Eνας κανόνας λέει ότι σε κάθε κείμενο υπάρχει κάτι το περιττό. Στα κείμενα της νεοφιλελεύθερης οικονομίας το περιττό εντοπίζεται όλο και πιο έντονα με έναν γενικό τρόπο στο δημόσιο πανεπιστήμιο και με έναν πιο ειδικό στις ανθρωπιστικές σπουδές. Ως καλοί επιμελητές, οι πολιτικοί μανδαρίνοι και οι επιχειρηματικές ελίτ προσπαθούν να διορθώσουν αυτήν την περιττολογία αποσυλλογικοποιώντας τον χαρακτήρα της: η κοινή γνώμη πρέπει να πειστεί σταδιακά για το ασύμφορο (άρα περιττό) βάρος στους κρατικούς προϋπολογισμούς.
Επιδιωκόμενος στόχος; Ελάφρυνση των δημοσίων δαπανών μέσω της ιδιωτικοποίησης του κόστους. Μέθοδος; Η σταδιακή πλην μεθοδική αποδυνάμωση και υπονόμευση των διοικητικών, ερευνητικών και διδακτικών δομών, έως την εκτεταμένη απαξίωση και τον πολιτικό εκβιασμό των Ιδρυμάτων. Η μέθοδος είτε θα αμφισβητηθεί από όσους τη μετέρχονται είτε θα δικαιολογηθεί (με τρόπο δήθεν πιο ειλικρινή) από τον ίδιο τον στόχο, ο οποίος δεν αγιάζει, αλλά επιβάλλει τα μέσα. Αλλά στον στόχο της δημοσιονομικής ελάφρυνσης και της ιδιωτικοποίησης του κόστους ελλοχεύει ο κίνδυνος (ή η πρόθεση;) της αντιστροφής, δηλαδή της ιδιωτικοποίησης των κερδών (αφού τα πανεπιστήμια θα λειτουργούν στο πρότυπο των ιδιωτικών επιχειρήσεων, ήτοι ως κερδοφόροι σχηματισμοί) και της κοινωνικοποίησης του κόστους (μέσω διδάκτρων).
Οσο σημαντικό και αν είναι το σημείο αυτό αποσιωπάται από τους πραιτοριανούς της συγκυβέρνησης και «κρύβεται» μέσα στις γνωστές (και συχνά δίκαιες) αιτιάσεις κακοδιαχείρισης, δυσλειτουργίας ή και διαφθοράς στα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Ομως η άστοχη ίδρυση ενός πανεπιστημίου λόγω ψηφοθηρίας ή άλλων μικροπολιτικών μηχανισμών, η ανεξέλεγκτη διόγκωση τμημάτων και τομέων ή οι ανορθόλογες επικαλύψεις γνωστικών αντικειμένων και ερευνητικών περιοχών είναι ζητήματα μίας τάξης, ενώ η αμφισβήτηση της εκπαίδευσης και της γνώσης ως δημοσίου αγαθού, προσβάσιμου σε όλους τους πολίτες μιας δημοκρατίας είναι μείζον ζήτημα μιας άλλης, εντελώς διαφορετικής, τάξης. Στην πρώτη περίπτωση, τα ζητήματα μπορούν να εξετασθούν με διεπιστημονικό τρόπο και να αναζητηθούν λύσεις που να συνδυάζουν το ευκταίο με το εφικτό· στη δεύτερη περίπτωση όμως το δημόσιο αγαθό της παιδείας πρέπει να θεωρείται αδιαπραγμάτευτο. Ο συμφυρμός των δύο τάξεων ευνοεί την κερδοσκοπική ιδιωτεία. Ο σαφής διαχωρισμός τους όμως θέτει τα πράγματα επί τάπητος και επαναφέρει τα πανεπιστήμια εκεί όπου πραγματικά ανήκουν: στις κοινωνίες των πολιτών.
