από metereologos.gr
Παρασκευή 23 Ιουνίου 2017
 
 
ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΔΙΕΘΝΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ;

Εφικτή υπό προϋποθέσεις

Εφικτή υπό προϋποθέσεις
εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

 

1Ενα από τα χαρακτηριστικά στοιχεία της μεταδιπολικής περιόδου είναι και η οριστική καθιέρωση της υποχρέωσης καταστολής εγκλημάτων διεθνούς ενδιαφέροντος, όπως τα εγκλήματα πολέμου/εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας/γενοκτονία. Η ποινική καταστολή των παραβιάσεων του Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου (ΔΑΔ) και η ανάδυση της διεθνούς ποινικής δικαιοσύνης μετέβαλε καθοριστικά το διεθνές δικαιοπολιτικό τοπίο σε ένα εξαιρετικά ευαίσθητο ζήτημα. Με την ίδρυση διεθνών δικαιοδοτικών οργάνων [Διεθνή Ποινικά Δικαστήρια για την πρώην Γιουγκοσλαβία (ΔΠΔΓ) και τη Ρουάντα (ΔΠΔΡ), Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο (ΔΠΔ), Ειδικό Δικαστήριο για τη Σιέρα Λεόνε, άλλα- «υβριδικά» λεγόμενα- όργανα (Αν. Τιμόρ, Βοσνία, Κόσοβο, Καμπότζη)], το ζήτημα της αντιμετώπισης των εν λόγω εγκλημάτων, σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, προσέλαβε διαφορετικές διαστάσεις, ιδίως όταν το κατηγορούμενο πρόσωπο υπήρξε πολιτικός ηγέτης (Πινοσέτ, Σαρόν, Κίσινγκερ, Τσαρλς Τέιλορ, Μιλόσεβιτς, Σ. Χουσεΐν, Ομάρ Χάσαν αλ Μπασίρ κ.λπ.). 2Σε αυτήν την εξελικτική πορεία καθοριστικό ρόλο είχε η καθιέρωση της ατομικής ποινικής ευθύνης για την τέλεση τέτοιων εγκλημάτων, ενδεχομένως σωρευτικά με τη διεθνή ευθύνη του κράτους. Πρόκειται για νεωτερισμό του 20ού αιώνα που μετέβαλε τα δεδομένα εφαρμογής του διεθνούς δικαίου και εκφράζει ουσιαστικά το μέσον αντίδρασης της διεθνούς κοινότητας στις σοβαρές παραβιάσεις θεμελιωδών αξιών της διεθνούς δικαιοταξίας. Οπως διατύπωσε εύστοχα το Δικαστήριο της Νυρεμβέργης: «οι διεθνείς υποχρεώσεις που επιβάλλονται στα άτομα υπερισχύουν της υποχρέωσης υπακοής έναντι του κράτους του οποίου είναι υπήκοοι. Αυτός που παραβίασε τους κανόνες του πολέμου δεν μπορεί, για να δικαιολογηθεί, να προβάλει την εντολή που έλαβε από το κράτος, από τη στιγμή που το κράτος δίνοντας την εντολή ξεπέρασε τις εξουσίες που του αναγνωρίζει το διεθνές δίκαιο». Το ίδιο δικαστήριο επισήμανε ότι «τα εγκλήματα κατά του διεθνούς δικαίου τελούνται από άτομα, όχι από αφηρημένες οντότητες...».

Ετσι, ευθύνονται, ατομικά, τα de jure και de facto όργανα του κράτους [πολίτες, στρατιωτικοί, ιδιώτες, ανεξαρτήτως ιεραρχικής θέσης (πολιτική-στρατιωτική ηγεσία, μέλη ενόπλων δυνάμεων ή μιας παραστρατιωτικής οργάνωσης)]. Το κράτος εξάλλου υπέχει διεθνή ευθύνη από παράλειψη πρόληψης ή καταστολής της αντιδιεθνούς πράξεως οργάνου του ή ιδιώτη [βλ. πρόσφατη (26.2.2007) απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου στην υπόθεση Εφαρμογή της Σύμβασης για την πρόληψη και καταστολή του εγκλήματος της γενοκτονίας ( Βοσνίας-Ερζεγοβίνης/Σερβίας και Μαυροβουνίου )].

