οι εφημερίδες που εκφράζουν αμφιβολίες για τις επιλογές και τις πράξεις των ενόπλων δυνάμεων κατηγορούνται ότι ρίχνουν το ηθικό της κοινωνίας. Σε μια αντιπολεμική πορεία διαμαρτυρίας που πραγματοποιήθηκε στο Τελ Αβίβ οι αριστεροί χτυπήθηκαν από «αντιδιαδηλωτές» της Ακροδεξιάς· ο δημοσιογράφος της εφημερίδας «Haaretz» Γκίντεον Λεβί, γνωστός εδώ και πολλά χρόνια για τις φιλοπαλαιστινιακές απόψεις του, όταν επέκρινε την ισραηλινή αεροπορία για τον βομβαρδισμό αμάχων και παιδιών, διασύρθηκε με τρόπο πρωτοφανή επειδή τόλμησε να πληγώσει την πολύτιμη ιερή αγελάδα της χώρας· ο φίλος μου, ο συγγραφέας Εντγκαρ Κέρετ που εξήγησε σε ένα άρθρο γνώμης γιατί ο ισραηλινός στρατός δεν μπορεί να κερδίσει αυτόν τον πόλεμο, και η σύζυγός του, η σκηνοθέτρια Σίρα Γκέφεν, η οποία ζήτησε από όσους πήγαν να παρακολουθήσουν μια ταινία της να σταθούν τηρώντας ενός λεπτού σιγή σε ένδειξη σεβασμού προς τα αδικοχαμένα παιδιά της ισραηλινής επιθετικότητας, έλαβαν απειλές για τις ζωές τους και τις ζωές των παιδιών τους. Η διάσημη κωμικός Ορνα Μπανάι σταμάτησε να διαφημίζει μια μεγάλη εταιρεία επειδή δήλωσε ότι «ντρέπομαι για το έθνος μας, που παρακινείται από το μίσος και τη μικρόνοια». Ακόμη και η λέξη «μακαρθισμός» ανασύρθηκε κατά το τελευταίο διάστημα.

Πιθανότατα αυτό που τώρα τα κάνει όλα ακόμη πιο αποπνικτικά και ακραία είναι η επικράτηση και η εξάπλωση του Facebook. Εκεί το πράγμα αγριεύει, ξεφεύγει, δεν υπάρχουν όρια –η μισαλλοδοξία φθάνει στο απόγειό της. Εκεί εμφανίζονται σελίδες που καλούν σε βιαιοπραγίες σε βάρος των αριστερών και των Αράβων και ακόμη κι όταν αποσύρονται επανεμφανίζονται παραλλαγμένες. Στις αναρτήσεις που γίνονται στο Facebook όσες «αριστερίζουσες» εκφράσεις δεν ευθυγραμμίζονται με την υποτιθέμενη συναίνεση (για παράδειγμα, όσες προτάσσουν μια διπλωματική λύση ή εκφράζουν συμπάθεια για τις απώλειες αμάχων στη Γάζα) πλήττονται από μια ρατσιστική, βίαιη μανία. Στο Twitter και στο Instagram μπορείς να δεις (στη συνθηματολογία των hashtags) καθετί αρρωστημένο όπως «έξω οι αριστεροί», «αριστεροί, να πάτε στη Γάζα», «προδότες αριστεροί».

