Ο νέος υπουργός Παιδείας δεν είχε άλλη επιλογή, αν θέλει να συνεχίσουν τη λειτουργία τους τα πανεπιστήμια, από το να προχωρήσει σε αλλαγές τού Νόμου για την Ανώτατη Εκπαίδευση. Οσοι είναι υπέρ τού νόμου 4009/20011 θα τού χρωστάνε χάρη, γιατί χωρίς τις αλλαγές που έγιναν δεν θα μπορούσε ποτέ να εφαρμοστεί ένας νόμος με τόσα αστοχήματα. Το δε επιχείρημα ότι δεν αλλάζει ένας νόμος που ψηφίστηκε από μεγάλο αριθμό βουλευτών τής προηγούμενης Βουλής (από το ΠΑΣΟΚ και τη Νέα Δημοκρατία) αποτελεί μάλλον νομικό αλλά και πολιτικό «παράδοξο», αν ληφθούν υπ’ όψιν: α) ότι όλη η νομοθεσία υπόκειται σε μεταβολές, αναθεωρήσεις και βελτιώσεις, όταν εμφανίζει προφανείς δυσλειτουργίες, β) ότι πρόκειται για έναν νόμο που στην πράξη δεν εφαρμόστηκε ποτέ από όλα ανεξαιρέτως τα Πανεπιστήμια (και τα 24!) και από την πλειονότητα των ΤΕΙ (9 από τα 16 ΤΕΙ), γ) ότι δεν υπήρξε διάλογος για καίρια σημεία δομής και λειτουργίας των ΑΕΙ με τις εκλεγμένες ηγεσίες των πανεπιστημίων που γνωρίζουν από μέσα και εις βάθος τα πανεπιστήμια και τις πανεπιστημιακές σπουδές, δ) ότι υπήρξε υπερβολική σπουδή στην εφαρμογή ενός νόμου που φέρνει ξαφνικά τα πάνω κάτω στα πανεπιστήμια ως χώρους έρευνας και διδασκαλίας με την επιδίωξη να συντελεσθεί μέσα στα όρια τού πολιτικού χρόνου (που για τους υπουργούς δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια), μολονότι προορίζεται να ρυθμίσει τα των ΑΕΙ για δεκάδες χρόνια, ε) ότι οι βουλευτές ψήφισαν προ ενός έτους (πάλι τον Αύγουστο) βιαστικά, με ελλιπή έως ανύπαρκτη ενημέρωση για το τι πρόκειται να ισχύσει στα πανεπιστήμια (έγινε σημαία ότι καταργούνται το πανεπιστημιακό άσυλο και η ψήφος των φοιτητών, χωρίς να συνειδητοποιήσουν οι ψηφίσαντες ότι όλες λ.χ. οι πανεπιστημιακές αρχές εκτός από το Συμβούλιο Διοίκησης έχουν απλώς εισηγητικό ρόλο ή -για όσους ξέρουν τα πανεπιστημιακά- ότι καταργούνται στην πράξη τα τμήματα και οι τομείς των πανεπιστημίων ή ότι για κάθε εκλογή πανεπιστημιακού καθηγητή θα κουβαλάμε και θα πληρώνουμε ως κριτή κι έναν πανεπιστημιακό από το εξωτερικό!).
Κι ωστόσο υπάρχουν στον Νόμο σημαντικά θετικά στοιχεία -τα έχω αναφέρει αναλυτικά στο παρελθόν από την ίδια αυτή στήλη τού «Βήματος»- που θα βοηθήσουν στην άρση δυσλειτουργιών και αδυναμιών στα ΑΕΙ, με κορυφαία στοιχεία λ.χ. την αξιολόγηση, μια μεγαλύτερη ευελιξία στη διοίκηση των πανεπιστημίων και μια εξωστρέφεια που σήμερα δεν υπάρχει. Αν είχε διεξαχθεί ένας καλόπιστος και ουσιαστικός διάλογος με τους εκπροσώπους των ΑΕΙ, έστω και μετά την ψήφιση τού Νόμου, και αν είχαν γίνει ορισμένες οφθαλμοφανώς αναγκαίες αλλαγές και, κυρίως, αν δεν είχαν καταργηθεί εν μια νυκτί οι εκλεγμένες αρχές των πανεπιστημίων και αν είχε ανατεθεί σε αυτές υπό όρους η εφαρμογή των διαδικασιών (πράγμα που γίνεται τώρα με όριο την 25η Οκτωβρίου), θα είχε προχωρήσει η εφαρμογή τού νόμου χωρίς προβλήματα. Δεν μπορείς να ρυθμίσεις εκβιαστικά -με απειλές διακοπής τής χρηματοδότησης- τη λειτουργία των ανωτάτων ιδρυμάτων τής χώρας με 200.000 φοιτητές, παιδιά τής ελληνικής οικογένειας, και με εκατοντάδες πανεπιστημιακών καθηγητών, τους οποίους θυμάται και επιστρατεύει κάθε ελληνική κυβέρνηση μόνο όταν έχει να αντιμετωπίσει δύσκολα προβλήματα σε όλους τους τομείς. Διαλέγεσαι, ακούς, «συλλογάσαι», διορθώνεις, βελτιώνεις και προχωρείς μαζί για τις όποιες μεγάλες αλλαγές.
