Πριν από περίπου έναν χρόνο, στις 23 Ιανουαρίου 2013, ο βρετανός πρωθυπουργός Ντέιβιντ Κάμερον πραγματοποίησε μία από τις σημαντικότερες ομιλίες στην ιστορία των ευρωβρετανικών σχέσεων. Υπό την πίεση ακραίων φωνών μέσα στο ίδιο του το κόμμα, τους Τόρις, αλλά και υπό τη δημοσκοπική άνοδο του εθνικιστικού Κόμματος της Ανεξαρτησίας (UKIP) του Νάιτζελ Φάρατζ, ο Κάμερον υποσχέθηκε ότι εφόσον κερδίσει τις επόμενες εκλογές το 2015, θα επαναδιαπραγματευθεί τη σχέση του Λονδίνου με την Ευρωπαϊκή Ενωση (ΕΕ). Στη συνέχεια, μέσα σε δύο χρόνια, ως το 2017, το αποτέλεσμα αυτής της επαναδιαπραγμάτευσης θα τεθεί ενώπιον του βρετανικού λαού σε δημοψήφισμα ώστε αυτός να αποφασίσει αν θέλει να μείνει ή χώρα στην ΕΕ ή όχι.
Ενα από τα βασικότερα επιχειρήματα που επαναλαμβάνονται από την πλευρά των ευρωσκεπτικιστών στη συζήτηση που διεξάγεται στη Βρετανία για την ΕΕ είναι ότι «οι Βρυξέλλες καθορίζουν και επιβάλλουν το 75% της νομοθεσίας». Είναι άγνωστο πώς γίνεται ο υπολογισμός αυτός και ορισμένοι παραπέμπουν σε μια φράση που κάποτε χρησιμοποίησε ο πρώην πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Χανς-Γκέρχαρντ Πέτερινγκ. Το UKIP επιμένει σε αυτό το επιχείρημα. Ουδείς φυσικά δίνει σημασία στο γεγονός ότι η Κομισιόν δεν επιβάλλει αλλά προτείνει νομοθετικές πρωτοβουλίες που στη συνέχεια αποφασίζονται από το Συμβούλιο Υπουργών –άρα και από τη Βρετανία.
Ο Κάμερον κατέστησε σαφές στην ομιλία του ότι για τη Βρετανία η ΕΕ αποτελεί «ένα μέσο προς έναν στόχο» και ο στόχος δεν είναι μια «όλο και στενότερη ένωση», στην οποία ομνύουν, έστω ρητορικά, πολλά κράτη-μέλη. Πρόσθεσε δε ότι ο συνδυασμός συγκεκριμένων αλλαγών στην ΕΕ έχει καταστήσει τη σχέση αυτή λιγότερο άνετη. Το αποτέλεσμα είναι η άνοδος του UKIP, που εισπράττει την ψήφο διαμαρτυρίας όχι μόνο από τους Τόρις, αλλά επίσης από το Εργατικό Κόμμα του Εντ Μίλιμπαντ και τους Φιλελεύθερους Δημοκράτες του Νικ Κλεγκ.
Η αίσθηση είναι ότι ο Κάμερον δεν είναι υπέρ της εξόδου της Βρετανίας από την ΕΕ. Αν όμως δεν μπορέσει να έχει τη δυνατότητα να επαναδιαπραγματευθεί τη σχέση της χώρας του με την Ευρώπη, τότε ίσως πιεστεί να κινηθεί προς το σενάριο της αποχώρησης. Από την πλευρά του, ο ηγέτης των Εργατικών Εντ Μίλιμπαντ έχει αποφύγει να δεσμευθεί για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος –τουλάχιστον προς το παρόν. Φοβάται ότι μια κυβέρνηση των Εργατικών, που ίσως να έχει οριακή πλειοψηφία ή υποχρεωθεί να συγκυβερνήσει, θα κληθεί να χειριστεί ένα τόσο φορτισμένο ζήτημα στο μέσο της θητείας της –το 2017 –όταν η δημοτικότητά της αρχίζει να φθίνει. Οσο για τον Νικ Κλεγκ, αυτός έχει εκφράσει τις αντιρρήσεις του στην προσέγγιση Κάμερον. Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι οι Φιλελεύθεροι Δημοκράτες θεωρούνται το πλέον φιλοευρωπαϊκό κόμμα στη Βρετανία, έχουν δεσμευθεί για ένα δημοψήφισμα ώστε να αποφευχθούν εσωκομματικές αντιδράσεις.
Δεν είναι λίγοι όσοι υποστηρίζουν ότι η μελλοντική έξοδος των «ενοχλητικών Βρετανών» από την ΕΕ δεν συνιστά απαραίτητα κακή εξέλιξη. Ούτως ή άλλως, συνεχίζει το σκεπτικό αυτό, προκαλούν περισσότερα προβλήματα από όσα λύνουν. Η εικόνα του Κάμερον να διαχωρίζει τη θέση του από τους ομολόγους του το 2011, κατά τη συζήτηση για το Δημοσιονομικό Σύμφωνο (Fiscal Compact), είναι ακόμη νωπή. Καθώς μάλιστα το ποσοστό των Βρετανών που εμφανίζεται να υποστηρίζει ακόμη και την αποχώρηση της Βρετανίας από την ΕΕ αυξάνεται στις δημοσκοπήσεις, η αντίδραση πολλών εκ των εταίρων τους στην ΕΕ μοιάζει φυσιολογική.