3Η λειτουργία διεθνών ποινικών θεσμών- συγκροτουμένων από ανεξάρτητους εκλεγμένους δικαστές- προκάλεσε, σε ορισμένες περιπτώσεις, προβληματισμούς γύρω από τη θέση, τον ρόλο και την αποτελεσματικότητα της- περιορισμένης και επιλεκτικής- φαινομενικά παρέμβασής τους. Η σύλληψη και παράδοση του Ράντοβαν Κάρατζιτς, κατηγορουμένου για πολιτική εθνοκάθαρσης στη Βοσνία και γενοκτονία στην εμβληματική περίπτωση της πτώσης της Σρεμπρένιτσα, στο ΔΠΔΓ- και ενώ παράλληλα ο Εισαγγελέας του ΔΠΔ παραπέμπει τον πρόεδρο του Σουδάν για τη γενοκτονία στο Νταρφούρ-, ανατροφοδότησε αντιδράσεις σε επίπεδο κοινής γνώμης, κυβερνήσεων, διεθνών οργανισμών, ΜΚΟ που ενσωματώνουν βασικά:

* Μία επιφύλαξη έναντι της διεθνούς ποινικής δικαιοσύνης, την ανεξαρτησία/αμεροληψία της και σε ορισμένες περιπτώσεις το πολιτικό περιβάλλον λειτουργίας της (π.χ. σχέσεις με Συμβούλιο Ασφαλείας).

* Την αμφισβήτηση λόγω «πολιτικών» επιλογών (στο ΔΠΔΓ αντιμετώπιση του ΝΑΤΟ, αθώωση Χαμούς Χαραντινάι) ή επιλεκτική μη δίωξη ηγετών όπως οι Τούτζμαν, Ιζετμπέκοβιτς, Μπους, Ράμσφελντ, Μπλερ κ.λπ.- αν υποθέσουμε ότι εκάστοτε θεμελιώνονταν κατηγορίες εις βάρος τους.

* Την αντίληψη για δικαιοσύνη των «νικητών».

4Μια άλλη, όμως, προσέγγιση της δικαιοπολιτικής πραγματικότητας- που προσδοκά, υποστηρίζει μια άλλη ανθρωπιστική τάξη πραγμάτων στη διεθνή δικαιοταξία- αποκωδικοποιεί τα εξής: μετά τη σταδιακή τυποποίηση των διεθνών εγκλημάτων που χαρακτηρίζονται ως εγκλήματα πολέμου/κατά της ανθρωπότητας/γενοκτονία, η ποινική καταστολή ανήκει κατ΄ αρχάς στο κράτος, είτε ασκώντας αρμοδιότητες στην επικράτειά του είτε εξ ονόματος του γενικού συμφέροντος της διεθνούς κοινότητας (διεθνείς υποχρεώσεις του κράτους). Η ατελής δράση ή απουσία αντίδρασης των κρατών για μακρό διάστημα οδήγησε σταδιακά τη διεθνή κοινότητα στην οργάνωση της διεθνούς ποινικής δικαιοσύνης. Αρχικά, αποσπασματικά και επιλεκτικά, με τα ad hoc διεθνή ποινικά δικαστήρια για την πρώην Γιουγκοσλαβία και τη Ρουάντα (1993, 1994 αντίστοιχα) και, κυρίως, το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο (1998).

5 Με όλες τις θεσμικές εκφάνσεις της διεθνούς ποινικής δικαιοσύνης, τα ad hoc ΔΠΔΓ, ΔΠΔΡ (που οδεύουν στη λήξη λει τουργίας τους), το οικουμενικής εμβέλειαςαλλά όχι και αποδοχής (μόνο 105 επικυρώσεις ακόμη)- ΔΠΔ, τα ειδικά «διεθνοποιημένα»- παντοιοτρόπως- υβριδικά δικαστήρια - χωρίς να υπολογίζονται άλλοι θεσμοί της «μεταβατικής» (transitionnelle) δικαιοσύνηςσυγκροτείται ένα θεσμικό σύνολο που διαχειρίζεται, υπό προϋποθέσεις, την απονομή δικαιοσύνης σε υποθέσεις σοβαρών παραβιάσεων του ΔΑΔ. Η μέχρι σήμερα απόδοση είναι γενικά ορώμενη ενδιαφέρουσα, σημαντική [εκδίκαση δεκάδων υποθέσεων, καταδίκες, παραπομπή και ηγετών χωρών (Καμπάντα/Ρουάντα, Τέιλορ/Λιβερία, Μιλόσεβιτς/Σερβία, Νουόν Τσέα/Καμπότζη, Αλ Μπασίρ/Σουδάν)] και σε επίπεδο νομολογίας εντυπωσιακή.] Και τούτο ανεξάρτητα από την κριτική για επιλογές της Κάρλα ντελ Πόντε που «εξέθεσαν» στην κοινή γνώμη το ΔΠΔΓ.

