Οι ευρωεκλογές μεταξύ άλλων επιβεβαίωσαν ότι ο «ενδιάμεσος χώρος» εξακολουθεί να υπάρχει και αναζητεί επίμονα ισχυρή εκπροσώπηση. Ταυτόχρονα, κατέδειξαν εκ νέου ότι ένα ποσοστό της τάξης του 15%-20% είναι άμεσα διαθέσιμο πολιτικά και εκλογικά να υποστηρίξει ένα σοβαρό και πειστικό εγχείρημα ενοποίησής του. Και όλα αυτά παρότι το ΠαΣοΚ συνέχισε την πτώση του, αγγίζοντας πλέον τον εκλογικό του πυθμένα, Το Ποτάμι κέρδισε ένα αξιόλογο ποσοστό αφετηρίας χωρίς να δικαιώσει τις προσδοκίες των δημιουργών του και η ΔΗΜΑΡ μπήκε σε μια περιδίνηση επιβίωσης.
Οπως είναι φυσικό, οι εκλογικές επιδόσεις των βασικών φορέων του χώρου επανατοποθετούν το ενδιάμεσο εγχείρημα, τόσο σε επίπεδο πρωταγωνιστών όσο και σε επίπεδο πρωτοβουλιών. Ομως σε κάθε περίπτωση οι οργανωμένοι φορείς του οφείλουν πρωτίστως να προχωρήσουν σε γενναία και συγχρονισμένα βήματα σύγκλισης. Βιαστικοί ηγεμονισμοί, κομματικοί πατριωτισμοί, άρνηση πολιτικοποίησης και συμμετοχής στον χώρο, καθώς και έντονη αυτοαναφορικότητα πρέπει να παραμεριστούν. Ολα αυτά είναι «πολιτικά κουσούρια» που δεν αντέχουν στην ισχυρή επιθυμία του χώρου για συνένωση στη βάση του Νέου και Ενιαίου.
Ωστόσο στην πορεία αυτή ελλοχεύουν και κορυφαίοι πολιτικοί κίνδυνοι που απειλούν άμεσα την ταυτότητα, την αυτονομία και την ενότητα του χώρου. Το μετεκλογικό μπαράζ προτροπών από πολλά στελέχη του ΠαΣοΚ και της ΔΗΜΑΡ για πρώιμη «Συριζοποίηση» του ενδιάμεσου χώρου αποτελεί έναν τέτοιο χαρακτηριστικό κίνδυνο. Φαντάζομαι ότι σύντομα θα ακολουθήσουν και οι οπαδοί της όψιμης.
Με την εκλογική πρωτιά του ΣΥΡΙΖΑ εκδηλώθηκε ένα σαφές ρεύμα «Συριζοποίησης» κεντροαριστερών στελεχών, σαν ορισμένοι να περίμεναν την ευκαιρία από καιρό. Κι εδώ τίθενται σοβαρά πολιτικά ερωτήματα. Τι ακριβώς διδάχθηκε ο ενδιάμεσος χώρος –Κεντροαριστερά, δημοκρατικός Σοσιαλισμός –από τη βαθιά κρίση που περνάει η χώρα και τη συντεταγμένη (ελέω Ευρώπης) χρεοκοπία της; Μήπως ότι πρέπει να επαναλάβει ένα εγχείρημα διακυβέρνησης παλαιάς κοπής σε νέες συνθήκες, όπως εισηγούνται διάφοροι «κεντροαριστεροί σύντροφοι»; Αγνοούν, άραγε, ότι ένας συνασπισμός εξουσίας του τύπου «ΣΥΡΙΖΑ + παραδοσιακή Κεντροαριστερά» δεν θα είναι τίποτε άλλο παρά μια στρεβλή και ταυτόχρονα ανεδαφική προσπάθεια επανάληψης του παρελθόντος; Και, το κυριότερο, η συμπράττουσα Κεντροαριστερά δεν έχει καταλάβει ότι για να γίνει βιώσιμη ιδεολογικά και πολιτικά στη νέα εποχή θα πρέπει να αναθεωρήσει κεντρικά στοιχεία της κρατικιστικής και λαϊκιστικής της ταυτότητας; Οτι χρειάζεται να μετατοπιστεί ριζικά προς αξίες και πολιτικές που ευνοούν την παραγωγή κι όχι μόνον την αναδιανομή, την εργασία κι όχι τον παρασιτισμό; Οτι χρειάζεται να προσανατολιστεί σταθερά στις ευρωπαϊκές αξίες και να προχωρήσει σε υπερβάσεις ανεδαφικών διλημμάτων τύπου «καλό δημόσιο – κακό ιδιωτικό»;
Κάποιοι από τους επισπεύδοντες λένε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα «ρυμουλκηθεί» και θα εκλογικευτεί. Ισχυρίζονται δηλαδή ότι τα πολιτικά συμπληρώματα είναι ικανά να ρυμουλκήσουν τον κύριο κορμό! Κι αυτό, όταν τα συμπληρώματα δεν διαθέτουν καμία νέα ιδέα, παρά μόνον εμπειρία στις τεχνικές της εξουσίας. Αυτό, αν δεν είναι ψευδαίσθηση, είναι σίγουρα πολιτικός τυχοδιωκτισμός.
