Οσοι έχουν παρακολουθήσει την εξέλιξη της χρηματοπιστωτικής κρίσης από την άνοιξη του 2007, που μετέπειτα μετατράπηκε σε κρίση χρέους για τη χώρα μας, γνωρίζουν ότι το εγχώριο πολιτικό σύστημα απεδείχθη κατώτερο των περιστάσεων.
Η στάση του οριζόταν από το πολιτικό κόστος και απ’ αυτό το έλλειμμα κατανόησης των συνθηκών, κατέληγε σε άγνοια κινδύνου.
Από τότε λοιπόν, από την άνοιξη του 2007, αρχίζει να φαίνεται καθαρά το πρόβλημα και να αχνοφαίνεται η μεγάλη απειλή. Με τη γνωστοποίηση των στοιχείων εξέλιξης του προϋπολογισμού του πρώτου τριμήνου εκείνης της χρονιάς φάνηκε η τάση εκτροχιασμού των δημοσίων οικονομικών, η οποία χρονικά συνέπεσε με τα πρώτα σημάδια εκδήλωσης της χρηματοπιστωτικής κρίσης.
Στις ΗΠΑ είχαν αρχίσει να αποκαλύπτονται τάσεις κατάρρευσης της αγοράς ακινήτων και να διατυπώνονται φόβοι ότι θα παρασύρει τις Τράπεζες ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων. Ο τότε υπουργός Οικονομίας κ. Γ. Αλογοσκούφης είχε τη γνώση και την ενημέρωση ότι η πιστωτική κρίση μπορεί να πλήξει την υγεία του χρηματοπιστωτικού τομέα και να δυσχεράνει τη χρηματοδότηση των ελληνικών ελλειμμάτων και του χρέους. Παρά ταύτα η αντίδραση της τότε κυβέρνησης ήταν χλιαρή.
Χρειάσθηκε να περάσει το καλοκαίρι, να καταφανεί πλήρως το δημοσιονομικό πρόβλημα και υπό την επίδραση των πυρκαγιών της Πελοποννήσου, να οδηγηθούμε σε αιφνιδιαστικές εκλογές τον Σεπτέμβριο, με την επίκληση της ανάγκης κατάρτισης ενός γενναίου προϋπολογισμού για τη διόρθωση των δημοσίων οικονομικών.
Οι εκλογές διεξήχθησαν άρον – άρον σε πολεμικές συνθήκες, αλλά το αποτέλεσμα ήταν τέτοιο που αποκάρδιωσε τον κ. Καραμανλή και τον κατέστησε ακόμη πιο επιφυλακτικό στις αποφάσεις και τις επιλογές του. Ο προϋπολογισμός που κατήρτισε για το 2008 δεν ήταν αρκούντως δυναμικός και το πρώτο εξάμηνο του 2008 τα πράγματα κινήθηκαν το ίδιο ράθυμα, όπως και το 2007.
Εν τω μεταξύ η διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση θέριευε και έδινε συνεχώς γεγονότα. Στη διάρκεια του 2008 το δημοσιονομικό πρόβλημα της χώρας θέριεψε και όταν τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς κατέρρευσε η Leman Brothers, άρχισαν να ζώνουν μαύρα φίδια τον κ. Αλογοσκούφη.
Επιχείρησε εκείνο το καλοκαίρι να περάσει κάποια διορθωτικά δημοσιονομικά μέτρα αλλά το κλίμα στο κόμμα του είχε αλλάξει, το σκάνδαλο του Βατοπεδίου είχε αφαιρέσει τη λεοντή της αδιάφθορης κυβέρνησης και οι πολλές φωνές αναίρεσαν τα όποια μέτρα. Με τον κ. Αλογοσκούφη κλονισμένο και τον Καραμανλή θορυβημένο από τις αρνητικές διαθέσεις της κοινής γνώμης και έτοιμο για νέες εκλογές, το δημοσιονομικό πρόβλημα αφέθηκε στην τύχη του, παρ’ ότι η απειλή γινόταν ολοένα και πιο φανερή.
Ο Γιάννης Παπαθανασίου που στις αρχές του 2009 αντικατέστησε τον καθηγητή και μέχρι τότε στενό φίλο και συνεργάτη του κ. Καραμανλή, δεν κατάλαβε ποτέ το μέγεθος του προβλήματος.
Πήγαινε στις Βρυξέλλες και νόμιζε ότι θα »ψήσει» τους »κουτόφραγκους» με τα παραμύθια που έλεγε στην Αθήνα. Εκείνοι του μιλούσαν για προσφυγή στο ΔΝΤ, ότι το χρέος θα μας πνίξει και αυτός σφύριζε αμέριμνα.
Το καλοκαίρι του 2009 ο κ. Καραμανλής επείσθη από τον Γ. Σουφλιά να περιγράψει την κατάσταση και να προκηρύξει εκλογές, θέτοντας το δίλημμα στον ελληνικό λαό.
Ωστόσο προτίμησε ακροθιγώς να περιγράψει την επερχόμενη κρίση, απέφυγε να πει όλη την αλήθεια και ουσιαστικά δραπέτευσε από την εξουσία αφήνοντας την καυτή πατάτα στα χέρια του Γιώργου Παπανδρέου, ο οποίος άκουγε για την κρίση, αλλά δεν καταλάβαινε περί τίνος επρόκειτο.
