από metereologos.gr
Πέμπτη 22 Ιουνίου 2017
 
 
ΑΠΟΨΗ

Ο διάλογος ως ύβρις

εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

 

ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ για διάσταση που προφανώς διαφεύγει την προσοχή των ταγών μας, όμως ύβρι στα δημόσια πράγματα (: συμπεριφορά αλαζονική και αυθάδη) δεν συνιστά μόνο η επιθετικότητα, αλλά και η προκλητική υποτίμηση της νοημοσύνης των πολιτών - έστω και όταν αυτό είναι απόρροια της περιορισμένης νοημοσύνης των υβριστών. Η νέα ηγεσία του υπουργείου Παιδείας, αίφνης, δεν αντιλαμβάνεται- μάλιστα δείχνει να μην το υποπτεύεται καν- πως η ανορθόγραφη παρωδία του αθώου και ανυποψίαστου (άσπιλου και αμόλυντου) που πασχίζει να προβάλλει (εν μέσω λογικών ανακολουθιών και γλυκανάλατων κενολογιών) αποτελεί μέγιστη ύβρι. Επιβάλλοντας ένα επικοινωνιακό χάσμα (ένα εικονικό, παράλληλο σύμπαν μηδενισμένων κοντέρ) δυναμιτίζει τις όποιες δυνατότητες αντιμετώπισης των προβλημάτων, απειλώντας να παγιδεύσει στις διελκυστίνδες του μαθητές, τους εκπαιδευτικούς, ολόκληρη την κοινωνία. Για να επανέλθει κανείς στην πραγματικότητα πρέπει να μιλήσει απλά· για πράγματα που όλοι γνωρίζουν, αλλά- υβριστικώ τω τρόπω - επιδεικτικά παρακάμπτουν όταν έρχεται η ώρα των «μεταρρυθμίσεων». Η προσοχή πρέπει να εστιαστεί κατ΄ αρχάς στις συνθήκες που διέπουν τη λειτουργία του Λυκείου.

Δεν απαιτείται ιδιαίτερη οξυδέρκεια για να διαπιστώσει κανείς ότι το ελληνικό σχολείο (που από αυτό εκκινούν και σε αυτό βασίζονται όλασυμπεριλαμβανομένης και της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης) είναι τόπος γκρίζος, αγχώδης και θλιβερός. Ποιες οι συνιστώσες αυτού του ερεβώδους τοπίου και ποιοι οι γενεσιουργοί του παράγοντες;

Πρώτο μεγάλο σταθμό αποτελεί η σχολική στέγη. Κτίρια φαιά και κακοσυντηρημένα- σύμβολα υπολειμματικής προχειρότητας και εγκατάλειψης (φτιαγμένα κυριολεκτικά με ό,τι έχει περισσέψει), που σε καμιά ευρωπαϊκή χώρα δεν έχουν το όμοιό τους και που περίτρανα διαψεύδουν ό,τι μεγαλόσχημο συχνά- πυκνά διακηρύσσεται. Πρόκειται για εθνικό όνειδος. Αραγε το συνειδητοποιούν οι εκάστοτε «μεταρρυθμιστές»; Τους απασχόλησε ποτέ η καθημερινότητα που βιώνουν τα παιδιά σε αυτό το σχολείο και ένιωσαν την ανάγκη να απολογηθούν; Και βέβαια το ερώτημα που αμείλικτο εκρήγνυται στα χέρια όποιου έστω και στοιχειωδώς επιχειρεί να αναλύσει την κατάσταση είναι: τι φταίει και επί τόσες δεκαετίες το πρόβλημα δεν αντιμετωπίζεται; Σιωπούν εδώ οι κυβερνήσεις, σιωπά όμως και η ορθοφρονούσα διανόηση που αδυνατεί να χρεώσει ευθύνες στους συνήθεις υπόπτους της επιχειρηματολογίας της. Πώς να φορτώσει κανείς τα χάλια της σχολικής στέγης στον «στείρο αρνητισμό» των συνδικαλιστικών ή στη διεκδικητική «παραβατικότητα» της νεολαίας;