Από την παρούσα νομική και πολιτική κατάσταση, την εμπειρία από τα πρώτα βήματα της διεθνούς ποινικής δικαιοσύνης αλλά και την εκκωφαντική σιωπή/ακινησία εθνικών αρχών μπροστά στις προκλήσεις διαφόρων καταστάσεων (π.χ. Ιράκ, Αφγανιστάν, Λίβανος, Σουδάν κτλ.) είναι σαφές ότι το πρόβλημα παραμένει οξυμμένο και μετά τη δημιουργία του ΔΠΔ και τη συντρέχουσα με τα εθνικά δικαστήρια δικαιοδοσία του. Καλοδεχούμενη η δίωξη και τιμωρία σε εθνικό επίπεδο υπευθύνων τέλεσης εγκλημάτων διεθνούς ενδιαφέροντος, αλλά δυστυχώς απαιτεί πολιτική βούληση. Η συμπεριφορά Σερβίας (μη σύλληψη των Μλάντιτς και Κάρατζιτς), Κροατίας (προκλητικά μεροληπτικές αποφάσεις, π.χ. υπόθεση Οσιγεκ ) είναι χαρακτηριστική. Ετσι, η διεθνής ποινική δικαιοσύνη φαίνεται να διασφαλίζει καλύτερα και αποτελεσματικότερα την απονομή της δικαιοσύνης και την πάταξη των διαφόρων «ηρώων» εθνοκαθάρσεων.

6Η ανάδυση του ΔΠΔ στη διεθνή δικαιοταξία, ως μέρος της διεθνούς δικαιοσύνης, εμπλούτισε σημαντικά τον νομικό πολιτισμό της ανθρωπότητας. Βέβαια, η εμπέδωση της αντίληψης για μια ανθρωπιστική τάξη και η πραγματική προώθηση αυτού του φιλόδοξου σχεδίου της διεθνούς κοινότητας προϋποθέτει: τη δέσμευση περισσότερων κρατών από το ΚατΔΠΔ (χωρίς πολεμική εναντίωση των ΗΠΑ) και τη συνεργασία μαζί του (π.χ. άντληση αποδεικτικού υλικού, υλοποίηση ενταλμάτων σύλληψης κτλ.), νομοθετικές και δικαστικές προσαρμογές, ευαισθητοποίηση κοινής γνώμης. Δηλαδή, υποστήριξη και εμπιστοσύνη σε ένα όργανο που κινείται στο πλαίσιο ενός εύθραυστου πολιτικού συστήματος, με δύσκολες ισορροπίες, με ζητήματα διεθνούς πολιτικής, διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας (βλ. Σουδάν/Νταρφούρ).

Η διεθνής ποινική δικαιοσύνη, έστω και αν φαίνεται να διστάζει ακόμη ανάμεσα στο γενικό και στο ειδικό (που σέβεται τις εθνικές ιδιαιτερότητες, βλ. Σιέρα Λεόνε, Καμπότζη κτλ.), ανεξάρτητα από τις όποιες αστοχίες της- ποια όμως εθνική, συμπεριλαμβανομένης της ελληνικής, δικαιοσύνη δεν βάλλεται για αβάσιμες ή λανθασμένες εισαγγελικές διώξεις ή αποφάσεις δικαστηρίων- άλλαξε τα δεδομένα στη διεθνή δικαιοταξία. Για να γίνει πραγματικότητα το σύνθημα «ειρήνη δεν μπορεί να γίνει χωρίς δικαιοσύνη» και να βρουν δικαίωση τα θύματα στις Ρουάντα, Σρεμπρένιτσα, Καμπότζη, Νταρφούρ, Λίβανο, Ιράκ κτλ. απαιτείται αληθινή πολιτική βούληση κυβερνήσεων, διεθνών θεσμών για ουσιαστική εφαρμογή μιας ανθρωπιστικής τάξης που υπηρετούν θεσμοί όπως το ΔΠΔ, για να επιβληθούν οι απαιτήσεις της δικαιοσύνης και να εμπεδωθεί το ιστορικό πρόταγμα- να τεθεί τέλος στην ατιμωρησία - χωρίς διακρίσεις, που κινητοποιεί την κοινωνία των πολιτών και το μεγαλύτερο μέρος της διεθνούς οργάνωσης. Αλλά αυτό στις μέρες μας παραμένει ζητούμενο.

Ο κ. Στέλιος Περράκης είναι καθηγητής Διεθνών και Ευρωπαϊκών Θεσμών του Παντείου Πανεπιστημίου, διευθυντής του Ευρωπαϊκού Κέντρου Ερευνας και Κατάρτισης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και Ανθρωπιστικής Δράσης.



Γνώμες περισσότερες ειδήσεις

εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 
 
σχόλια (0)
 
 
απομένουν 700 χαρακτήρες
Τα πεδία που είναι σημειωμένα με * είναι υποχρεωτικά
 
Τα μηνύματα που δημοσιεύονται στο χώρο αυτό εκφράζουν τις απόψεις των αποστολέων τους. Το ΒΗΜΑ δεν υιοθετεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο τις απόψεις αυτές. Ο καθένας έχει δικαίωμα να εκφράζει την γνώμη του, όποια και να είναι αυτή. Δεν δημοσιεύονται συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια και όσα είναι γραμμένα με κεφαλαία γράμματα. Τέτοια μηνύματα θα διαγράφονται όποτε εντοπίζονται.