Η πρόεδρος της Ανω Δούμας Βαλεντίνα Ματβιένκο, τρίτη στην ιεραρχία της Ρωσίας και παλιά γνώριμη της Αθήνας, έθεσε χθες κατά την εδώ παραμονή της ένα ερώτημα το οποίο θα έπρεπε να είχαν θέσει πρώτοι όλοι οι Ελληνες, αναφερόμενοι στις αντιρρήσεις της ευρωπαϊκής επιτροπής ως προς την υπόθεση της ΔΕΠΑ. Αφού υπενθύμισε ότι την ώρα που όλες οι χώρες της ΕΕ αναπτύσσουν σχέσεις με την Gazprom και η Γερμανία εισάγει 30 δισ. κυβικά μέτρα φυσικού αερίου από τη Ρωσία, οι Βρυξέλλες μιλούν για δεσπόζουσα θέση λόγω της πιθανότητας εμπλοκής της εταιρείας στην Ελλάδα, που εισάγει αντίστοιχα μόλις 2,5 δισ. κυβικά μέτρα, σημείωσε ότι «εδώ έχουμε δύο μέτρα και δύο σταθμά. Στη μια περίπτωση δεν έχουν αντίρρηση, ενώ στην Ελλάδα έχουν αντιρρήσεις»

Εχει απόλυτο δίκιο: φυσικά, δεν είναι η πρώτη φορά που οι Βρυξέλλες (δηλαδή η μεταμφίεση του Βερολίνου) με τις αυθαίρετες τοποθετήσεις τους δημιουργούν προβλήματα στις αγωνιώδεις προσπάθειες που καταβάλλει η Ελλάδα να πετύχει ορισμένους στόχους και λειτουργούν εις βάρος της χώρας: την ώρα που την πιέζουν ασφυκτικά, μέχρι θανάτου, για να πετύχει το καταστρεπτικό πρόγραμμα, την ίδια ώρα παρεμβαίνουν και αναστέλλουν ενέργειες που θα μπορούσαν να βοηθήσουν την Ελλάδα να το πετύχει.

Κι αυτό δεν έχει να κάνει μόνον με το συγκεκριμένο ζήτημα: εκτείνεται από αυτό και φτάνει ως μια σειρά απίθανων διατάξεων που λειτουργούν αρνητικά για την κτηνοτροφία ή τη γεωργική παραγωγή, ή ακόμα και για τις χρήσεις γης: η Ελλάδα, που αναγκάζεται να αποδέχεται ακόμα και την πώληση νησιών, καταφέρνει να βρει αγοραστές και εκείνοι, που φέρνουν πολλά χρήματα στη χώρα και ετοιμάζονται να κάνουν μεγάλες επενδύσεις στα νησιά που αγοράζουν, μπλοκάρονται από τις νομοθεσίες… νατούρα ή ότι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς…

Ταυτόχρονα, ξεπερνώντας κάθε όριο, οι Βρυξέλλες επιθυμούν να πάρουν ακόμα και από το ελληνικό έδαφος την εταιρία που έχει συσταθεί για να διαχειριστεί την εκποίησης της ελληνικής δημόσιας περιουσίας και να ελέγξουν πλήρως της στελέχωσή της – όχι πώς δεν την ελέγχουν ήδη, αλλά, όσο κι αν χαμηλοφώνως το διαψεύδουν, στην πραγματικότητα, ζητούν ακόμα πιο απόλυτη και άμεση υπαγωγή.