Ολα αυτά έχουν συνέπειες. Ξέρω ανθρώπους που φοβούνται να βγουν να διαδηλώσουν ή άλλους που φοβούνται να πάνε ως καλεσμένοι σε μια τηλεοπτική εκπομπή. Η εκάστοτε αντιπολίτευση στοιχίζεται πίσω από την εκάστοτε κυβέρνηση και δεν αμφισβητεί σχεδόν καθόλου τις επιλογές της. Η Αριστερά καθίσταται πιο αδύναμη, μικρότερη, αναποτελεσματική.
Δεν έχω τελειώσει ακόμη επειδή υπάρχει ακόμη μία βαθμίδα στην καταθλιπτική αυτή κλίμακα που περιγράφω η οποία σας αφορά. Γιατί όποτε στρεφόμαστε προς τον κόσμο, εμείς, αυτή η καταδιωκόμενη αριστερή μειοψηφία, εμείς που πιστεύουμε στα ανθρώπινα δικαιώματα, στους συμβιβασμούς, στις αμοιβαία αποδεκτές λύσεις, στην ειρήνη, εμείς που σηκώνουμε τείχος στη βία κάθε πλευράς και δεν είμαστε τυφλοί μπροστά στη συνεχιζόμενη αποτυχία της να αποφέρει το οποιοδήποτε πλεονέκτημα, εμείς, όποτε στρεφόμαστε προς τον κόσμο, δεν βρίσκουμε την υποστήριξη που χρειαζόμαστε. Μας κατατάσσουν και εμάς στην πλειοψηφία, γινόμαστε όλοι μέρος του κακού.

Μας αποκλείουν –ακαδημαϊκούς, συγγραφείς, καλλιτέχνες. Ολους όσοι βρισκόμαστε με την πλάτη στον τοίχο, προσπαθώντας με νύχια και με δόντια να ανακόψουμε αυτή την κατρακύλα. Εμείς αγωνιζόμαστε για να εισακουστεί μια διαφορετική, λογική φωνή, αλλά η φωνή μας δεν φθάνει ούτε στ’ αφτιά εκείνων που περιμένουμε να μας βοηθήσουν ώστε να την κάνουμε πιο δυνατή. Δεν διαπραγματευόμαστε τη συμπόνια, και έχουμε λίγη συμπόνια γι’ αυτούς που παραμένουν τυφλοί στα δεινά της άλλης πλευράς: μου προκαλούν αποτροπιασμό οι χιλιάδες νεκροί Παλαιστίνιοι και τρομάζω που τόσο πολλοί Ισραηλινοί δεν αποπειρώνται καν μια δεύτερη σκέψη. Αλλά λυπάμαι βαθύτατα για τα δεκάδες παιδιά του Ισραήλ που χάνουν τις ζωές τους και μου προκαλούν επίσης απογοήτευση πολλοί στον υπόλοιπο κόσμο που δεν αναγνωρίζουν και την τραγωδία της δικής μας πλευράς. Βρισκόμαστε μεταξύ σφύρας και άκμονος.

Εν τω μεταξύ εδώ και λίγο καιρό έχω έλθει να μείνω με την οικογένειά μου στις ΗΠΑ και να διδάξω εδώ για έναν χρόνο, ίσως και δύο. Αυτό δεν συνιστά αντίδραση ούτε απόδραση –ήταν προγραμματισμένο καιρό πριν. Παρ’ όλα αυτά, δεν ενεργώ με αθώο τρόπο –η σύζυγός μου κι εγώ προσχεδιάζουμε αυτές τις πρόσκαιρες καταφυγές, όπως έχουμε κάνει παλαιότερα με το Λονδίνο και το Βερολίνο, εξαιτίας ακριβώς της ζωής στο Ισραήλ. Εχουμε ανάγκη να αναπνεύσουμε λίγο φρέσκο, καθαρό αέρα, κάθε λίγα χρόνια. Αλλά πάντοτε επιστρέφουμε γιατί εκεί είναι το σπίτι μας. Εκεί βρίσκεται ο τόπος μας, η γλώσσα μας, οι άνθρωποί μας. Ελπίζω να επιστρέψουμε έπειτα από αυτό το ταξίδι σε ένα πιο υποφερτό μέρος για να ζήσει κανείς, με λιγότερες εξωτερικές αλλά και εσωτερικές απειλές. Δεν περιμένω όμως τίποτε.
Ο Ασάφ Γκαβρόν είναι συγγραφέας. Στην ελληνική γλώσσα κυκλοφορεί το μυθιστόρημά του «Croc Attack» από τις εκδόσεις Μπαρτζουλιάνος.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