Οι σύμβουλοί του, ο Στίγκλιτς και άλλοι του είχαν μεταδώσει ότι η κρίση μοιάζει με εκείνη του 1929 και ότι δεν αντιμετωπίζεται με περιοριστική, αλλά με επεκτατική δημοσιονομική πολιτική. Δηλαδή με πολιτικές αναδιανομής, επιβάλλοντας φόρους στους πλούσιους και μεταφέροντας πόρους στους ασθενέστερους. Κάπως έτσι μας προέκυψε εκείνο το αμίμητο »λεφτά υπάρχουν».
Οταν ήλθε λοιπόν στην εξουσία νόμιζε ότι αν θα κάνει αλλαγές, αν αλλάξει μίγμα πολιτικής, θα βρεί λεφτά για να αντιμετωπίσει την δημοσιονομική τρύπα και να στηρίξει την ανάπτυξη.
Παρέβλεψε το κλίμα στην Ευρώπη, αγνόησε τις προειδοποιήσεις των αγορών, δεν κινητοποίησε τον κρατικό μηχανισμό έγκαιρα, άρχισε να λέει εκείνες τις εξυπνάδες του Ραγκούση για τα πέντε επίπεδα διοίκησης που θα γίνουν τρία και το χειρότερο επιχείρησε σε καιρό πολέμου να εισάγει νεωτερισμούς όπως το ατυχές open gov, που αποδιοργάνωσε πλήρως τον κρατικό μηχανισμό και άφησε τη δημόσια διοίκηση, αδιοίκητη για τουλάχιστον οχτώ μήνες.
Και το χειρότερο όταν είδε ότι οι Ευρωπαίοι μουρμουρίζουν άρχισε να λοξοκοιτάζει προς τις ΗΠΑ και το Δ. Ν. Τ., ακούγοντας και πάλι τους υπεραντλαντικούς συμβούλους του, οι οποίοι αντιμετώπιζαν την Ελλάδα σαν να ήταν η Αμερική και δεν μπορούσαν να κατανοήσουν την ένταση του ελληνικού χρηματοδοτικού προβλήματος.
Εδωσε, πήρε, έβαλε τα πιστόλια στο τραπέζι και στο τέλος σύρθηκε μόνος του στην αγκαλιά του ΔΝΤ και της τρόικας, αποδεχόμενος με την πλάτη στον τοίχο ένα συμφωνητικό που δεν πίστεψε ποτέ ούτε κατανόησε το βάρος του.
Ακολούθησε ένας χρόνος πλημμελούς εφαρμογής του μνημονίου, με την κυβέρνηση ασυντόνιστη, τις δυνάμεις κατακερματισμένες, χωρίς πίστη, χωρίς πραγματική μεταρρυθμιστική διάθεση.
Και όταν τον περασμένο χειμώνα φάνηκε το πρόβλημα και αποκαλύφθηκε το κενό, το γύρισε και πάλι στο τσάμικο. Είπε εκείνο το »δεν πουλάω» αγνοώντας τις συνέπειες των λόγων του και στη συνέχεια άρχισε να ψάχνει τι θα κάνει με τα χρέη που μας πλάκωναν.
Κάπως έτσι έφερε στο προσκήνιο την αναδιάρθρωση, άρχισε πάλι μέσω απίθανων συμβούλων να παζαρεύει
άλλοτε τα χρέη και άλλοτε την επιμήκυνση και οδήγησε από έλλειψη κατανόησης της λειτουργίας των αγορών, αλλά και από άγνοια κινδύνου, τη χώρα αντιμέτωπη με τη χρεοκοπία.
Τώρα παλεύει με το κόμμα του εξουθενωμένο και τις δυνάμεις του κλονισμένες να σώσει την παρτίδα. Αυτή τη στιγμή οφείλει να τα δώσει όλα για να μη χαθεί η δόση, να μην πάμε σε εκλογές με την χώρα χρεοκοπημένη. Οφείλει να εξαντλήσει τα πάντα προκειμένου να αποφευχθεί το οικονομικό μακελειό και μια τυφλή κοινωνική σύγκρουση, που και τη χώρα θα βυθίσει και τους πολίτες θα εξουθενώσει.
Αν υπήρχε διάδοχο σχήμα, θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει αύριο εκλογές, ώστε να λυθεί το πολιτικό πρόβλημα και από την αρχή να αναζητηθεί λύση για το οικονομικό.
Το κακό είναι ότι οι δυνάμεις που ακολουθούν έχουν τα ίδια προβλήματα κατανόησης, διακρίνονται από την ίδια άγνοια κινδύνου, δεν έχουν ούτε το όραμα, ούτε τη δύναμη να οδηγήσουν τη χώρα στον δρόμο που της πρέπει και της αξίζει.
Αυτή είναι δυστυχώς η κατάσταση και δεν είναι απίθανο οι επόμενες μέρες να είναι καθοριστικές για το μέλλον όλων μας.
akarakousis@dolnet.gr