Κοντεύουν δύο αιώνες από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους. Μέχρι τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ανήκαμε γεωγραφικά, ιστορικά και πολιτιστικά στα Βαλκάνια. Στη συνέχεια ενταχθήκαμε στο ΝΑΤΟ και αργότερα στην ΕΟΚ με σκοπό αφ’ ενός να «προστατευθούμε» από κάποιους γείτονες και αφ’ ετέρου να αποταυτιστούμε από τα Βαλκάνια και να «πλησιάσουμε» περισσότερο τα προηγμένα ΕυρωπαΪκά κράτη, δεδομένης και της οικονομικής και τεχνικής βοήθειας που αυτό συνεπάγονταν.

Πέρασαν έκτοτε 32 ολόκληρα χρόνια αλλά η ταύτισή μας με την Ευρώπη δεν πραγματοποιήθηκε. Ουδείς εξήγησε στο λαό ότι για να απολαύσουμε την τάξη και τα προνόμια της Δυτικής Ευρώπης χρειάζεται να ασπαστούμε και τις αξίες τους. Η προοπτική, η επιχειρηματικότητα, η οργανωμένη και συστηματική εργασία, η αξιοκρατία, ο σεβασμός της προσωπικότητας και της περιουσίας του άλλου, ο καρποφόρος διάλογος, η επιβολή του νόμου χωρίς εξαιρέσεις, η εντιμότητα και η συνέπεια στις συναλλαγές κλπ. αποτελούν προαπαιτούμενα για μια εύρυθμη και ευημερούσα κοινωνία δυτικού τύπου.

Ο λαός, ακατάρτιστος και ανυποψίαστος, το μόνο που είδε ήταν ότι εισρέει άφθονο χρήμα και έσπευσε να επωφεληθεί. Το εύκολο χρήμα, που εισέρευσε με τη μορφή οικονομικής βοήθειας ή και δανεισμού, οδήγησε στην ήσσονα προσπάθεια και κατέστρεψε κυριολεκτικά τον οικονομικό, το διοικητικό και τον κοινωνικό ιστό καθώς και τις αξίες της χώρας. Η παραγωγή, ακόμα και η αγροτική, συρρικνώθηκε. Η επιχειρηματικότητα αναθεματίστηκε για λόγους «ιδεολογικούς» ή ιδιοτέλειας και φθόνου. Το κράτος και οι εισαγωγές γιγαντώθηκαν. Κύριοι υπεύθυνοι βεβαίως οι πολιτικοί διαχειριστές συμπολίτευσης και αντιπολίτευσης, παρέα με συνδικαλιστές, κρατικοδίαιτους επιχειρηματίες και τα ΜΜΕ. Το δε καταστρεπτικό παράδειγμά τους έδινε και δίνει άλλοθι σε κάθε είδους παραβάτες και απατεώνες.

Η πορεία αυτή ανέδειξε, μεταξύ άλλων, τέσσερα βασικά γνωρίσματα της νεοελληνικής κοινωνίας: Την ξενοδουλεία, την περιφρόνηση των νόμων και του Συντάγματος, την αναξιοκρατία/ λαϊκισμό και την «αρπαχτή». Και τα τέσσερα έχουν τις ρίζες τους στην Τουρκοκρατία. Και νά πώς:

Ξενοδουλεία

Μέχρι την απελευθέρωση, τα προνόμια των αρματολικιών και των κοτζαμπασέων που συνέλεγαν τους φόρους δίνονταν και παίρνονταν πίσω από τον Πασά της περιοχής. Μετά το 1828, ελλείψει πολιτικού συστήματος και εκλογικής διαδικασίας, οι διάφοροι πολιτικοί έπρεπε, όπως είχαν συνηθίσει, να αντλήσουν από κάπου αλλού την όποια πολιτική τους εξουσία. Ούτε σκέψη βέβαια για εκλογές από ένα λαό πάμφτωχο, αγράμματο και ταλαιπωρημένο, τον οποίο μέχρι τότε οι ίδιοι καταφρονούσαν και εκμεταλλεύονταν (αυτό έλλειπε να ζητήσουν και τη γνώμη των παρακατιανών ραγιάδων…). Ελλείψει Πασά στράφηκαν λοιπόν για νομιμοποίηση και προστασία στις τρείς Προστάτιδες δυνάμεις. Φρόντισαν δε, συνεπικουρούντος και του διαρκούς χρέους, να διατηρήσουν όλη αυτή την εξάρτηση από τους ξένους αλλά και την περιφρόνησή τους για το λαό ζωντανές μέχρι σήμερα. Και επειδή το χρέος καίει, ο κάθε πρωθυπουργός κάνει περιοδικά ένα γύρο για να υποβάλει τα διαπιστευτήριά του στα ξένα κέντρα εξουσίας, να παρακαλέσει και σε αντάλλαγμα να πάρει οδηγίες για διάφορα θέματα. Παράλληλα, οι πολιτευτές δέχονται αφ’ υψηλού στα γραφεία τους τους ραγιάδες ψηφοφόρους που εκλιπαρούν για ρουσφέτια.

