Η λογοτεχνική κριτική είναι το λιγότερο και πλέον απρόσεκτα μελετημένο είδος της λογοτεχνικής γραμματείας μας. Καλά-καλά δεν ξέρουμε πότε εμφανίζεται. Διαβάζοντας μάλιστα μια πρόσφατη διαπίστωση ενός μεταμοντερνισθέντος κριτικού μας –ότι «στην Ελλάδα η λογοτεχνική κριτική αρχίζει ουσιαστικά με τον Ροΐδη» –διαπιστώνουμε ότι η γνώση της εξασθενεί αντί να βελτιώνεται. Διότι η κριτική μας δεν αρχίζει με τον Ροΐδη· και διότι ο Ροΐδης ουσιαστικά δεν ήταν λογοτεχνικός κριτικός (ήταν πολιτισμικός κριτικός, και οι κριτικές επιδόσεις του ως προς τη λογοτεχνία ήταν ατυχείς).
Η νεοελληνική λογοτεχνική κριτική δεν αρχίζει ούτε με τον Κοραή (Α. Καμπάνης, Κ. Θ. Δημαράς) ούτε με τον Κ. Ασώπιο (Δημαράς), ούτε με τον Σολωμό (Γ. Δάλλας), ούτε με τον Π. Σούτσο (Φ. Μιχαλόπουλος). Αρχίζει πολύ πιο πριν, και είναι μεγάλη έλλειψη που δεν έχει ακόμη γραφεί μια Ιστορία της, που να χαρτογραφεί τις απαρχές της και την πρώτη της πορεία (η του Καμπάνη –1935 –είναι κατά το μεγαλύτερο μέρος της μια ιστορία του γλωσσικού ζητήματος). Για τη συγγραφή ενός σοβαρού τέτοιου έργου χρειάζεται, βέβαια, ενδελεχής έρευνα (όχι μόνο για την πρώτη της περίοδο), καθώς και να επισημανθούν οι κυρίαρχοι κριτικοί μας μύθοι.
Ωστόσο υπήρξαν μελετητές που αισθάνθηκαν την ανάγκη να αναφερθούν στις πρώτες εκδηλώσεις της. Ο Στ. Αλεξίου υποδεικνύει τον Αμβρόσιο Γραδενίγο, επιμελητή της έκδοσης του 1676 της Ερωφίλης, ως «πρώτο κριτικό της νεοελληνικής λογοτεχνίας». Ο ίδιος χαρακτηρίζει το εγκώμιο που ο Γ. Θ. προτάσσει στην έκδοση του Κρητικού πολέμου του Μ. Τζ. Μπουνιαλή (1681) «μια πρώτη αξιολόγηση» του ποιήματος. Ο Αλκης Αγγέλου κατέγραψε τις πολυάριθμες «Δοκιμές για απογραφή και αποτίμηση της νεοελληνικής γραμματείας στην ευρυχωρία του νεοελληνικού Διαφωτισμού» (1705 κεξ.), ορισμένες από τις οποίες περιέχουν εκτιμήσεις και λογοτεχνικών έργων. Αλλά κριτικές αξιολογήσεις βρίσκουμε και πιο πριν. Ο χαρακτηρισμός από τον Νικόλαο Σοφιανό (μέσα του 16ου αιώνα) του Ιακώβου Τριβώλη ως «ιλαρωτάτου χαριεστάτου ποιητού» αποτελεί μια κριτική πράξη· οι σημειώσεις (1661, στα ιταλικά) του Λέοντος Αλλατίου για τα γραμμένα σε δημώδη γλώσσα έργα και για την Ερωφίλη, τον Ροδολίνο και την Ευγένα, είναι κριτικές παρατηρήσεις· ο υπομνηματισμός των ιταλικών και ελληνικών ποιημάτων του Θωμά Βελάστη από τον Νικόλαο Τιμόνη (1771), παρότι αποσπασματικός, δείχνει ένα αξιόλογο κριτικό πνεύμα.
