Μία από τις καινοτομίες του εφετινού Μουντιάλ είναι αυτό το αντιαισθητικό σπρέι το οποίο οι διαιτητές χρησιμοποιούν για να επιβάλλουν τον απεχθή, πλην απαραίτητο νόμο τους. Τραβώντας μια γραμμή που είναι καταδικασμένη να απορροφηθεί σε λίγα λεπτά από το χορτάρι, οι ποδοσφαιριστές είναι υποχρεωμένοι να μείνουν στην προβλεπόμενη απόσταση από την μπάλα πριν εκτελεστεί ένα φάουλ.
Είναι υποχρεωμένοι να μη δημιουργούν μία από τις πιο διασκεδαστικές συνθήκες του παγκοσμίου ποδοσφαίρου: το να βλέπεις εκατομμυριούχους άντρες, ντυμένους με κοντά σορτσάκια, να προσπαθούν να κλέψουν λίγα εκατοστά, με την κουτοπονηριά ενός μαθητή δημοτικού. Στην πλειονότητα των αγώνων του Μουντιάλ της Βραζιλίας, ο νόμος έχει τηρηθεί.
Στο τελευταίο παιχνίδι της Ελλάδας, εκείνες τις αφόρητες στιγμές που προσπαθούσαμε να ισοφαρίσουμε την Κόστα Ρίκα, δύο έλληνες ποδοσφαιριστές, με μικρά στρατηγικά βήματα, κατάφεραν να περάσουν το σπρέι. Ηταν μια αποθέωση της ελληνικής πονηρής ψυχής ή απλώς μια ένδειξη πάθους; Ηταν ένα δείγμα πολυμήχανου DNA ή μια περιφρόνηση στους κανόνες; Ηταν ευφυΐα ή απάτη; Μήπως δεν ήταν τίποτε απ’ όλα αυτά; Μήπως ήταν απλώς η απόδειξη πως στην μπάλα υπάρχουν στιγμές που είτε είσαι στο προαύλιο ενός δημοτικού σχολείου είτε στο Μουντιάλ της Βραζιλίας λίγα πράγματα μετράνε –και η νομιμότητα δεν είναι ένα απ’ αυτά;
Η παραπάνω είναι μια ανούσια ιστορία που ευτυχώς δεν έγινε ιδιαίτερα αντιληπτή από την κοινή γνώμη. Ευτυχώς, γιατί ίσως να ενέπνεε κάποιο κείμενο που θα προσπαθούσε να ξεχειλώσει ένα ένστικτο αλάνας σε κοινωνικοπολιτικό χαρακτηριστικό, να συζητούσαμε γιατί «δεν θα πάμε ποτέ μπροστά» επειδή δεν μπορούμε να ζήσουμε
με την πειθαρχία στο γονίδιό μας. Αυτό τουλάχιστον το γλιτώσαμε. Ηταν το μόνο.
Το Μουντιάλ θεωρητικά έπρεπε να λειτουργεί αποπροσανατολιστικά. Στην πραγματικότητα, ήταν μια έγχρωμη και προβεβλημένη απόδειξη πως η ελληνική κοινωνία δεν βαριέται καθόλου να πλακωθεί. Πως είναι μια κοινωνία που περισσότερο από ποτέ άλλοτε, ακόμη και στη χαύνωση του καλοκαιριού, ψάχνεται για καβγά σαν μεθυσμένο κουτσαβάκι.
Στην αρχή μαλώσαμε γιατί είχαμε την ενοχή της παρακολούθησης του Μουντιάλ. Την καταγγελία, από διάφορους επαναστάτες με πολύ καλή σύνδεση στο Internet και υπερβολικά πολύ ελεύθερο χρόνο, πως όποιος βλέπει ποδόσφαιρο είναι υπεύθυνος για την εξαθλίωση των παιδιών στις φαβέλες αυτού του κόσμου. Σαν να μην μπορεί να γίνει διαχωρισμός ανάμεσα στην απεχθή επιχείρηση της FIFA και τη χαρά του ποδοσφαίρου. Οι περισσότεροι από αυτούς, όταν καταδέχονται να δουν ποδόσφαιρο, υποστηρίζουν με επαναστατική ζέση την Αργεντινή τού μονίμως οργισμένου Μαραντόνα, ως «αντισυστημική επιλογή», αγνοώντας πως το Μουντιάλ του 1978 είναι το πιο αιματοβαμμένο της ιστορίας από τη χούντα του Βιντέλα.
