ΤΟ ΒΗΜΑ – PROJECT SYNDICATE
Τα κινήματα διαμαρτυρίας που έχουν φουντώσει στη Δύση, από την Χιλή ως τη Γερμανία, παραμένουν περιέργως υπο-προσδιορισμένα και υπο-μελετημένα. Μερικοί μιλούν γι’ αυτά σαν να ήταν η μεγαλύτερη παγκόσμια κινητοποίηση μετά το 1968 -όταν enrages σε πολύ διαφορετικές χώρες συγκεράστηκαν γύρω από παρόμοιες ανησυχίες. Αλλοι όμως επιμένουν ότι δεν υπάρχει τίποτε το νέο εδώ.

Ο βούλγαρος πολιτικός επιστήμονας Ιβάν Κράστεφ, για παράδειγμα, υποστηρίζει ότι βιώνουμε το 1968 «από την ανάποδη». «Τότε οι φοιτητές στους δρόμους της Ευρώπης δήλωναν την επιθυμία τους να ζήσουν σε ένα κόσμο διαφορετικό από εκείνον των γονιών τους. Σήμερα οι φοιτητές στους δρόμους δηλώνουν την επιθυμία τους να ζήσουν στον κόσμο των γονιών τους».

Ούτε κάποιο όνομα ούτε κάποια ερμηνεία έχει συνδεθεί ακόμη με τα κινήματα αυτά. Αλλά το πώς περιγράφουν τον εαυτό τους -και πώς τα περιγράφουν οι αναλυτές- θα κάνει μεγάλη διαφορά στην κατεύθυνση που θα πάρουν. Αυτό θα επηρεάσει το πώς οι πολίτες θα ανταποκριθούν γενικώς σ’ αυτά.
Το 1968 υπερ-θεωρητικοποιήθηκε. Εύκολα ξεχνάμε όμως ότι τα κινήματα που καθόρισαν το 1968 δεν προήλθαν από θεωρητικές συζητήσεις. Ο γερμανός Ρούντι Ντούτσκε λ.χ. επιμένει ότι το κίνημα πυροδοτήθηκε από «υπαρξιακή αηδία» -και οργή που είχε προκληθεί από τον Πόλεμο του Βιετνάμ. Για να το πούμε πιο απλά: εφεύρισκαν προχωρώντας.
Με αυτή την έννοια το 1968 δεν διαφέρει τόσο από τις σημερινές διαμαρτυρίες όσο ισχυρίζονται μερικοί. Δεν υπάρχει πολιτικό «σενάριο» αλλά γεγονότα και βιβλία που εμπνέουν αγανάκτηση: το «Της γης οι κολασμένοι» του Φραντς Φανόν στη δεκαετία του ’60 και, σήμερα, το μπεστ-σέλερ «Αγανακτήστε!» του 93χρονου γάλλου Στεφάν Εσέλ.

Παρά τις θεωρητικές αδυναμίες της πραγματείας του Εσέλ, η «αγανάκτηση» έχει γίνει το σλόγκαν των κινημάτων στη Γαλλία, στην Ισπανία και αλλού. Η λέξη έχει σημασία: η αγανάκτηση υπονοεί ότι ορισμένοι κοινωνικοί παίκτες -η κυβέρνηση ή οι ελίτ γενικώς- παραβίασαν κοινές νόρμες ή ηθικές αντιλήψεις. Αυτή είναι η «αντιδραστική» ερμηνεία των κινημάτων: εμψυχώνονται από την αίσθηση ότι το κοινωνικό συμβόλαιο έσπασε και ότι οι ελίτ πρέπει να επιστρέψουν στο στάτους κβο που προϋπήρχε της πολιτικής η οποία οδήγησε τελικά στην οικονομική κρίση. Αν είναι έτσι, τότε ο κόσμος στις πλατείες της Αθήνας, της Μαδρίτης και της Νέας Υόρκης δεν διαδηλώνει και τόσο εναντίον όσων βρίσκονται στην εξουσία -πλην ορισμένων αναρχικών- αλλά δηλώνει προς εκείνους που κατέχουν την εξουσία ότι θα έπρεπε να ντρέπονται που αθέτησαν τις υποτίθεται κοινές δεσμεύσεις.

Η αγανάκτηση είναι διαφορετική από την οργή. Σ’ αυτό το σενάριο, οι μειονότητες αυτο-ορίζονται εκπρόσωποι φανταστικών πλειοψηφιών -ένα είδος λαϊκισμού που, όπως κάθε λαϊκισμός, βασίζεται σε συναισθήματα παρά σε νόρμες, πόσο μάλλον στη λογική. Ή απλώς όλα καταλήγουν σε ταραχές.

Τα μαθήματα που θα πάρουν οι ελίτ -οι οποίες σαφώς θα επιθυμήσουν να στρέψουν τις διαμαρτυρίες προς εκλογικό όφελός τους- θα εξαρτηθούν εν μέρει από το πώς περιγράφονται τα κινήματα αυτά και πώς αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους. Σ’ αυτό το σημείο, οι διαδηλωτές παραμένουν περιέργως μουγκοί: δεν έχουν ακόμη διατυπώσει ευρύτερα αιτήματα ή πώς ακριβώς θα είναι μια διαφορετική κοινωνία, ή η «πραγματική δημοκρατία».

Αν τα σημερινά κινήματα βασίζονται στην δίκαιη αγανάκτηση, η έλλειψη συγκεκριμένων αιτημάτων δεν αποτελεί πρόβλημα: μπορούμε να υποθέσουμε τις κοινές νόρμες (και τις πολιτικές που θα πηγάσουν από αυτές). Αλλά αν βασίζονται στην οργή, τότε η έλλειψη σαφών στόχων ενδεχομένως να παράξει απλώς περισσότερο θυμό και απογοήτευση το οποίο με την σειρά του θα οδηγήσει σε σωματική βία και πολιτικό μηδενισμό.

Αυτό σημαίνει ότι οι πολιτικές ελίτ πρέπει να προσπαθήσουν να καταλάβουν και να εργαστούν με το μήνυμα της αγανάκτησης -και όχι να καλλιεργούν κυνικά την οργή για εκλογικά οφέλη.

Οι ελίτ -και οι συμπολίτες των διαδηλωτών- πρέπει να απαντήσουν ευσυνείδητα και δημιουργικά στην ηθική αγανάκτηση , κατανοώντας ότι πρόκειται για επιβεβαίωση της φιλελεύθερης δημοκρατίας και όχι για κανονική επανάσταση, πόσο μάλλον για μηδενισμό. Και πρέπει να προσπαθήσουν να καλμάρουν τον θυμό και να εξουδετερώσουν την οργή που μπορεί να αποτελέσουν σοβαρή απειλή προς την φιλελεύθερη δημοκρατία.


Ο κ. Jan-Werner Mueller διδάσκει στο Πρίνστον