από metereologos.gr
Παρασκευή 25 Μαΐου 2018
 
 

Τα παράδοξα της ελληνικής οικονομίας

Η κατάρρευση των δημοσίων εσόδων αλλά και η αύξηση των δαπανών είναι πρωτοφανής
εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

 

Oσο επιδεινώνεται η οικονομική κατάσταση της χώρας τόσο πληθαίνουν τα παράδοξα, με κορυφαίο να υπάρχουν μεν οι απαντήσεις, αλλά να μην τίθενται καν τα ερωτήματα πώς αυτή θα αντιμετωπιστεί.

Παράδοξο πρώτο:

Το πρώτο τετράμηνο τα κρατικά έσοδα όχι μόνο δεν αυξήθηκαν, αλλά για πρώτη φορά έπειτα από πολλές δεκαετίες έχουν αρνητική μεταβολή (-0,5%) σε σχέση με το αντίστοιχο τετράμηνο του 2008. Επίσης, οι δαπάνες το πρώτο τετράμηνο του 2009 αυξήθηκαν κατά 24% του αντίστοιχου περυσινού. Υπάρχει δικαιολογία για αυτή την πρωτοφανή κατάρρευση των εσόδων του ελληνικού κράτους, αλλά και για αυτή τη μεγάλη αύξηση των δαπανών;

Είναι προφανές ότι κάποια στιγμή θα αναγκαστεί η κυβέρνηση να αναγνωρίσει την εφιαλτική αυτή δημοσιονομική εξέλιξη. Το παράδοξο όμως βρίσκεται αλλού. Είναι το αδιατάρακτο πλεόνασμα της πολιτικής αδράνειας που κατατρύχει τη χώρα.

Παράδοξο δεύτερο:

Γιατί άραγε χώρες με υψηλότερο δημόσιο χρέος απ΄ ό,τι έχει η Ελλάδα, όπως η Ιταλία, ή χώρες με υψηλότερο ετήσιο έλλειμμα, όπως η Ιρλανδία και άλλες ευρωπαϊκές χώρες με πάνω από 8% του ΑΕΠ, δανείζονται με χαμηλότερα επιτόκια (spreads) απ΄ ότι το ελληνικό Δημόσιο;

Η απάντηση είναι ότι τόσο οι διεθνείς οργανισμοί όσο και οι αγορές που μας δανείζουν για να μπορούμε να ζούμε διαπιστώνουν ότι η Ελλάδα δεν έχει συνειδητοποιήσει το μέγεθος των προβλημάτων της και γι΄ αυτό δεν ανιχνεύουν ύπαρξη αντανακλαστικών προκειμένου να τα αντιμετωπίσει. Την ελληνική αυτή παραδοξότητα την καταγράφουν ως έλλειμμα αξιοπιστίας της πολιτικής της διαχείρισης. Το αποτέλεσμα είναι τα αυξημένα επιτόκια δανεισμού, η απουσία ξένων παραγωγικών επενδύσεων και η επιδείνωση της διαπραγματευτικής δυνατότητας της χώρας.

Παράδοξο τρίτο:

Ο δείκτης του ελληνικού Χρηματιστηρίου, σε αντιδιαστολή με την παραπάνω τάση, έχει μια ακατανόητη άνοδο τις τελευταίες ημέρες, σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από τους αντίστοιχους ευρωπαϊκούς, τάση η οποία μάλιστα περιορίζεται κυρίως στις μετοχές του τραπεζικού τομέα. Τι συνέβη αίφνης και οι ελληνικές τράπεζες σωρεύουν υψηλή αξιοπιστία και προσελκύουν το διεθνές επενδυτικό ενδιαφέρον; Μήπως οι διεθνείς αγορές προβλέπουν ταχεία ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας που εμείς δεν διαβλέπουμε;

Η απάντηση είναι κλασική. Η όποια ρευστότητα στη διεθνή αγορά παροχετεύεται στο ελληνικό Χρηματιστήριο όχι διότι αναγνωρίζουν σ΄ αυτό ζωτικότητα και σφρίγος, αλλά αντίθετα διότι διαγιγνώσκουν ότι είναι ρηχό και ευάλωτο και άρα θα μπορούν να επιτύχουν απερχόμενοι σημαντικά βραχυπρόθεσμα κέρδη. Ομως η αλήθεια και εδώ η ίδια είναι: η έλλειψη αξιοπιστίας στη λειτουργία του κράτους. Διαφορετικά, ποια υγιής και σοβαρή χώρα θα ανεχόταν το παράδοξο να αποκτούν υψηλό credit μέσα από κερδοσκοπικά παίγνια ξένων επενδυτών κάποιες τράπεζες που είναι αμφίβολο αν έπρεπε καν να λειτουργούν.

Μετά τα ενδεικτικά αυτά παράδοξα της οικονομικής μας ζωής υπάρχουν και τα συμπεράσματα. Η επανάκαμψη της αξιοπιστίας στις οικονομικές λειτουργίες της χώρας προϋποθέτει πρώτα την ανάκτηση της αξιοπιστίας στην πολιτική της λειτουργία. Τη Δευτέρα 4 Μαΐου βιώσαμε έντονα την ηττημένη ατμόσφαιρα της περιόδου που διερχόμαστε. Με μία-δύο ακόμη επαναλήψεις σαν αυτή θα αδειάσουν τελείως οι αρτηρίες του λαού μας από την όσο ποτέ άλλοτε απαραίτητη τώρα εμπιστοσύνη προς την πολιτική τάξη της χώρας· και αυτό, αν τελικά γίνει, δεν θα είναι παράδοξο.

Ο κ. Αλ. Παπαδόπουλος είναι βουλευτής του ΠαΣοΚ, πρώην υπουργός.



Γνώμες περισσότερες ειδήσεις

εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 
 
σχόλια (0)
 
 
απομένουν 700 χαρακτήρες
Τα πεδία που είναι σημειωμένα με * είναι υποχρεωτικά
 
Τα μηνύματα που δημοσιεύονται στο χώρο αυτό εκφράζουν τις απόψεις των αποστολέων τους. Το ΒΗΜΑ δεν υιοθετεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο τις απόψεις αυτές. Ο καθένας έχει δικαίωμα να εκφράζει την γνώμη του, όποια και να είναι αυτή. Δεν δημοσιεύονται συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια και όσα είναι γραμμένα με κεφαλαία γράμματα. Τέτοια μηνύματα θα διαγράφονται όποτε εντοπίζονται.