Επί χρόνια τώρα η Ελλάδα βρίσκεται στο προσκήνιο λόγω της οικτρής οικονομικής κατάστασης που συνδέεται με μια απότομη άνοδο της ανεργίας, της φτώχειας και της ευρείας δυσαρέσκειας. Αυτό όμως δεν είναι το μόνο που η Ελλάδα οφείλει να αντιμετωπίσει επειγόντως και να λύσει: τα εγκλήματα μίσους και η ατιμωρησία πρέπει επίσης να αντιμετωπιστούν προκειμένου να προστατευτούν οι δημοκρατικές αξίες και τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Τα εγκλήματα μίσους αυξήθηκαν κατακόρυφα στη χώρα τα τελευταία χρόνια. Από τον Οκτώβριο του 2011 ως τον Δεκέμβριο του 2012 καταγράφηκαν περισσότερα από 200 περιστατικά ρατσιστικής βίας, κυρίως κατά μεταναστών. Ο αριθμός αυτός είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου καθώς οι μετανάστες συχνά φοβούνται να καταγγείλουν τις επιθέσεις.
Το ρατσιστικό μίσος εξαπλώνεται στην κρατική σφαίρα, τροφοδοτούμενο από ένα νεοναζιστικό κόμμα, τη Χρυσή Αυγή, που κατέχει 18 από τις 300 έδρες στη Βουλή. Μέλη του κόμματος αυτού, μεταξύ των οποίων και βουλευτές, έχουν αναμειχθεί σε μερικές από τις σοβαρότερες περιπτώσεις ρατσιστικού λόγου και ωμής βίας.
Ως μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης που δεσμεύεται από τη Συνθήκη για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, η Ελλάδα έχει χρέος να υιοθετήσει αποτελεσματικά μέτρα κατά των εγκλημάτων μίσους και να αποτρέψει ενέργειες που θέτουν σε κίνδυνο τη σωματική ακεραιότητα και την αξιοπρέπεια οποιουδήποτε ανθρώπου στην επικράτειά της.
Η ελληνική νομοθεσία παρέχει τη δυνατότητα να τιμωρηθούν αποτελεσματικά τα άτομα και οι πολιτικοί οργανισμοί που προωθούν την έλλειψη ανεκτικότητας και τα εγκλήματα μίσους. Η διεθνής και η ευρωπαϊκή νομοθεσία προβλέπει περιορισμούς στα πολιτικά κόμματα, περιλαμβανομένης της απαγόρευσής τους.
Η απάντηση όμως του ελληνικού κράτους στην απειλή που θέτουν τα ρατσιστικά και άλλα εγκλήματα μίσους υπήρξε μέχρι στιγμής αναποτελεσματική. Οι ελάχιστες περιπτώσεις που έφθασαν στα δικαστήρια οδήγησαν σε εξαιρετικά επιεικείς, μη αποτρεπτικές ποινές εναντίον όσων διέπραξαν τα εγκλήματα μίσους.
Η κατάσταση επιδεινώνεται περαιτέρω από την αποτυχία να αντιμετωπιστούν οι δυσλειτουργίες των αρχών ασφαλείας, ιδίως της Αστυνομίας, η οποία επικρίνεται διεθνώς επειδή περιφρονεί τα δεσμευτικά πρότυπα για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ακόμη χειρότερα, η υποψία συνέργειας ανάμεσα σε ένα κομμάτι της Αστυνομίας και τη Χρυσή Αυγή κατάφερε ένα εξαιρετικά ζημιογόνο πλήγμα στην εμπιστοσύνη του κοινού, όχι μόνο προς την Αστυνομία αλλά και προς το κράτος γενικότερα.
Μια από τις εξηγήσεις για τη μέχρι στιγμής αναποτελεσματική απάντηση του κράτους εντοπίζεται στα σοβαρά κενά στην εκπαίδευση των αστυνομικών, των ανακριτών και των δικαστών. Επιπλέον, το δικαστικό σύστημα της Ελλάδας υποφέρει από χρόνια διαρθρωτικά προβλήματα, κυρίως τις εξαιρετικά χρονοβόρες διαδικασίες, την έλλειψη αποτελεσματικότητας και τα υψηλά δικαστικά έξοδα.
