από metereologos.gr
Τετάρτη 15 Αυγούστου 2018
 
 

Πρακτικές λύσεις και όχι άλλα μεγάλα λόγια

εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

 

Ολες σχεδόν οι κυβερνήσεις την περίοδο της Μεταπολίτευσης επαγγέλθηκαν τη βελτίωση της δημόσιας διοίκησης, χωρίς όμως ιδιαίτερη επιτυχία, αν και κατά καιρούς υπήρξαν κάποια ορατά αποτελέσματα, όπως το ΑΣΕΠ. Συνέβη μάλιστα το εξής παράδοξο: όσο πιο πομπώδης ήταν η ρητορική για βαθιές μεταρρυθμίσεις τόσο πιο ολέθρια ήταν τα πραγματικά αποτελέσματα. Για παράδειγμα, η «επανίδρυση του κράτους» μετά το 2004 οδήγησε σε δεκάδες χιλιάδες προσλήψεις και μάλιστα την περίοδο που η Ελλάδα είχε ήδη μπει στον κυκλώνα της κρίσης. Ακόμη όμως και με το μνημόνιο που υποτίθεται ότι θα διόρθωνε τα κακώς κείμενα, το μόνο αποτέλεσμα ήταν οι ισοπεδωτικές περικοπές μισθών που επιβλήθηκαν και στους καλούς και στους ανεπαρκείς υπαλλήλους, κάνοντας τους πρώτους να χάσουν κάθε κίνητρο για δουλειά και τους δεύτερους να αποκτήσουν μια αίσθηση ότι είναι απρόσβλητοι σε κάθε προσπάθεια αλλαγής.
Οι λόγοι που οδηγούν στις αλλεπάλληλες αποτυχίες των προσπαθειών για αναμόρφωση της διοίκησης δεν οφείλονται μόνο στους συνταγματικούς περιορισμούς της μονιμότητας, οι οποίοι και σε άλλες χώρες υπάρχουν για ορισμένες κατηγορίες υπαλλήλων. Πιο σημαντική και διαβρωτική αιτία είναι η χρόνια συνύφανση του πολιτικού συστήματος και της δημόσιας διοίκησης σε ένα σύμπλεγμα αμοιβαίων εξυπηρετήσεων και συμφερόντων με τα εξής χαρακτηριστικά:
Πρώτον, τα επιτελεία και οι μηχανισμοί εκλογής κομμάτων και βουλευτών στελεχώνονται σχεδόν εξ ολοκλήρου από δημόσιους υπαλλήλους, συνήθως μάλιστα με έντονη συνδικαλιστική δράση, πράγμα που εξασφαλίζει διασύνδεση, πρόσβαση και επιρροή σε μεγάλες κατηγορίες ψηφοφόρων. Ακόμη και όσοι τυχόν δεν είναι υπάλληλοι, ύστερα από έξι μήνες σε πολιτικό γραφείο πασχίζουν να διοριστούν και συνήθως το καταφέρνουν (πριν από μερικά χρόνια ένας βουλευτής είχε έτσι διορίσει και τη μητέρα του). Η δημοσιοσυνδικαλιστική σύνθεση των επιτελείων επιβάλλει αναπόφευκτα και μια διαρκή ενασχόληση των πολιτικών και των κομμάτων με θέματα του δημόσιου τομέα και οδηγεί σχεδόν πάντα στην «κάθετη» εναντίωσή τους σε κάθε προσπάθεια εξορθολογισμού.
Δεύτερον, ένας σημαντικός αριθμός βουλευτών και κορυφαίων στελεχών είναι οι ίδιοι δημόσιοι υπάλληλοι και πολλοί εξ αυτών υπήρξαν δραστήριοι συνδικαλιστές πριν εισέλθουν στο Κοινοβούλιο. Ετσι δεν έχουν κανένα κίνητρο να κατακρίνουν καταστάσεις που συχνά οι ίδιοι είχαν επιβάλει στο παρελθόν ούτε να συγκρουστούν με πρώην συναδέλφους τους για να τις ανατρέψουν.
Τρίτον, η δημόσια διοίκηση εξακολουθεί να αποτελεί το πεδίο γενναιόδωρης ανταπόδοσης της κομματικής υποστήριξης με διορισμούς.
Η κατάσταση αυτή προκαλεί αντιδράσεις όχι μόνο στους φορολογούμενους πολίτες που βλέπουν ότι με τα χρήματά τους συντηρείται και πολλαπλασιάζεται ο κομματικός μηχανισμός, αλλά και στους πολλούς και άξιους υπαλλήλους της διοίκησης που υποβαθμίζονται από την άδικη ταύτισή τους με την αναξιοκρατία και τις πελατειακές πρακτικές. Τι θα μπορούσε να γίνει για να περιορίσει αυτά τα φαινόμενα;
Αφήνοντας κατά μέρος τις μεγαλεπήβολες διακηρύξεις που πέφτουν στο κενό, μια πρακτική μέθοδος θα ήταν η ουσιαστική εφαρμογή της εφεδρείας, όχι ηλικιακά και ισοπεδωτικά όπως επιχειρήθηκε ως τώρα από το μνημόνιο, αλλά με μέτρα που θα αναβάθμιζαν την ποιότητα της διοίκησης, όπως τα εξής: ταχεία αξιολόγηση κάθε υπαλλήλου και της πραγματικής ανάγκης κάθε υπηρεσίας. Οσοι βρεθούν να μην έχουν αντικείμενο απασχόλησης, αποσπασμένοι σε τομείς άσχετους με αυτούς που προσλήφθηκαν, συστηματικοί κοπανατζήδες και υπηρεσίες που δεν προσφέρουν απολύτως τίποτα, μπαίνουν πρώτοι στη λίστα. Θα βρεθεί επίσης ότι πολλοί δημόσιοι υπάλληλοι έχουν παρανόμως δεύτερη πλήρη απασχόληση είτε και δικές τους επιχειρήσεις με την κάλυψη συγγενούς. Η απομάκρυνση θα τους στερήσει μεν τις άνευ κόπου αποδοχές, όχι όμως και την κύρια απασχόληση την οποία θα μπορούν να κάνουν πλέον απερίσπαστοι.
Τέλος, καθοριστικής σημασίας πρέπει να είναι και το πώς διορίστηκαν. Οσοι επελέγησαν μέσω ανοιχτών και αυστηρών διαγωνισμών πρέπει με κάθε τρόπο να παραμείνουν για να ενισχυθεί μια αντίληψη αξιοκρατίας. Αντίθετα, περιπτώσεις διορισμών με βάση την οικογένεια και τις λίστες των κομμάτων μπαίνουν σε εφεδρεία. Η απομάκρυνσή τους θα αποτελέσει και την πιο ουσιαστική αποθάρρυνση για το πελατειακό σύστημα που εξέθρεψε και γιγάντωσε αυτές τις καταστάσεις.

