«Υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που παντρεύονται;» με ρώτησε έμπλεος απορίας και αγανάκτησης μια (διαζευγμένη) φίλη όταν άκουσε ότι Σάββατο βράδυ ήμουν καλεσμένη σε γαμήλιο πάρτι. Και όμως, στην Ελλάδα της κρίσης γίνονται ακόμη γάμοι. Οι ημιφωτισμένοι πολιτικοί έχουν ήδη από το 2012 το προβάδισμα σε σχέση με τους πολύβουους θρησκευτικούς, ενώ οι «γάμοι-πακέτο» (γάμος μαζί με βάφτιση) είναι, για προφανείς λόγους, très à la mode. Χωρίς βέβαια να λείπουν, όπως τουλάχιστον με πληροφόρησε προ καιρού μια πεπειραμένη event planner της Αθήνας, οι ακρότητες με «παραγωγές που δεν έχουν limit». Κάποιοι Ελληνες, για παράδειγμα, εξακολουθούν να κάνουν τριήμερους θεματικούς γάμους (κυρίαρχη τάση την τελευταία διετία οι «vintage», με παλαιικά μπουκαλάκια αρώματος, αυτά που πατάς τη φουσκίτσα, ή οι «country style», με αγριολούλουδα σε βαζάκια μαρμελάδας) σε επιλεγμένα ελληνικά νησιά. Tην πρώτη ημέρα, δηλαδή του welcome party, οι καλεσμένοι θα βρουν στο δωμάτιο του ξενοδοχείου τους κομψότατα welcome gifts (π.χ. custom-made σαγιονάρες Havaianas). Η δεύτερη είναι η grande ημέρα του μυστηρίου και η τρίτη είναι αυτή του after-wedding πάρτι, με ένα late brunch στην παραλία ή στο ξενοδοχείο (οι καλεσμένοι με hangover θα βρουν απάγκειο σε ένα μπαρ με αντιοξειδωτικά κοκτέιλ).
Οπως και να ‘χει, αρκετός κόσμος εξακολουθεί να επιλέγει έναν παρηκμασμένο θεσμό, για τον οποίο μόνο τα γκέι ζευγάρια δείχνουν να κόπτονται (θυμίζω το 2010 εκείνο το εξώφυλλο στο «Time» –«Ποιος έχει ανάγκη τον γάμο;» –με το 40% των Αμερικανών να καταθέτει ότι τον βρίσκει «ξεπερασμένο»). Και όμως, οι ειδικοί αποφαίνονται ότι υπάρχει ελπίς. Πρόσφατα ο κοινωνικός ψυχολόγος Ελι Τζέι Φίνκελ έγραφε στους «New York Times» ότι, παρά την απαξίωσή του, ο σύγχρονος γάμος θα μπορούσε να διανύει, υπό τις κατάλληλες προϋποθέσεις, τον χρυσούν αιώνα του. Διότι, παρότι ο μέσος γάμος περνάει κρίση (εξαιτίας των οικονομικών δυσχερειών, της αφομοίωσης νέων μορφών οικογένειας που δεν τον έχουν πλέον ως προϋπόθεσή τους κ.ο.κ.), ο καλός γάμος σήμερα είναι καλύτερος –όσον αφορά την ικανοποίηση και την προσωπική «ευημερία» –από ποτέ άλλοτε. Αλλως ειπείν, σήμερα πρέπει να φτύσεις αίμα για να χτίσεις έναν ανθεκτικό και βιώσιμο γάμο. Αν όμως το καταφέρεις, τα οφέλη που θα αντλήσεις ξεπερνούν κατά πολύ εκείνα που αντλούσε ο παντρεμένος του παρελθόντος (και δεν μιλάμε μόνο για τα οφέλη στην καρδιακή υγεία).
Πώς εξηγείται αυτό; Στην εποχή του λεγόμενου «self-expressive» γάμου (από το 1965 και εφεξής), ο γάμος δεν αντιμετωπίζεται πλέον –από τους μετέχοντες σε αυτόν –ως κοινωνική επιταγή (ή κοινωνικός καταναγκασμός) αλλά ως ένα «όχημα» αυτοαναζήτησης, προσωπικής εξέλιξης και πλήρωσης. Παντρεύομαι, δηλαδή, όχι γιατί πρέπει να «νοικοκυρευτώ» αλλά γιατί επιλέγω «να εξελιχθώ». Κάτι σαν εκείνο το «Mε κάνεις να θέλω να γίνω καλύτερος» που εκστομίζει ο Τζακ Νίκολσον στην ταινία «Καλύτερα δεν γίνεται» (1997). Τι ανακόπτει, όμως, τελικά την ορμή του; Το βασικό πρόβλημα σήμερα, υπογραμμίζει ο Φίνκελ, είναι ότι οι σύζυγοι επενδύουν όλο και λιγότερα (χρόνο, ενέργεια, δέσμευση) στις συμβίες τους. Ο χρόνος είναι ενδεχομένως εκείνος που έχει δεχτεί το μεγαλύτερο πλήγμα. Σε σχέση, π.χ., με το 1975, το 2003 οι Αμερικανοί περνούν πολύ λιγότερες ώρες μόνοι με τους συζύγους τους (26 από 35 ώρες την εβδομάδα οι μη έχοντες παιδιά και 9 από 13 ώρες οι γονείς). Και όμως, έρευνες των αμερικανών κοινωνιολόγων Τζέφρι Ντιου και Γ. Μπράντφορντ Γουίλκοξ κατέδειξαν ότι οι σύζυγοι «που περνούν χρόνο μαζί, συζητώντας ή συμμετέχοντας σε μια δραστηριότητα τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα, έχουν τρεισήμισι φορές περισσότερες πιθανότητες να είναι ευτυχισμένοι στον γάμο τους».
Τελικά δεν μιλάμε για έναν παρηκμασμένο θεσμό αλλά για έναν θεσμό που σπάνια αναπτύσσει πλήρως το δυναμικό του. «Τα κακά νέα», καταλήγει ο Φίνκελ, «είναι ότι από τη στιγμή που οι κοινωνικοοικονομικές συνθήκες ή οι προσωπικές επιλογές υπονομεύουν τον χρόνο και την ενέργεια που επενδύουμε στις σχέσεις μας, οι γάμοι μας δεν θα ανταποκριθούν στις προσδοκίες της εποχής μας. Τα καλά νέα είναι ότι οι γάμοι μας μπορούν σήμερα να ευδοκιμήσουν όσο ποτέ άλλοτε. Απλώς δεν μπορούν να το κάνουν από μόνοι τους».

*Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 27 Ιουλίου 2014

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