Περιφρόνηση των νόμων.

Στο μυαλό των περισσότερων οπλαρχηγών και των προεστών του 21, η έννοια της Ελευθερίας συνταυτίζονταν με την έννοια της αυθαιρεσίας και της ασυδοσίας: «Να διώξουμε τον Τούρκο για να κάνουμε ό,τι θέλουμε». Όταν ο Ι. Καποδίστριας προσπάθησε να στήσει μια κρατική μηχανή προκάλεσε τη σφοδρή αντίδραση των περισσοτέρων. Δεν μπορούσαν να δεχθούν έλεγχο επάνω τους: «Δεν διώξαμε τον Τούρκο για να βάλουμε εσένα στο σβέρκο μας». Και έτσι τον πήρε ο Χάρος.

Η πρακτική της μη συμμόρφωσης των ισχυρών προς τους νόμους διατηρήθηκε και οδήγησε και στη συγγραφή νόμων με πολλά «φωτογραφικά παραθυράκια» ώστε να ανθεί και νομότυπα η αυθαιρεσία. Το παράδειγμα της αυθαιρεσίας των πολιτικών μιμούνται βέβαια και διάφοροι κρατικοί υπάλληλοι αλλά συμβάλλει και ο λαός, ο οποίος συνέχισε όπως και επί Τουρκοκρατίας να τους εξευμενίζει με δωροδοκίες και καλοπιάσματα προκειμένου να κάνει τη δουλειά του.

Αναξιοκρατία / Λαϊκισμός

Αφού οι νόμοι δεν τηρούνται ή έχουν συνταχθεί έτσι ώστε να αλληλοαναιρούνται αλλά και συνεχώς αλλάζουν, δεν υπάρχει σταθερό πλαίσιο για να εφαρμόσει κανείς κάποιους αξιοκρατικούς κανόνες αξιολόγησης ανθρώπων και σχεδίων. Προέχει λοιπόν η προώθηση προσώπων που θεωρούνται «δικά μας παιδιά», τα οποία ανταμείβονται συνήθως με κατάλληλες προσλήψεις και τοποθετήσεις στο Δημόσιο, το οποίο έγινε καθαρά φέουδο όλων των πολιτικών κομμάτων. Τα φύλλα ποιότητας δεν συντάσσονται αξιοκρατικά και ακριβοδίκαια (συνήθως όλοι παίρνουν «λίαν καλώς’ και «άριστα») και άρα είναι άνευ πρακτικής αξίας. Έτσι είναι αδύνατο να εντοπίσει κανείς αντικειμενικά τους άχρηστους αφού είναι κρυμμένοι πίσω από φύλλα ποιότητας που δεν απεικονίζουν την πραγματική τους επίδοση.

Αλλά, επειδή έχουμε φτιάξει μια κοινωνία όπου ουδείς εμπιστεύεται κανέναν και για κανένα θέμα, ανάλογη κατάσταση επικρατεί δυστυχώς και στον ιδιωτικό τομέα: ευνοούνται δηλαδή και εκεί οι έμπιστοι του επιχειρηματία και οι σπιούνοι.

Στον αντίποδα της αξιοκρατίας βρίσκεται ο λαϊκισμός. Αυτός αποτέλεσε την άμυνα των πολιτικών μετά την καθιέρωση του πρώτου Συντάγματος της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 και την εισαγωγή της εκλογικής διαδικασίας. Αποσκοπεί στο να υποκλέψει ψήφους με ψευδείς υποσχέσεις και με μέτρα που επενδύουν στον φθόνο που τρέφουν οι πολλοί για τους λίγους επιτυχημένους. Επειδή ισοπεδώνει τα πάντα συνιστά σοβαρό εμπόδιο στην καθιέρωση οποιασδήποτε αξιοκρατίας. Και μια κοινωνία που δεν επιβραβεύει αλλά τιμωρεί τους ικανούς και τους έντιμους ενώ παράλληλα καλύπτει και βολεύει τα παράσιτα, τί είδους προοπτικές μπορεί να έχει;

Αρπαχτή.