Ο Αντώνης Σαμαράς πηγαίνει τώρα στην «πρωτεύουσα» της Ευρώπης με την ελπίδα ότι θα καταφέρει να βάλει ένα φρένο στην ευρωπαϊκή πολιτική και γραφειοκρατία που όχι μόνον θέτει τέτοιου είδους εμπόδια, και τα θέτει συστηματικά, όπου κι όποτε επιθυμεί, αλλά, ακόμα χειρότερο, ετοιμάζεται να παρέμβει ξανά ζητώντας νέα μέτρα με την επιστροφή της τρόικας στην Αθήνα, κατά «διαβολική σύμπτωση», την επομένη ακριβώς των γερμανικών εκλογών, την ώρα που το εκλογικό μορατόριουμ του Βερολίνου πλέον εκπνέει οριστικά. Προσπαθεί να προβάλει δηλαδή την βέβαιη ταφόπλακα…

Σωστά κάνει ο πρωθυπουργός και πάει. Ομως, θα είναι πάρα πολύ δύσκολο το ταξίδι του αυτό να φέρει κάποιο πραγματικό αποτέλεσμα, καθώς οι Γερμανοί είναι αποφασισμένοι να συνεχίσουν έτσι και οι Βρυξέλλες εδώ και πολύ καιρό δεν είναι παρά το θέατρο σκιών της Γερμανίας: δεν κουνιέται τίποτα, αν το Βερολίνο δεν τραβήξει τα σκοινιά.

Η Ελλάδα θα βρεθεί λοιπόν σύντομα αντιμέτωπη με νέες απαιτήσεις από τους δανειστές που κάποτε τους λέγανε «σωτήρες», αλλά, τουλάχιστον, κανείς πια δεν χρησιμοποιεί το γελοίο αυτό όρο για να περιγράψει μια κατάσταση πλήρους υπαγωγής και μετρημένης – από τους ίδιους τους Γερμανούς – τοκογλυφίας εις βάρος της Ελλάδας.

Είτε μας αρέσει είτε όχι, είτε είμαστε έτοιμοι να το καταλάβουμε είτε όχι, είτε μας ανατρέπει τις παλιές μας αντιλήψεις είτε όχι, η αλήθεια είναι ότι το Βερολίνο και η σκιά του, οι Βρυξέλλες, μας οδηγούν στον όλεθρο – κι αυτό γίνεται πια με ταχύτητα και θα έχει μη αναστρέψιμες επιπτώσεις στο πολιτικό και το κοινωνικό πεδίο. Οδηγούν την Ελλάδα με μαθηματική ακρίβεια στην πολιτική εκτροπή και θα μας κατηγορούν μετά ως… φασίστες: δεν πρέπει να τους το επιτρέψουμε.

Η μόνη ελπίδα της κυβέρνησης για ανάσχεση αυτής της πορείας, είναι το να αντιταχθεί και να αναζητήσει άλλα διεθνή ερείσματα: η Ελλάδα δεν είναι για πέταμα, όσο κι αν ως τέτοια παρουσιάζεται. Εχει δυνατότητες, που αυξάνουν ουσιωδώς από τη γεωπολιτική σημασία της και που ενισχύονται ακόμα περισσότερο από την τωρινή συγκυρία ενός κόσμου που αλλάζει, όπως λ.χ. στις σχέσεις ΗΠΑ – Ρωσίας: η νέα συνεργασία ανάμεσα στις δύο χώρες βοηθά πολύ την Ελλάδα και πρέπει να αξιοποιηθεί με συστηματική δουλειά. Η ατλαντική, δυτική Ελλάδα μπορεί να γίνει ενεργό πεδίο σύγκλισης των ευρύτερων υπό αναδιαμόρφωση συσχετισμών.

Γι αυτό και από το ταξίδι στις Βρυξέλλες είναι πολύ πιο σημαντικά τα επόμενα που προγραμματίζει ο πρωθυπουργός, στις ΗΠΑ και στο Τελ Αβίβ, όπως επίσης και η χθεσινή επανεκκίνηση των ελληνορωσικών σχέσεων μετά την επίσκεψη Ματβιένκο στην Αθήνα. Σε αυτά πρέπει να γίνει η προσπάθεια κι όχι στο Βερολίνο που δεν πρόκειται να επιτρέψει στην Ελλάδα να ορθοποδήσει.