Ακόμη όμως και στην υποθετική περίπτωση που κάποιος «ρυμουλκούσε» τον ΣΥΡΙΖΑ ή ο ίδιος εκλογίκευε την πολιτική του σε κεντρικές κατευθύνσεις, όπως ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός της χώρας, είναι αυτό αρκετό; Προφανώς όχι. Διότι ένας τέτοιος γενικός αναπροσανατολισμός είναι δώρον άδωρον αν δεν συνοδευτεί από πειστικές και ξεκάθαρες επιλογές βασικών πολιτικών. Αν δε προσθέσουμε τη χαοτική πολυγλωσσία του ΣΥΡΙΖΑ και την έλλειψη στελεχικής και διοικητικής εμπειρίας, αυτό το μείγμα μπορεί εύκολα να οδηγήσει σε στασιμότητα και να επαναφέρει την αμφισβήτηση της ευρωπαϊκής θέσης της χώρας (το γνωστό Grexit). Επίσης, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε σε συνθήκες παγκόσμιας ταραχής και σοβαρής δυσκολίας των ευρωπαϊκών κρατών, όπου κανείς δεν είναι διατεθειμένος να κουβαλάει επί μακρόν στην πλάτη του τον άλλο.
Είναι αυτοκτονικό παρατάξεις πολυδιασπασμένες και με κρίση ταυτότητας να προσπαθούν να ορίσουν εκ των προτέρων προνομιακές συμμαχίες διακυβέρνησης και μάλιστα με ισχυρότερους πόλους. Θα πρέπει πρώτα να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα της δικής τους ενοποίησης και πολιτικής κατεύθυνσης. Αν, ωστόσο, βιάζονται να ορίσουν συμμάχους, αδιαφορούν για την πολιτική αυτονομία του χώρου και αρκούνται στο να καταστούν συμπληρωματική εξουσία, τότε απλώς αναπαράγουν την πολιτική εξάρτηση, τον διχασμό και τη διάλυση.
Εάν συντρέξουν οι προϋποθέσεις, οι πολιτικές συμμαχίες δεν γίνονται στη βάση της συγκόλλησης κομμάτων και της ευκαιριακής ένωσης προσώπων, αλλά στη βάση προγραμματικών σημείων πολιτικής σύγκλισης. Ετσι, ο καθένας προσέρχεται σε μίνιμουμ ή μάξιμουμ συγκλίσεις-συμβιβασμούς, διατηρώντας αυτονομία ταυτότητας και στρατηγικής.
Ο υπεύθυνος ενδιάμεσος χώρος που τράβηξε το βασικό φορτίο ανάταξης της χώρας ως σήμερα, που πλήρωσε αλλά και που διδάχθηκε από τα λάθη του, δεν μπορεί να εξαγγέλλει προνομιακές, δήθεν προοδευτικές, συνεργασίες διακυβέρνησης τόσο ανεύθυνα όσο προτείνουν ορισμένοι. Σήμερα επιβάλλεται να διακηρύξει και να διασφαλίσει την αυτονομία του. Να επεξεργαστεί σημεία προγραμματικών και πολιτικών συμφωνιών με βάση τις αρχές του, την υπέρβαση των λαθών του και, κυρίως, τις ανάγκες ανάταξης της χώρας. Οσοι τον καλούν να προεπιλέξει βιαστικά προνομιακούς συμμάχους είτε προς τα δεξιά είτε προς τα αριστερά θα ήταν πιο χρήσιμοι αν εργάζονταν ειλικρινά για την καθολική ενοποίησή του.
Ο κ. Γιώργος Φλωρίδης είναι πρώην υπουργός.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