Κι όταν βρεθεί κάποιος πανεπιστημιακός δάσκαλος (όπως συνέβη με τον γράφοντα), που προσπαθεί να αποκαταστήσει σχέσεις εμπιστοσύνης και να ξεκινήσει τον διάλογο που έλειψε με τα πανεπιστήμια, κάνοντας ανώδυνες έως αυτονόητες κινήσεις (προσωρινή χρηματοδότηση των ΑΕΙ για να συνεχίσουν τη λειτουργία τους, σύσταση Ομάδας Εργασίας για την αντιμετώπιση προβλημάτων), δεν τον πυροβολείς, δεν ενθαρρύνεις κραυγές και υπερβολές που βάζουν όλους σε σκέψεις για τα πραγματικά κίνητρά τους. Τον στηρίζετε και τον βοηθάτε, κύριοι τέως και εν ενεργεία υπουργοί και βουλευτές και κάποιοι δημοσιογράφοι, για να μπορέσει ένας χωρίς πολιτικές φιλοδοξίες πανεπιστημιακός να προετοιμάσει την επίλυση ενός προβλήματος που σέρνεται και δηλητηριάζει χιλιάδες επιστήμονες και νέους ανθρώπους. Τι θα πείτε όλοι εσείς τώρα, όταν όχι δύο αλλά τρία κόμματα που βρίσκονται στην Κυβέρνηση, μεταξύ των οποίων και τα δύο που ψήφισαν τον Νόμο, όταν 163 βουλευτές κινήθηκαν προς την ίδια -σωστή- κατεύθυνση, ψηφίζοντας μάλιστα πολύ περισσότερες και ουσιώδεις αλλαγές τού Νόμου;
Οι διορθωτικές παρεμβάσεις που ψηφίστηκαν είναι σωστές και απαραίτητες και μπορούν να βοηθήσουν αποτελεσματικά στο να αρθούν έκδηλες δυσλειτουργίες που προκαλεί ο νέος Νόμος, ανοίγοντας τον δρόμο για όσα θετικά περιλαμβάνει. Ορθώς η Πολιτεία, όπως είχε νομική, ηθική και πολιτική υποχρέωση, ανέλαβε την πρωτοβουλία επίλυσης των προβλημάτων εφαρμογής τού Νόμου. Οπως και οι πανεπιστημιακοί, με τη σειρά τους, οφείλουν τώρα να αναλάβουν τις δικές τους ευθύνες. Κι ένα τελευταίο. Το επιχείρημα που ακούστηκε «άσε πρώτα να λειτουργήσει ο νόμος ακόμη και στα θέματα στα οποία πάσχει και μετά τον διορθώνουμε» είναι παραπλανητικό: αν κοπεί η χρηματοδότηση των ΑΕΙ (όπως ορίζει ο νόμος) και δεν έχουν χρήματα για στοιχειώδεις λειτουργικές ανάγκες, αν την 31η Αυγούστου δεν υπάρχει καμία πανεπιστημιακή αρχή (όπως ορίζει ο νόμος) και μείνουν ακυβέρνητα τα πανεπιστήμια, αν διαλυθούν τα Τμήματα και γίνουν απλά προγράμματα (όπως ορίζει ο νόμος) κ.λπ., τότε με διαλυμένα και ξεσηκωμένα τα πανεπιστήμια δεν θα μιλάμε για διορθωτικές παρεμβάσεις όπως αυτές που ψηφίστηκαν, αλλά για την ανάγκη σύνταξης ενός νέου νόμου.

Ο κ. Γεώργιος Μπαμπινιώτης είναι καθηγητής Γλωσσολογίας, τέως πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