«Το να ανακαλύπτεις την τζαζ είναι για τους πολλούς, μάλλον, σαν τον πρώτο έρωτα, μόνο που διαρκεί συνήθως περισσότερο» έγραφε ο ιστορικός Ερικ Χόμπσμπαουμ στο βιβλίο του Η σκηνή της τζαζ (εκδόσεις Εξάντας). Ο διάσημος ιστορικός που «έφυγε» την περασμένη Δευτέρα κράτησε αυτόν τον έρωτα ως το τέλος της ζωής του. Εναν έρωτα για τον οποίο ντρεπόταν σαν έφηβος. Και όταν άρχισε, αυτός, ένας ήδη πολύ γνωστός ιστορικός, να γράφει κείμενα για την τζαζ στο «New Statesman», χρησιμοποίησε το ψευδώνυμο Φράνσις Νιούτον, από το όνομα του τρομπετίστα Φράνκι Νιούτον. Στα κείμενά του για την τζαζ και τους βιρτουόζους της –μερικά από τα οποία έγραψε αργότερα στο «New York Review of Books» –ο Χόμπσμπαουμ αντιμετωπίζει τη μουσική αυτή όχι ως «έναν υπέροχο θόρυβο» αλλά ως μια κεντρική υπόθεση για όσους ενδιαφέρουν η τέχνη και η κοινωνία. Η δική του ιστορία της τζαζ είναι η μελέτη της «αλληλεπίδρασης σε μια συγκεκριμένη στιγμή της αμερικανικής ιστορίας και της τζαζ».
Είδε την τζαζ ως ένα πολιτισμικό φαινόμενο και ως ιστορικός θέλησε να ανιχνεύσει τις ρίζες, την οικονομική δομή, το σώμα των μουσικών, αλλά και τη φύση του κοινού. Ηταν από τους λίγους της επίσημης κουλτούρας που έσκυψαν πάνω από ένα περιφρονημένο είδος ως επιστήμονας και όχι μόνον ως λάτρης. Τηρουμένων των αναλογιών κάτι ανάλογο έκανε ο Ουμπέρτο Εκο για τα λαϊκά μυθιστορήματα, τα κόμικς και τις περιπέτειες που δημοσιεύονταν στα pulp περιοδικά. Αντιστοίχως, ο Μάνος Χατζιδάκις το 1949 με την περίφημη διάλεξη στο Θέατρο Τέχνης θα προβάλει με έναν τρόπο «ανίερο» για τους παραδοσιακούς μελετητές τη δύναμη του ρεμπέτικου, όταν είπε για την «Αρχόντισσα» του Τσιτσάνη: «Η δύναμή του και η αλήθεια του μας φέρνουν κοντά στον «Ερωτόκριτο» του Κορνάρου και ύστερα από εκατοντάδες χρόνια κοντά στον «Ματωμένο γάμο» του Λόρκα. Η μελωδική του γραμμή, αφάνταστη σε περιεκτικότητα και σε λιτότητα, πλησιάζειτον Μπαχ». Ο Χόμπσμπαουμ ήταν ένας «αρχαιολόγος της κοινωνικής δράσης» και η μελέτη της μουσικής τζαζ ήταν γι’ αυτόν ένα πεδίο τέρψης αλλά και μια άσκηση κατανόησης του συλλογικού εαυτού μας. Παρέμεινε πάντα οπαδός της κλασικής μπίμποπ του ’40-’50. Διεπίστωνε ότι νέες γενιές ανακαλύπτουν την «κλασική τζαζ» και δεν θα μετανιώσουν ποτέ. Πενήντα χρόνια μετά θα μπορούν να ξαναζούν τις εξαίσιες αναλαμπές της νιότης, γιατί «η τζαζ είναι ανεπίσημη, μη κατεστημένη και απρόβλεπτη ή δεν είναι τίποτε».

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