Καμία ιστορική περίοδος, σε καμία χώρα, δεν κλείνει τον κύκλο της εάν δεν χρεοκοπήσουν οι αξίες που εκπροσωπούσε. Στην Ελλάδα, φαίνεται πως αυτό δεν αρκεί. Στη χώρα μας οι τίτλοι τέλους συνοδεύονται, πέραν της ηθικής κατάρρευσης, από μια εθνική καταστροφή. Το τέλος μιας εποχής δεν αποκτά πληρότητα χωρίς τραγωδία. Ο ένδοξος κύκλος του πολέμου και της αντίστασης επισφραγίστηκε από μια εθνική καταστροφή, τον εμφύλιο. Η μετεμφυλιακή περίοδος ολοκλήρωσε τη «δυναμική» της μόνο μετά την κατάλυση της καχεκτικής δημοκρατίας και το έγκλημα της Κύπρου. Σήμερα, η περίοδος της Μεταπολίτευσης φαίνεται έτοιμη να κλείσει τη διαδρομή της με αντίστοιχο τρόπο, την οικονομική χρεοκοπία.

Το καταληκτικό δράμα, η απόληξη σε ένα τελικό καταστροφικό γεγονός, δείχνει ότι οι δυνάμεις αποδιάρθρωσης είναι μέχρι το τέλοςκαι κάθε φορά- υπέρτερες από τις δυνάμεις «διόρθωσης» ή ανάσχεσης. Κοντά στο τέλος, σπάνε τα φρένα, και το τέλος επιταχύνεται.

Δεν χρειάζεται να είναι κανείς οικονομολόγος για να γνωρίζει ότι μία από τις μεγαλύτερες πρωτοτυπίες της ελληνικής περίπτωσης είναι η διαχρονική υστέρηση των άμεσων φόρων σε σύγκριση με τους έμμεσους. Η απώλεια εισοδήματος για το κράτος, λόγω των φοροαπαλλαγών, των μειωμένων συντελεστών και της εκτεταμένης φοροδιαφυγής, μετέτρεψε ένα από τα πιο προοδευτικά φορολογικά συστήματα της Ευρώπης σε πηγή δομικών ελλειμμάτων αλλά και σε μηχανισμό αναδιανομής του πλούτου σε βάρος των μισθωτών. Το έγκλημα είναι διαρκές. Ενισχύθηκε στην αριστερή περίοδο του ΠαΣοΚ, με τον Α. Παπανδρέου, και έκτοτε δεν διορθώθηκε ποτέ. Σήμερα, οι άμεσοι φόροι στην Ελλάδα, ως ποσοστό του ΑΕΠ, υστερούν κατά 5,4 μονάδες του αντίστοιχου ποσοστού της Ευρώπης των «27» (ήτοι αρκετά δισεκατομμύρια κατά έτος). Συνεπώς το «μοιραίον έλλειμμα» δεν προέρχεται τόσο από τον τομέα των κρατικών δαπανών όσο από τον τομέα των εσόδων. Πώς εξηγείται αλλιώς η καταπληκτική ικανότητα αναπαραγωγής της μικρής επιχείρησης, των ελεύθερων επαγγελμάτων και των αυτοαπασχολουμένων; Πώς εξηγείται ο τεράστιος αριθμός ακριβών σπιτιών σε όλα τα σημεία της επικράτειας; Η επιβίωση ενός τέτοιου φορολογικού μηχανισμού αποτελεί ένα εκκωφαντικό ιδεολογικό και ηθικό σκάνδαλο- και μάλιστα σε μια χώρα με πλειοψηφία της Κεντροαριστεράς και της Αριστεράς. Βεβαίως ο δημόσιος τομέας (51% του ΑΕΠ) είναι υπερφορτωμένος, αλλά όχι σε τέτοιον βαθμό (είναι κοντά στον μέσο όρο της ευρωζώνης) ώστε να δικαιολογείται η χρεοκοπία της χώρας. Το έγκλημα βρίσκεται στη διάταξη των δυνάμεών του, στη χαοτική λειτουργία, στον κομματισμό, στην ανύπαρκτη στρατηγική του. Χωρίς όραμα, ο μεγαλύτερος εργοδότης της χώρας έχει γίνει έρμαιο του «τίποτα δεν γίνεται», της αναξιοκρατίας, των πολλών μικροσυμφερόντων, τα οποία, όταν αθροιστούν, διαμορφώνουν ένα μεγα-συμφέρον που παράγει στασιμότητα, κορπορατισμό και μια κουλτούρα συντήρησης. Τελικός εκφραστής αυτής της κουλτούρας συντήρησης είναι δυστυχώς τα συνδικάτα του Δημοσίου (με τη σύμπραξη των συνδικαλιστικών ηγεσιών της Αριστεράς). Η συμφωνία διάσωσης ελάχιστα αγγίζει τους μηχανισμούς που δημιουργούν τα ελλείμματα και το χρέος. Αντί βαθιών στοχευμένων χειρουργικών επεμβάσεων επιλέχθηκε η εύκολη στρατηγική της «επίθεσης στο πλήθος». Αυτή είναι άλλωστε η στρατηγική του ΔΝΤ, το οποίο, έχοντας μάθει να διαπραγματεύεται με εκπροσώπους διεφθαρμένων και αναποτελεσματικών καθεστώτων, δεν εμπιστεύεται τις περίπλοκες στρατηγικές των κυβερνήσεων (οι οποίες καταλήγουν σε αυτό ακριβώς γιατί έχουν αποτύχει). Τα νέα μέτρα οξύνουν τις αδικίες και οδηγούν σε αναδιανομή εισοδήματος σε βάρος όσων ήδη πληρώνουν φόρους. Στο εσωτερικό δε του δημοσιο-υπαλληλικού τομέα, τιμωρούν εξίσου την ηθική της εργασίας και την ηθική της «φαυλότητας», όσους τιμούν το δημόσιο και όσους το προσβάλλουν, όσους έχουν προσόντα και όσους δεν έχουν. Με τα μέτρα αυτά ενισχύεται η συντηρητική κουλτούρα και υπονομεύεται προκαταρκτικά όποια μεταγενέστερη φιλοδοξία μεταρρύθμισης.

