Οι θεμελιωτές της Ενωμένης Ευρώπης οραματίστηκαν ένα Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Μοντέλο που δεν θα μπορούσε να εξυπηρετεί απλά την παραδοσιακή αντίληψη του «κράτους φροντίδας» ή «κράτους φύλακα», αλλά ένα δυναμικό παραγωγικό μοντέλο ενταγμένο στην κοινωνία και στην οικονομία. Το κράτος πρόνοιας δεν θα μπορούσε μόνο να προστατεύει το άτομο από τους κοινωνικούς κινδύνους, αλλά να διασφαλίζει ενεργούς κοινωνικούς ρόλους για όλους τους πολίτες. Η διαμόρφωση των κοινωνικών πολιτικών στην Ευρώπη των «27» δεν θα μπορούσε να έχει μόνο έναν απλό επιδοματικό χαρακτήρα αλλά κυρίως να διαμορφώνει ένα νέο πλαίσιο οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής για την παροχή κινήτρων ένταξης των πολιτών στην παραγωγική διαδικασία. Το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Μοντέλο, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, βασίστηκε σε μια δυναμική κοινωνία με έμφαση στην ανταγωνιστικότητα, στην έρευνα, στην καινοτομία, στη βιώσιμη ανάπτυξη αλλά και στην κοινωνική συνοχή. Για την επίτευξη των στόχων αυτών προσκλήθηκαν οι χώρες-μέλη της ΕΕ-«27» να αναλάβουν μια σειρά δράσεων που θα αποσκοπούσαν:
α) στην ανάπτυξη υγιούς οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής βασισμένης στην κοινωνία της γνώσης με την ενίσχυση της απασχόλησης, των επενδύσεων, και
β) στην αναμόρφωση και στον εκσυγχρονισμό του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου, επενδύοντας στον άνθρωπο και στο κοινωνικό κεφάλαιο, αναπτύσσοντας ταυτόχρονα πολιτικές για την καταπολέμηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού.
Η κύρια ερώτηση που προκύπτει σήμερα για την Ελλάδα, την Κύπρο και τις άλλες μνημονιακές χώρες είναι κατά πόσον οι στόχοι για κοινωνική συνοχή και ανάπτυξη συνεξετάστηκαν στην εξειδίκευση των στόχων των μνημονίων. Αξίζει λοιπόν να αναζητήσουμε μια απάντηση στο ερώτημα αυτό.
Το κράτος πρόνοιας όπως εξελίχθηκε διαχρονικά στην Ελλάδα και στις νότιες χώρες της Ευρώπης έχει δεχθεί πολλές φορές την κριτική της αναποτελεσματικότητας, της προκλητικής γραφειοκρατίας, της πελατειακής συνεργασίας μεταξύ ορισμένων ομάδων και της αδυναμίας διασφάλισης ικανοποιητικών και βιώσιμων παροχών για συντάξεις και μακροχρόνιες υγειονομικές παροχές. Τα τελευταία χρόνια η οικονομική κρίση έχει επιδεινώσει τα κοινωνικά προβλήματα και τείνει να εξελιχθεί σε μια σύγχρονη «κρυφή επιδημία» με σημαντικές επιπτώσεις στην οικονομία, στην κοινωνία και στα υγειονομικά συστήματα. Οι επιπτώσεις της κρίσης βέβαια διαφοροποιούνται σημαντικά από χώρα σε χώρα ανάλογα με την οικονομική ανάπτυξη, τη δομή και την οργάνωση των συστημάτων κοινωνικής προστασίας και Υγείας κάθε χώρας.
Η Ελλάδα όμως σε σύγκριση με τις άλλες χώρες της Νότιας Ευρώπης παρουσιάζει συνεχείς αποκλίνουσες τάσεις σε σχέση με τη «μέση Ευρωπαϊκή Αντίληψη». Φθάσαμε στο χαμηλότερο άκρο του «ευρωπαϊκού κοινωνικού γίγνεσθαι» όπως καταγράφεται ανάγλυφα από πολλούς κοινωνικούς και οικονομικούς δείκτες.
Στο ερώτημα «πόσο ευρωπαίοι πολίτες αισθάνεσθε» οι Ελληνες συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο ποσοστό αρνητικών απαντήσεων (κατά 54%) έναντι όλων των άλλων ευρωπαίων πολιτών (Λουξεμβούργιοι 12%, Φινλανδοί 21%, Γερμανοί 25%). Οι Ελληνες φθάσαμε στο περιθώριο της Ευρώπης με τους χαμηλότερους δείκτες ευτυχίας και ευημερίας από όλες τις χώρες της ΕΕ-«27».