Παρεμφερή ισχύουν και πίσω από τις σχολικές καγκελόπορτες, στις γκρίζες αίθουσες διδασκαλίας. Το μήνυμα είναι και πάλι τόσο ηχηρό, που για να καταδειχθεί η γύμνια του «μεταρρυθμιστή» βασιλιά δεν χρειάζεται παρά ένας ρητορικός ψίθυρος: Απαιτείται άραγε μακροχρόνιος «διάλογος» για να διαπιστωθεί ότι τα λύκεια (όπως επίσης τα δημοτικά, τα γυμνάσια, αλλά και τα πανεπιστήμια) χρειάζονται βιβλιοθήκες,εργαστήρια και υπολογιστές με διαρκή πρόσβαση στο Διαδίκτυο; Αν, όπως φορτικά διατείνεται η νέα ηγεσία του υπουργείου Παιδείας, επιθυμεί συναινέσεις, ο τομέας αυτός αποτελεί πεδίον δόξης λαμπρόν: Δεν έχει παρά να ξεκινήσει ένα γενναίο πρόγραμμα εξοπλισμού των σχολικών μονάδων και δεν θα βρεθεί ούτε ένας πολίτης που να μην την επαινέσει (έστω και χωρίς διάλογο).

Τρίτο σταθμό αποτελούν, τέλος, τα εγχειρίδια που οι μαθητές και οι μαθήτριες καλούνται να αντιμετωπίσουν όταν, γεμάτοι άγχος και ανούσιες υποχρεώσεις, επιστρέφουν στο σπίτι. Με ελάχιστες εξαιρέσεις (που επιβεβαιώνουν τον κανόνα) πρόκειται για πονήματα παροιμιώδους προχειρότητας και ευτέλειας: από το μέγεθος των γραμματοσειρών και την ποιότητα της εκτύπωσης μέχρι την αποσπασματική και ανερμάτιστη διάρθρωση της ύλης. Χρειάζονται άραγε επιτροπές και ανακτοβούλια ώστε να εκσυγχρονιστεί ο τομέας αυτός; Για να διαδραματίσουν βέβαια τον ρόλο τους ως εφαλτήρια έρευνας, κόντρα στη λογική της αποστήθισης, τα συγγράμματα, όπως άλλωστε και το διδακτικό έργο στο σύνολό του, προϋποθέτουν τις υπόλοιπες υποδομές (βιβλιοθήκες, πολυμέσα κτλ.). Πρόκειται για σύνδρομο που η συνδυαστική προσέγγισή του αποτελεί λυδία λίθο μεταρρυθμιστικής σοβαρότητας.

Καθίσταται, όμως, απολύτως σαφές ότι αυτό που εν προκειμένω επιδιώκεται είναι η υποκατάσταση της πραγματικά κρίσιμης συζήτησης από έπεα πτερόεντα: η προσχηματική κουβέντα με στόχο την παρέλκυση και ματαίωση του απαραίτητου έργου. Πρόκειται συνεπώς για διάλογο- ύβρι. Και στην περίπτωση αυτή καθήκον των ενσυνείδητων πολιτών είναι όχι η σύμπλευση αλλά η αποκάλυψη της μεθόδευσης.

Ο κ. Σεραφείμ Ι. Σεφεριάδης είναι επίκουρος καθηγητής της Πολιτικής Επιστήμης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, ισόβιο μέλος του Πανεπιστημίου του Cambridge (CLΗ) και γραμματέας της Ελληνικής Εταιρείας Πολιτικής Επιστήμης.



Γνώμες περισσότερες ειδήσεις

εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 
 
σχόλια (0)
 
 
απομένουν 700 χαρακτήρες
Τα πεδία που είναι σημειωμένα με * είναι υποχρεωτικά
 
Τα μηνύματα που δημοσιεύονται στο χώρο αυτό εκφράζουν τις απόψεις των αποστολέων τους. Το ΒΗΜΑ δεν υιοθετεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο τις απόψεις αυτές. Ο καθένας έχει δικαίωμα να εκφράζει την γνώμη του, όποια και να είναι αυτή. Δεν δημοσιεύονται συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια και όσα είναι γραμμένα με κεφαλαία γράμματα. Τέτοια μηνύματα θα διαγράφονται όποτε εντοπίζονται.