Οσον αφορά τις δυνάμεις ασφαλείας, η θεσμοθετημένη κουλτούρα ατιμωρησίας οδηγεί συχνά σε αναποτελεσματική δράση κατά της χρήσης υπερβολικής βίας και των εγκλημάτων μίσους. Ενας ακόμη σημαντικός θεσμός που λείπει από την Ελλάδα είναι ένας ανεξάρτητος και αποτελεσματικός μηχανισμός παραπόνων κατά της Αστυνομίας.
Η αντιμετώπιση των προβλημάτων αυτών πρέπει να αποτελέσει προτεραιότητα. Ειδικότερα, οι ελληνικές αρχές πρέπει να κάνουν τρία επείγοντα βήματα.
Πρώτον, οι πολιτικοί θεσμοί οφείλουν να σταθούν στο ύψος των ευθυνών τους, να απέχουν από τη ρητορική που προωθεί τη μισαλλοδοξία και να καταδικάσουν απερίφραστα όλες τις περιπτώσεις ρητορικής μίσους και ρατσιστικής βίας.
Δεύτερον, η υπάρχουσα αντιρατσιστική νομοθεσία πρέπει να εφαρμοστεί πλήρως και αποτελεσματικά. Επιπλέον, η υιοθέτηση του νομοσχεδίου για τον ρατσισμό και την ξενοφοβία, που εκκρεμεί από το 2011, πρέπει να επισπευσθεί και να προβλέπει όσο το δυνατόν βαρύτερες ποινές για τα ρατσιστικά και ξενοφοβικά εγκλήματα. Ολα αυτά πρέπει να συνοδεύονται από τη συστηματική εκπαίδευση όλων των σχετικών αρχών, κυρίως της Αστυνομίας, των ανακριτών και των δικαστών.
Τέλος, η ατιμωρησία που χαίρουν τα σώματα ασφαλείας πρέπει να εξαλειφθεί. Αυτό προϋποθέτει την αποτελεσματική δίωξη όλων των σοβαρών παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, την υιοθέτηση μέτρων κατά της διαφθοράς και την εισαγωγή ανεξάρτητων μηχανισμών ελέγχου. Πρέπει επίσης να υιοθετηθούν αποτρεπτικά μέτρα, περιλαμβανομένης της απομάκρυνσης από τις κρατικές δομές και τις δημόσιες λειτουργίες όσων διαπράττουν ρατσιστικά εγκλήματα ή υποστηρίζουν αντιδημοκρατικές πρακτικές.
Η ρατσιστική βία έχει ευρείες κοινωνικές επιπτώσεις και διαβρώνει τις δημοκρατικές αξίες και τα ανθρώπινα δικαιώματα που βασίζονται στον σεβασμό και την ισότητα ανάμεσα στους ανθρώπους. Γι’ αυτό πρέπει να αντιμετωπίζεται πιο σοβαρά από άλλες μορφές βίας και εξτρεμισμού. Το μέλλον της δημοκρατίας στην Ελλάδα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ικανότητα του ελληνικού κράτους να απαλείψει σήμερα τις αδυναμίες στην αντιμετώπιση των εγκλημάτων μίσους.
Ο κ. Νιλς Μούιζνιεκς είναι ο επίτροπος Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης. Eπισκέφθηκε τη χώρα μας στα τέλη Ιανουαρίου και με βάση τις επαφές του εδώ αλλά και την έρευνα που είχε προηγηθεί συνέταξε την έκθεση από την οποία εκκρεμεί η απάντηση των ελληνικών αρχών που αναμένεται ως αύριο.
Η έκθεση –την οποία έχει στα χέρια του «Το Βήμα της Κυριακής» –δίνει την προτεραιότητα στα εγκλήματα μίσους ενώ οι προηγούμενες εστίαζαν στα κέντρα «φιλοξενίας» μεταναστών και προσφύγων. Αναφέρεται επίσης στην ανέγερση τζαμιού στην Αθήνα, στον νόμο για την ιθαγένεια, στην κακομεταχείριση μεταναστών και Ρομά από αστυνομικούς, στη διαδικασία χορήγησης ασύλου και σε όλα τα ζητήματα παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Ελλάδα. Καταλήγει με τις συστάσεις του επιτρόπου προς τις ελληνικές αρχές προκειμένου να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα. Το άρθρο γράφτηκε ειδικά για «Το Βήμα της Κυριακής».

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