Μετά, αναρωτηθήκαμε αν το να πανηγυρίζεις όταν ο Γιώργος Σαμαράς εκτελεί ένα πέναλτι μπορεί να σε κάνει φασίστα. Αν το να χαίρεσαι επειδή η ομάδα της χώρας στην οποία έτυχε να γεννηθείς μπορεί να σε κάνει υπεύθυνο για τη ρατσιστική βία. Κάνοντας ένα άλμα λογικής ανάμεσα στο γκολ και στον ρατσισμό, οι εισαγγελείς της καθημερινότητας κατέληξαν, καταδίκασαν και πήγαν για καφέ.
Στο τέλος, επιτεθήκαμε με μένος «μνημονιακών» και «αντιμνημονιακών» για το αν ο Κώστας Κατσουράνης πρέπει να παίζει, άλλη μια απόδειξη της σοβαροφάνειας, της ξινίλας, της ανάγκης καταγγελίας. Και μετά τον αποκλεισμό, τις πρώτες στιγμές, με μάτια γεμάτα ένταση, αναρωτιόμασταν ποιος να φταίει, ποιον να κατασπαράξουμε. Τον Καρνέζη; Τον Γκέκα; Τον διαιτητή; Τον Σάντος; Δεν μπορεί να μη φταίει κανείς, πώς θα αναπνέουμε τότε;
Ολα αυτά είναι περαστικές ιστορίες, ήδη έχουν ξεχαστεί. Είναι, όμως, η απόδειξη πως μετά τα μπάνια του λαού, η ελληνική κοινωνία έχει μπροστά της άλλον έναν δύσκολο χειμώνα, αναζητώντας μια τομή συνεννόησης, κάτι που θα την αφήσει αν όχι να προοδεύσει, τουλάχιστον να συμβιώσει με τη στοιχειώδη αξιοπρέπεια.
Αντί επιλόγου, ένα λυρικό απόσπασμα από την περιγραφή ενός Ιταλού που (έφυγε νωρίτερα από τον Φάνη Γκέκα σε αυτό το Μουντιάλ), του εξαιρετικού, Αντρέα Πίρλο, που στην πρόσφατη αυτοβιογραφία του περιέγραφε ένα πέναλτι που πέτυχε κόντρα στη Γαλλία, στο Μουντιάλ του 2006: «Χάιδεψα την μπάλα (…) και πήρα μια έντονη κοφτή ανάσα. Η ανάσα ήταν δική μου αλλά θα μπορούσε να είναι ενός ανειδίκευτου εργάτη που παλεύει να τα βγάλει πέρα στο τέλος του μήνα, θα μπορούσε να είναι του πλούσιου επιχειρηματία που είναι και λίγο βλάκας, ενός δασκάλου, ενός φοιτητή, ενός ιταλού μετανάστη, μιας πλούσιας κομψής μιλανέζας κυρίας, μιας πόρνης στη γωνιά του δρόμου. Εκείνη τη στιγμή ήμουν ένας από όλους αυτούς. Δεν θα με πιστέψετε, αλλά εκείνη τη στιγμή κατάλαβα τι ωραίο πράγμα είναι να είσαι Ιταλός». Και τώρα σκεφτείτε έναν έλληνα ποδοσφαιριστή (με τη βοήθεια ενός ghost writer) να έγραφε κάτι αντίστοιχα γενικό και πατριωτικό. Δεν θα ήταν μια υπέροχη αφορμή για άλλον έναν ήπιο εμφύλιο;

*Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 6 Ιουλίου 2014

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