Ωστόσο οι προκλήσεις είναι πολλές και ενδέχεται να επιφυλάσσουν εκπλήξεις τόσο για τη Βρετανία όσο και για την ΕΕ. Οπως σημειώνει ο Τσαρλς Γκραντ του Κέντρου Ευρωπαϊκής Μεταρρύθμισης (Centre for European Reform –CER) στο Λονδίνο, η αισιοδοξία του Κάμερον ότι ως το 2017, λόγω και της ευρωκρίσης, η ΕΕ θα προχωρήσει σε αναθεώρηση Συνθηκών ώστε και αυτός να επιτύχει την επιστροφή εξουσιών που θέλει μπορεί να αποδειχθεί έωλη.
Μια νέα Συνθήκη απαιτεί την υπογραφή όλων των κρατών-μελών και η διαπραγματευτική ικανότητα του Λονδίνου θα είναι μεγάλη. Ωστόσο, πέραν της Γερμανίας, που δεν θα έλεγε όχι σε μια ευρεία αναθεώρηση, σχεδόν κανείς δεν την επιθυμεί, με προεξάρχουσα τη Γαλλία. Ακόμη και το Βερολίνο όμως, το οποίο σε γενικές γραμμές επιθυμεί την παραμονή της Βρετανίας στην ΕΕ, έχει προειδοποιήσει το Λονδίνο, διά στόματος του πρώην υπουργού Εξωτερικών Γκίντο Βεστερβέλε, ότι δεν θα επιτρέψει μια επιλεκτική αναθεώρηση (cherry picking). Και ο νοών νοείτω…
Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Ακόμη και όσοι έχουν πλέον αποδεχθεί ότι η Βρετανία πηγαίνει προς την έξοδο, δεν μπορούν να περιγράψουν τι θα σημάνει αυτό για την ίδια την ΕΕ. Και τούτο διότι οι περισσότεροι στέκονται σε μια επαναδιαπραγμάτευση της σχέσης, «απωθώντας στο υποσυνείδητο» το σενάριο του Brexit.
Δεν χρειάζεται να ψάξει πολύ κάποιος για να καταλάβει τους λόγους. «Η ακριβής διαδικασία αποχώρησης μιας χώρας από την ΕΕ παραμένει ασαφής και πολιτικές επιπτώσεις μιας τέτοιας κίνησης ασαφέστερες» σημειώνει σε μια έξοχη ανάλυσή του ο Τιμ Ολιβερ του Γερμανικού Ινστιτούτου Διεθνών Υποθέσεων και Ασφαλείας (SWP). Πρόκειται για ένα θέμα-ταμπού που θα μπορούσε να έχει σοβαρές επιπτώσεις σε σωρεία θεμάτων, να τροφοδοτήσει φυγόκεντρες τάσεις εντός ΕΕ, ενώ η τεχνική πολυπλοκότητά του παραμένει άγνωστη.
Παράλληλα όσοι δεν νοιάζονται για πιθανή αποχώρηση της Βρετανίας αγνοούν ότι είναι μια χώρα που αποτελεί το 12,5% του πληθυσμού της ΕΕ και το 14,8% του ΑΕΠ της. Ακόμη και σήμερα, σε συνθήκες κρίσης, είναι η έκτη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου, που διαθέτει το μεγαλύτερο χρηματιστικό κέντρο του πλανήτη (το City του Λονδίνου, παρά τις αμαρτωλές πρακτικές του…) και αποτελεί ακόμη τη μία εκ των δύο στρατιωτικών δυνάμεων της Ευρώπης (η άλλη είναι η Γαλλία).
Τα εναλλακτικά σενάρια που έχουν ακουστεί σε περίπτωση αποχώρησης είναι αυτά της Νορβηγίας και της Ελβετίας. Το σπουδαιότερο ζήτημα όμως θα είναι η μεταβολή της ισορροπίας ισχύος στο τρίγωνο Βρετανίας – Γαλλίας – Γερμανίας. Αυτό θα ενδυνάμωνε τον γαλλογερμανικό άξονα, αλλά παράλληλα θα χαθεί ο εξισορροπητικός ρόλος του Λονδίνου, τον οποίο ενίοτε επιζητούσαν τόσο το Παρίσι όσο και το Βερολίνο. Και φυσικά θα υπάρξει και αναταραχή στη σχέση Βρετανίας – Ηνωμένων Πολιτειών.
Ορισμένοι θα χαρούν για αυτό. Από την άλλη πλευρά όμως και παρά το γεγονός ότι οι Αμερικανοί στρέφουν το βλέμμα τους προς τον Ειρηνικό, η αποχώρηση της Βρετανίας θα μπορούσε να περιπλέξει ακόμη περισσότερο τις σχέσεις ΕΕ – ΝΑΤΟ, ενώ θα χανόταν πιθανώς και ένας εκ των βασικών υποστηρικτών της ευρωατλαντικής συμφωνίας ελευθέρου εμπορίου που αυτή την περίοδο βρίσκεται υπό διαπραγμάτευση.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