Οι πρόσφατες μελέτες στο Πανεπιστήμιο Αθηνών δείχνουν ότι, παρά τη θέσπιση του Εθνικού Συστήματος Υγείας από το 1983, η Ελλάδα παρουσιάζει τις μεγαλύτερες ανισότητες Υγείας σε σύγκριση με όλες τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ-«27». Οι επιπτώσεις της κρίσης είναι εμφανείς και στους δείκτες βρεφικής θνησιμότητας, όπου για πρώτη φορά ύστερα από 50 έτη παρουσιάζεται αύξηση. Η οικονομική και η κοινωνική ανάπτυξη, σε συνδυασμό με την εκπαίδευση και την αύξηση του κοινωνικού κεφαλαίου που παρατηρήθηκε στη χώρα μας τη μεταπολεμική περίοδο, οδήγησαν στη σημαντική μείωση της βρεφικής θνησιμότητας. Ειδικότερα μια αύξηση του ΑΕΠ κατά 10% συνέβαλε στη μείωση της βρεφικής θνησιμότητας κατά 3,3%. Αραγε κατά την τελευταία πενταετία που παρατηρείται μείωση στο ΑΕΠ της χώρας μας κατά 20 ποσοστιαίες μονάδες πόση θα είναι η αύξηση της βρεφικής θνησιμότητας; Πόσο θα μειωθεί το προσδόκιμο ζωής; Και ποιες θα είναι οι γενικότερες επιπτώσεις της κρίσης στις μελλοντικές γενιές;
Η ανεργία αφαιρεί μελλοντικά χρόνια παραγωγικής ζωής ιδιαίτερα από τους νέους μας, όπου οι δείκτες ανεργίας έχουν ξεπεράσει το 60%. Επιπλέον η ανεργία δημιουργεί στρες, άγχος, κατάθλιψη και συμβάλλει στην αύξηση της νοσηρότητας από καρδιαγγειακά και άλλες χρόνιες ασθένειες. Οι μελέτες καταγράφουν αύξηση του άγχους στις νέες ηλικίες λόγω της γενικότερης οικονομικής δυσπραγίας και απογοήτευση των νέων μας από το εκπαιδευτικό σύστημα και τις υποδομές.
Πώς είναι δυνατόν να φανταστούμε την αυριανή κοινωνία με λιγότερα χρόνια επιβίωσης, με συνταξιούχους στα όρια της εξαθλίωσης και με παραγωγικές γενιές που έζησαν τα νιάτα τους σε ανεργία και κατάθλιψη; Οι ευρωπαϊκές έρευνες δείχνουν ότι το 78% των Ευρωπαίων πιστεύει ότι κατά την περίοδο αυτή της κρίσης έμφαση θα πρέπει να δοθεί στη δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης με αντίστοιχο εκσυγχρονισμό της αγοράς εργασίας. Επιπρόσθετα το 78% των Ευρωπαίων πιστεύει ότι οι κυβερνήσεις των χωρών-μελών θα πρέπει να αναπτύξουν «στοχευμένες» κοινωνικές πολιτικές για την καταπολέμηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού. Η Ευρώπη του Ντελόρ και των άλλων φωτισμένων ηγετών έκτισε το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Μοντέλο.
Ωστόσο σήμερα κάπου λησμονήθηκαν οι ανθρωπιστικές ιδέες και παρατηρείται μια αποδόμηση του μοντέλου αυτού με μονομερή επικέντρωση στη μείωση των κοινωνικών δαπανών. Στα μνημόνια που έχουν υπογραφεί από τις κυβερνήσεις που βρίσκονται σε κρίση δεν υπάρχουν αναλύσεις και αναφορές για τις κοινωνικές επιπτώσεις των μνημονιακών μέτρων. Δεν υπάρχει συζήτηση για τις αυξανόμενες ανισότητες Υγείας, Παιδείας, την αναδιανομή του εισοδήματος και των ευκαιριών απασχόλησης. Πέρα από το οικονομικό μοντέλο, θα πρέπει να εξεταστεί και η αποτελεσματική υλοποίηση των κοινωνικών στόχων του «ξεχασμένου» Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Μοντέλου. Αραγε είναι τυχαίο το πρόσφατο εύρημα ότι το 77% των Ελλήνων, Κυπρίων και Πορτογάλων πιστεύει ότι οι χειρότερες μέρες είναι μπροστά μας;
Ο κ. Γιάννης Υφαντόπουλος είναι καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.


ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