Υπήρχε άλλη- εναλλακτική- προοπτική; Ισως, πάντως δεν προτάθηκε επισήμως από κανένα κόμμα, με τη μικρή και ασαφή εξαίρεση του ΚΚΕ. Ο Αντ. Σαμαράς αρνήθηκε τη στρατηγική του ΔΝΤ, αλλά δεν διατύπωσε εναλλακτική πρόταση. Ο Αλ. Τσίπρας χάθηκε στις παλινωδίες ενός μάλλον συνδικαλιστικού λόγου (από τον «δράκο της χρεοκοπίας» των πρώτων μηνών στο ακριβώς αντίθετο: «ο Γ. Παπανδρέου υποτίμησε το πρόβλημα»). Στην ουσία, όλοι βολεύτηκαν με τη στρατηγική Παπανδρέου και επέλεξαν για τον εαυτό τους, σε ένα θέμα ζωής ή θανάτου για τη χώρα, τη στρατηγική της κριτικής και της αποστασιοποίησης. Εasy. Ενίσχυσαν έτσι το αίσθημα ότι η πολιτική είναι άδικη και ότι δεν υπάρχει διέξοδος.

Η χώρα σείεται από το δημοσιονομικό πρόβλημα και από ένα μεγάλο «γιατί». Η κάθαρση είναι η πράξη που αποκαθιστά το αίσθημα δικαιοσύνης, που γαληνεύει τις ψυχές. Ομως δεν φθάνει. Χρειάζεται σύντομα, με ισχυρές διορθωτικές κινήσεις, μια νέα «δημοσιονομική και οικονομική μεταπολίτευση» (όρος του Γ. Βούλγαρη). Εάν δεν υπάρξει, τότε θα βρεθούμε αντιμέτωποι με το αίσθημα του βούρκου, τη θυμωμένη παραίτηση ή τον εκρηκτικό κυνισμό της ανομίας.

Οι προηγούμενοι ιστορικοί κύκλοι έκλεισαν μέσα στον φόβο και στο πένθος, με πράξεις επαίσχυντες- και πάντα με αίμα. Αίμα στη σύγχρονη ευρωπαϊκή Ελλάδα; Κανείς μας δεν μπορεί να το διανοηθεί. Ομως καλό θα ήταν να μη βιαστούμε να θεωρήσουμε το αθώο αίμα των προηγούμενων ημερών δυστύχημα διαδρομής.

Ο κ. Γεράσιμος Μοσχονάς είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, εντεταλμένος διδασκαλίας στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο Βρυξελλών.