Το εκτενέστερο και σημαντικότερο κείμενο λογοτεχνικής κριτικής ως τον 19ο αιώνα περιέχεται στο βιβλίο του Ιωάννη Δονά Πασχάλη Επιστολή απολογητική, που δημοσιεύτηκε στα ιταλικά το 1793 και στα ελληνικά το 1802. Οι τελευταίες πενήντα σελίδες του αναφέρονται στα σημαντικά, κατά τη γνώμη του συγγραφέα, έργα της λογοτεχνίας μας, με εκτιμήσεις συγκριτολογικές (ο Πασχάλης θεωρεί ότι ο Ερωτόκριτος δεν είναι κατώτερος από την Αινειάδα και από τα μεγάλα έργα του Tasso και του Ariosto, και ότι η Βοσκοπούλα «υποφέρει την αντιπαραβολήν προς τα υψηλά ποιήματα του Θεοκρίτου»).
Καθώς η ανάπτυξη της λογοτεχνικής κριτικής εξαρτάται από την πρόοδο της λογοτεχνίας, μπαίνοντας και προχωρώντας στον 19ο αιώνα η κριτική δραστηριότητα εντείνεται. Αφήνοντας κατά μέρος τις πολυάριθμες Ποιητικές και Ρητορικές του 18ου και του πρώτου μισού του 19ου αιώνα, αρκετές από τις οποίες δεν αναπαράγουν μόνο τις ευρωπαϊκές θεωρίες περί λογοτεχνίας και κριτικής αλλά περιέχουν και αξιοσημείωτες εκτιμήσεις νεοελληνικών έργων· και παραλείποντας, ως γνωστά, τα περί του Κοραή και Σολωμού παρατηρούμε ότι η εμφάνιση κριτικών κειμένων στα προεπαναστατικά περιοδικά και η αύξησή τους στα έντυπα των πρώτων μετεπαναστατικών δεκαετιών συγκροτούν ένα αξιόλογο για τους υλικούς όρους παραγωγής του κριτικό σώμα. Στο corpus αυτό ξεχωρίζουν το κείμενο του Σπ. Τρικούπη (1825) για την Κιθάρα του Π. Σούτσου (πρώτη εφαρμογή μιας θεωρίας της αναγνωστικής πρόσληψης), τα κείμενα του αντιλόγου για τον Λέανδρο του Π. Σούτσου (1834), η συζήτηση περί μυθιστορήματος στην Αθηνά και τον Σωτήρα (1835-1836), η κριτική του Ρομαντισμού από τον Ιωάννη Μινώτο και οι αναφορές του στα ελληνικά πράγματα της εποχής του (Δοκίμιον ιστορικόν περί της Γαλλικής φιλολογίας, 1845), τα κείμενα του Ι. Ε. Γιαννόπουλου στην εφημερίδα Σφαίρα (1851-1852).
Φτάνουμε έτσι στο μέσον του αιώνος, που σημαδεύεται από την εμφάνιση των Κρίσεων των Πανεπιστημιακών ποιητικών διαγωνισμών (1851-1877), τη διαμάχη (1853) Π. Σούτσου (Νέα Σχολή) – Κ. Ασωπίου (Τα Σούτσεια) και την κριτική του Εμμανουήλ Στάη (1853) για τον Λάμπρο του Σολωμού. Με τη διαμάχη κλείνει η πρώτη περίοδος της κριτικής μας, ενώ με το κείμενο του Στάη αρχίζει μια νέα περίοδος· τα πρώτα σπουδαία έργα της οποίας –η κριτική του Στάη, τα «Προλεγόμενα» του Ιάκωβου Πολυλά (1859) και το κείμενο της σύγκρουσής του με τον Σπυρίδωνα Ζαμπέλιο (1859-1860) –ήταν φυσικό να αγνοεί (να μην τα γνωρίζει) ο κριτικώς αδιάβαστος Ροΐδης, όταν, το 1877, χαρακτήριζε τα φλύαρα και σχολαστικά Σούτσεια του Ασωπίου «κύκνειον άσμα της παρ’ ημίν κριτικής».
Ο κ. Νάσος Βαγενάς είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