Ποιος οικονομικός καιροσκοπισμός, ποια παγκοσμιοποιημένη λογική ή τεχνολογική φρενίτιδα και, συνεκδοχικά, ποιος manager θα δεχόταν χωρίς στομαχικούς ιλίγγους την καταστατική αρχή του Derrida για το απροϋπόθετο της απόλυτης ελευθερίας σκέψης και έκφρασης στα πανεπιστήμια;1
Και όμως η κριτική σκέψη, στην ανοιχτότητα και εντατικότητά της, είναι το κυτταρικό ιδίωμα, αυτό που συγκαλεί και ιδρύει τα πανεπιστήμια. Ποιοι θιασώτες της οικονομοτεχνικής ανάλυσης των πανεπιστημίων αναφέρονται (ή μπορούν να αναφερθούν) με ουσιώδη τρόπο στην κριτική; Ακόμα και τα ερωτηματολόγια αξιολόγησης που κυκλοφορούν οι μανδαρίνοι της εκπαίδευσης είναι συχνά τροποποιημένες αντιγραφές των αντίστοιχων φυλλαδίων που μοιράζουν οι διευθυντές πωλήσεων και οι διαχειριστές του έμψυχου δυναμικού στις πολυεθνικές εταιρείες. Το «ορέγεσθαι του ειδέναι», το πάθος της γνώσης, ο πόθος και η περιπέτεια του διαλόγου, ο έρωτας της αλήθειας (όπως και αν αυτή ορίζεται) αντικαθίστανται δόλια από τις προσδοκώμενες δεξιότητες του φοιτητή, σαν να παράγουμε στα αμφιθέατρα επιδέξιους χειριστές ενός tablet (ή μήπως αυτό πρέπει να παράγουμε εφεξής;), αποδοτικούς τελεστές μιας ενέργειας με καλές επιδόσεις.
Αυτό το εννοιολογικό κράμα επιδεξιότητας, τέλεσης, απόδοσης και επίδοσης που συνθέτει το εννοιολόγημα της performance αντιβαίνει στην εμπειρία του απροϋπόθετου, στη ριζική ερωτηματοθεσία που συγκροτεί την ιδρυτική συνθήκη του πανεπιστημίου ως τέτοιου. Διερώτηση και λογοδοσία, αμφιβολία και διακύβευση, ανυποταξία και ετεροφροσύνη είναι υψηλές πνευματικές διεργασίες που δεν μπορούν να στεγαστούν αβίαστα στη νεοφιλελεύθερη οπτική των πανεπιστημίων, για τον απλό λόγο ότι η επίδοση και η αποδοτικότητα δεν μπορούν να τεθούν εν αμφιβόλω.
Ηδη από το 1955 ο Herbert Marcuse είχε εισαγάγει την αρχή της απόδοσης (performance principle) ως τη δεσπόζουσα ιστορική μορφή της φροϋδικής αρχής της πραγματικότητας και τη συνέδεε με μια λαίμαργη και ανταγωνιστική κοινωνία που βρίσκεται στη διαδικασία μόνιμης επέκτασης (ή ανάπτυξης, όπως θα λέγαμε σήμερα)2.
Στην πανεπιστημιακή σκηνή, η αρχή αυτή σχετίζεται με τη δημιουργία των επιχειρηματικών πανεπιστημίων (το «πανεπιστήμιο του hamburger» των ταχυφαγίων McDonald’s, της Boeing ή της Walt Disney) στα οποία, το 2001, συμμετείχαν 2.000 περίπου επιχειρήσεις. Δεν αποκλείεται να δούμε στο εγγύς μέλλον και πανεπιστήμια ποδοσφαιρικών ομάδων, στρατιωτικών βιομηχανιών, τηλεοπτικών καναλιών ή ξενοδοχειακών εγκαταστάσεων, λ.χ. ένα Hilton University. Πέρα από τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και την προώθηση της τεχνολογικής έρευνας που ενδέχεται να προκαλέσουν, τα «πανεπιστήμια» αυτά δεν είναι απλώς συνδεδεμένα με την αγορά, είναι η αγορά στην πιο εξελιγμένη και εξεζητημένη εκδοχή της: γνώση της κατανάλωσης και κατανάλωση των γνώσεων, κεφαλαιοποίηση της έρευνας και εξιδανίκευση των καταναλωτικών αγαθών, σε τέτοιον βαθμό ώστε τρώγοντας ένα hamburger να μη γεύεσαι τόσο το κρέας, όσο την αίγλη και το κύρος ενός πανεπιστημίου. Ακραίο το παράδειγμα, αλλά απολύτως συμβατό με τη λογική του διεστραμμένου οικονομισμού που απειλεί τα πανεπιστήμια. Χρέος των πανεπιστημίων και ιδίως των ανθρωπιστικών σπουδών είναι να αντισταθούν σε αυτή τη λογική και να την αποδιαρθρώσουν. Το χρέος της πολιτείας σε τι συνίσταται;
1 Jacques Derrida: Απροϋπόθετο ή κυριαρχία. Το πανεπιστήμιο στα σύνορα της Ευρώπης / Inconditionnalité ou souveraineté. L’ Université aux frontières de l’ Europe, Πατάκης, Αθήνα 2002 και Το πανεπιστήμιο άνευ όρων, Εκκρεμές, Αθήνα 2004.
2 Herbert Marcuse: Eros and Civilization. A Philosophical inquire into Freud, Beacon Press, Boston 1974, σ. 46.
Ο κ. Γιώργος Π. Πεφάνης είναι επίκουρος καθηγητής θεατρολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