Πολύπλοκη εποχή η Αναγέννηση και, παρά την τεράστια βιβλιογραφία, δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι κατέχουμε τα μυστικά της. Περίοδος πολλαπλών ανατροπών, από τις οποίες μπορούμε να αρκεστούμε σε μία: βαθμιαία ένας τύπος γνώσης εγκαταλείπει το προσκήνιο παραδίδοντας την πρωτοκαθεδρία σε έναν άλλον. Με δυο λόγια, το θεοκεντρικό σχήμα του Σύμπαντος βρίσκεται σε βίαιη αντιπαράθεση με την καινούργια γνώση και η σύγκρουσή τους μπορεί να συνοψιστεί στο πρόσωπο και στη διδασκαλία του Νικολάου Κουζανού*. Καρδινάλιος, πνεύμα οικουμενικό και οπαδός της συμφιλίωσης, φιλοσοφικής, θεολογικής και πολιτικής, οι ειδικοί μελετητές τον θεωρούν προάγγελο της Αναγέννησης.
Αν θέλουμε να διατυπώσουμε την ιδέα που βασανίζει ή που εμπνέει τον Κουζανό, πρέπει να στραφούμε στο πρώτο και σημαντικό έργο που είναι Η σοφία της αγνωσίας. Εκεί θα διαπιστώσουμε ότι το γόνιμο, το παραγωγικό κέντρο της σκέψης του είναι η αναζήτηση μιας μεθόδου που θα του επιτρέψει να κατακτήσει ένα επίπεδο θέασης του Σύμπαντος ανώτερο ταυτοχρόνως και από το επίπεδο του λόγου και από το επίπεδο των αισθήσεων. Ή, χρησιμοποιώντας πιο τεχνικούς όρους, το πρόβλημα για τον Κουζανό είναι να συλλάβουμε τα πράγματα με τρόπο νοητό και όχι ορθολογικό.
Αυτή την ασυνήθιστη διάκριση θα προσπαθήσω να εξηγήσω στη συνέχεια ελπίζοντας ότι η αποσαφήνισή της θα βοηθήσει στην κατανόηση της σκέψης του Κουζανού. Στην προκειμένη περίπτωση θα μας βοηθήσουν τα μαθηματικά και μάλιστα με πολλούς τρόπους. Είναι κοινός τόπος για την εποχή να διδάσκει κανείς ότι τα αντικείμενα των μαθηματικών είναι υποδεέστερα και φτωχά αν συγκριθούν με τον πλούτο των αντικειμένων της φύσης και, κατά συνέπεια, ότι η γεωμετρία κατέχει υποδεέστερη θέση στην ιεραρχία της γνώσης, παρά τη βεβαιότητα των προτάσεών της.
Απέναντι στη διδασκαλία αυτή, που είναι η κυρίαρχη ιδεολογία της εποχής, θα σταθεί ο Κουζανός και θα υποστηρίξει ότι μαζί με τα «αισθητά» μαθηματικά, δηλαδή την τέχνη του χωρομέτρη, και τα «ορθολογικά» μαθηματικά, δηλαδή τη γεωμετρία του Ευκλείδη, πρέπει να θεσμοθετηθούν τα «νοητικά» μαθηματικά. Ακριβώς αυτά τα μαθηματικά αποτελούν για τον Κουζανό ολόκληρη τέχνη, την οποία θεωρεί τέχνη των γεωμετρικών μετασχηματισμών ή μεταβάσεων και δεν πρόκειται για άλλο πράγμα από αυτό που ονομάζουμε θεωρία των ορίων στα νεότερα μαθηματικά. Δεν είναι καθόλου δύσκολο να διαπιστώσει κανείς, να «δει», κατά κάποιον τρόπο, περιπτώσεις όπου συμπίπτουν η μια με την άλλη, μορφές που η γεωμετρία θεωρεί ακριβώς διακριτές. Για παράδειγμα, το τόξο του κύκλου συμπίπτει με τη χορδή όταν η χορδή τείνει στο ελάχιστο. Με τον ίδιο τρόπο, ένα πολύγωνο εγγεγραμμένο σε έναν κύκλο τείνει να συμπέσει με τον κύκλο κάθε φορά που αυξάνουν οι πλευρές του.
Στην πραγματικότητα, το ενδιαφέρον της σκέψης του Κουζανού, ο ριζοσπαστικός χαρακτήρας της, βρίσκεται στο γεγονός των συνεπειών που ο φιλόσοφος αντλεί από το γεωμετρικό παράδειγμα της σύμπτωσης του τόξου με τη χορδή. Γιατί η σύμπτωση αυτή είναι μόνο η απλή εφαρμογή μιας αρχής που είναι γενική και που θέτει τη σύμπτωση των αντιθέτων. Ακριβώς αυτή η γενική αρχή είναι η νοητική γνώση των πραγμάτων, ενώ η αρχή της αντίφασης χαρακτηρίζει την ορθολογική γνώση. Η νόηση βλέπει ενωμένα τα αντίθετα που ο λόγος, επειδή θεωρεί ότι αλληλοαποκλείονται, φέρνει σε αντιπαράθεση.
Αν όμως αυτό συμβαίνει, είναι προφανές ότι η νοητική γνώση των πραγμάτων είναι αγνωσία στο μέτρο που διαφωνεί με την ορθολογική γνώση των πραγμάτων, αλλά είναι αγνωσία σοφή, ακριβώς γιατί ενώνει εκείνα που ο ορθολογισμός χωρίζει. Από τη σκοπιά αυτή έχει νόημα να μιλάει κανείς για σοφία της αγνωσίας. Τούτη ‘δώ είναι ακριβέστερα η πνευματική κατάσταση του ανθρώπου ο οποίος έχει επίγνωση των ορίων του λόγου, χωρίς όμως να περιορίζεται από αυτά.
Η σύμπτωση των αντιθέτων θα αποκτήσει στον Κουζανό το βάρος οντολογικής αρχής: η καμπύλη συμπίπτει με την ευθεία, η ηρεμία συμπίπτει με την κίνηση. Ή, με άλλα λόγια, στη φιλοσοφία του ιδιοφυούς καρδιναλίου οι μεγάλες αντιθέσεις στις οποίες θεμελιώνεται η επιστήμη της φύσης, τα εννοιολογικά δίδυμα που την υποστηρίζουν, αίρονται. Αλλά η επιστήμη της φύσης δεν είναι άλλη από τη φυσική του Αριστοτέλη, η οποία ακριβώς αμφισβητείται ευθέως από τον Κουζανό. Το Σύμπαν πια δεν είναι το ιεραρχημένο όλο του Φιλοσόφου αλλά μια απροσδιόριστη πραγματικότητα της οποίας, σύμφωνα με τη διάσημη διατύπωση, το κέντρο βρίσκεται παντού και η περιφέρεια πουθενά.
* Το βιβλίο «Nicolaus Cusanus, Η σοφία της αγνωσίας» σε μετάφραση Γεώργιου Δαρδιώτη και εισαγωγή – επιμέλεια Νίκου Αυγελή κυκλοφορεί από τον εκδοτικό Οίκο Αντ. Σταμουλή.
Ο κ. Γεράσιμος Βώκος είναι καθηγητής Φιλοσοφίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