Οι αρματωλοί και οι κλέφτες ζούσαν από το πλιάτσικο και από την παροχή «προστασίας». Άρπαζαν λοιπόν ό,τι μπορούσαν για να ζήσουν. Αλλά και οι πρόκριτοι που συνέλεγαν τους φόρους για τον Πασά μάζευαν όσο πιό πολλά χρήματα μπορούσαν από τους ραγιάδες ώστε να περισσέψει και για τους ίδιους ένα αξιοπρεπέστατο ποσό. Γινόταν δηλαδή και εδώ «αρπαχτή». Επόμενο ήταν οι πρακτικές αυτές να μεταφερθούν και στο Ελληνικό Κράτος και έτσι η νοοτροπία της αρπαχτής διατηρείται μέχρι σήμερα και εκδηλώνεται πιό έντονα και πιό κυνικά κατά τις δύσκολες ώρες που περνάμε. Έτσι, η φοροσυλλογή δεν αποσκοπεί στην ανάπτυξη: απλά πρέπει να κλείσει τα ελλείμματα ενός σπάταλου, ανοργάνωτου και χωρίς συνείδηση αποστολής Κράτους με τουλάχιστον 30% υπεράριθμους υπαλλήλους. «Αυτά για φέτος. Του χρόνου θα βρούμε άλλου είδους αρπαχτή». Και έτσι οι νόμοι διαδέχονται ο ένας τον άλλον, βρισκόμαστε σε μια διαρκή σύγχυση από την οποία επωφελούνται οι επιτήδειοι και κάποιοι που έχουν κάνει τον παρασιτισμό ιδεολογία. Και με αυτές τις συνθήκες κανένας σοβαρός κεφαλαιούχος δεν πρόκειται να βάλει τα λεφτά του στην Ελλάδα για αξιόλογες παραγωγικές επενδύσεις.

Όμως, οι συμπεριφορές της ηγεσίας γίνονται αντικείμενο μίμησης από το λαό και ο φαύλος κύκλος που προκύπτει διατηρεί τις στρεβλώσεις. Αναφύεται λοιπόν το ερώτημα: «Οι καταστάσεις αυτές δεν άλλαξαν επί 200 χρόνια. Μπορούν άραγε να αλλάξουν τώρα;»

Τέτοιες βαθειά ριζωμένες νοοτροπίες δεν αλλάζουν μέσα σε λίγα χρόνια. Χρειάζεται πρώτα ριζική αλλαγή στην παιδεία του λαού, την οποία έχουν φροντίσει να υποβαθμίσουν οι πολιτικοί, συνδικαλιστές, ΜΜΕ και σημαντική μερίδα των καθηγητών. Μόνο όταν ο λαός κατανοήσει ότι είναι προς το συμφέρον του να απαιτεί από τους πολιτικούς διαφάνεια, ειλικρίνεια, αξιοκρατία και ισονομία και όχι ατομικά βολέματα και ρουσφέτια, όταν θα κρίνει τους πολιτικούς με βάση τα έργα τους και όχι τις υποσχέσεις, μόνο δηλαδή όταν θα ανέβει το επίπεδο του λαού θα μπορούμε να περιμένουμε αλλαγές και στο πολιτικό σύστημα.

Θα πούν μερικοί: «Ζήσε Mάη μου να φάς τριφύλλι! Το τώρα μας ενδιαφέρει…» Και τους απαντώ: Αυτό το «τώρα» δεν θα έρθει ποτέ άν δεν θεμελιώσουμε άμεσα το όραμα και το μεσοπρόθεσμο. Και το αντικείμενο της εκπαιδευτικής αναμόρφωσης δεν μπορεί να είναι η διαδικασία εισαγωγής στα πανεπιστήμια αλλά, κυρίως, μια παιδεία που, από το Νηπιαγωγείο, θα αποσκοπεί να διαμορφώσει υπεύθυνους πολίτες που θα ξέρουν να συνεργάζονται και να κάνουν καρποφόρο διάλογο. Ας συστρατευτούν και όσα ΜΜΕ σκέφτονται κάπως πατριωτικά.