Ο κ. Νίκος Χριστοδουλάκης είναι καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου και πρώην υπουργός



ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ
Γνώμες περισσότερες ειδήσεις

εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΝΕΕΣ ΕΠΟΧΕΣ: Ποιος φοβάται τις αλλαγές στο Δημόσιο; 
 
 
σχόλια (1)
 
 
απομένουν 700 χαρακτήρες
Τα πεδία που είναι σημειωμένα με * είναι υποχρεωτικά
 
Τα μηνύματα που δημοσιεύονται στο χώρο αυτό εκφράζουν τις απόψεις των αποστολέων τους. Το ΒΗΜΑ δεν υιοθετεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο τις απόψεις αυτές. Ο καθένας έχει δικαίωμα να εκφράζει την γνώμη του, όποια και να είναι αυτή. Δεν δημοσιεύονται συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια και όσα είναι γραμμένα με κεφαλαία γράμματα. Τέτοια μηνύματα θα διαγράφονται όποτε εντοπίζονται.
     
    το θράσος! | 27/07/2012 23:51
    To απίστευτο θράσος του ανθρώπου: ήταν κοντά δέκα χρόνια υπουργός και υφυπουργός και δεν λέει τι έκανε εκείνος για την δημόσια διοίκηση... Αριθμητικό πρόβλημα λύνεις χριστιανέ μου ή μιλάς για την ζωή μας (και την δική σου βέβαια γιατί και ‘συ πάντα από το δημόσιο πληρώνεσαι)... θράσος, έπαρση και ασχετοσύνη!
    δημόσιος υπάλληλος...
    απάντηση33