από metereologos.gr
Σάββατο 26 Μαΐου 2018
 
 

Αλλάζει κάτι στις ΗΠΑ;

Αλλάζει κάτι στις ΗΠΑ;
Ο Τζορτζ Μπους (δεξιά) δείχνει την έξοδο στον Ντόναλντ Ράμσφελντ, ο οποίος υπήρξε το πρώτο «θύμα» των ενδιάμεσων εκλογών
εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

 

Τα διεθνή ειδησεογραφικά πρακτορεία στο μεγαλύτερο μέρος τους χαιρέτισαν το αποτέλεσμα των πρόσφατων εκλογών στις ΗΠΑ ως μια τρανή αποδοκιμασία του πολέμου στο Ιράκ από ευρέα στρώματα της αμερικανικής κοινωνίας. Η διεθνής κοινή γνώμη καλωσόρισε αυτό το μήνυμα που σε μεγάλο βαθμό θεωρήθηκε απόδειξη του γεγονότος ότι οι Αμερικανοί διατηρούν κάποια αίσθηση ευθύνης προς τους λαούς του πλανήτη και ενδιαφέρονται ακόμη για τη διατήρηση της παγκόσμιας ειρήνης. Η απομάκρυνση μάλιστα του Ντόναλντ Ράμσφελντ από τη θέση του λειτούργησε ως μια πράξη κάθαρσης που φάνηκε να ικανοποιεί το κοινό αντιπολεμικό αίσθημα τόσο στις ΗΠΑ όσο και διεθνώς. Πέρα όμως από την ανακούφιση που προκαλεί αυτή η αποκατάσταση της ηθικής τάξης σε επίπεδο πολιτικού συμβολισμού, τα ερωτήματα που προκύπτουν την επομένη των εκλογών είναι πολλά. Ποιες θα είναι οι επιπτώσεις για τη διεθνή πολιτική σκηνή; Ποιοι τομείς της διακυβέρνησης των ΗΠΑ θα επηρεαστούν; Ποια είναι η πολιτική δυναμική που δημιουργεί το αποτέλεσμα των ενδιάμεσων εκλογών για την πορεία προς τις επόμενες προεδρικές εκλογές του 2008;

Η εκτίμηση για τις πιθανές επιπτώσεις μιας εκλογικής αναμέτρησης εξαρτάται αναγκαστικά από την άποψη που έχουμε για το ποιες είναι οι τάσεις, οι μετατοπίσεις, οι διαθέσεις και οι μετασχηματισμοί της κοινής γνώμης που καταγράφει το εκλογικό αποτέλεσμα. Οι επιπτώσεις μιας εκλογικής αναμέτρησης καθορίζονται επίσης από τις πολιτικές πρωτοβουλίες που θα πάρουν οι κύριοι αποδέκτες του μηνύματος, δηλαδή τα κόμματα και το πολιτικό τους προσωπικό.

* Αντιπολεμική στάση

Ενα από τα καίρια ζητήματα που αναδεικνύουν τα αποτελέσματα των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ αφορά το εάν και κατά πόσον οι Αμερικανοί βάσισαν την προτίμησή τους στη θέση τους σχετικά με την εξωτερική πολιτική της χώρας. Αναμφισβήτητα, ο πόλεμος στο Ιράκ απασχολεί ολοένα περισσότερο τον μέσο Αμερικανό. Ποικίλες δημοσκοπήσεις κατά τους τελευταίους μήνες δείχνουν ότι η κοινή γνώμη είναι αρνητικά διακείμενη ή τουλάχιστον αμήχανη σχετικά με τη συνέχιση του πολέμου. Η μακροχρόνια παραμονή των στρατευμάτων στο Ιράκ προκαλεί την καχυποψία της αμερικανικής κοινωνίας που γενικά αγαπά τα άμεσα αποτελέσματα και αντιπαθεί τα εγχειρήματα η έκβαση των οποίων χάνεται στο βάθος του χρονικού ορίζοντα. Το μεγαλύτερο μέρος των Αμερικανών πραγματικά δεν είναι ευχαριστημένο με τις πολεμικές επιδόσεις της σημερινής διακυβέρνησης και άρα τάσσεται υπό μια γενική έννοια ενάντια στον πόλεμο.

Συνιστά, όμως, αυτό μια ανατροπή του παραδοσιακού μοντέλου σύμφωνα με το οποίο ο μέσος Αμερικανός συντάσσεται με τις στρατηγικές επιλογές τής εκάστοτε κυβέρνησής του στο εξωτερικό και διαφοροποιεί την ψήφο του με αναφορά στα ζητήματα εσωτερικής πολιτικής, κυρίως την οικονομία; Μάλλον όχι. Το εκλογικό σώμα έδειξε την εναντίωσή του στους χειρισμούς των Ρεπουμπλικανών στο Ιράκ, αλλά πού στηρίζεται και τι πρεσβεύει αυτή η εναντίωση; Τι σημαίνει ο πόλεμος για τους Αμερικανούς; Τι επιπτώσεις θεωρούν ότι έχει στη ζωή τους; Ποιοι και γιατί επιθυμούν να σταματήσει;

Η δημογραφική ανάλυση του εκλογικού αποτελέσματος δείχνει ότι η νίκη των Δημοκρατικών δεν βασίστηκε τόσο στη συσπείρωση των στρωμάτων που παραδοσιακά τους υποστηρίζουν, όπως για παράδειγμα των μαύρων, των φτωχών και των γυναικών.

Το εκλογικό αποτέλεσμα κρίθηκε από τη μετακίνηση ψηφοφόρων που ανήκουν σε μάλλον συντηρητικά - με την ευρεία πολιτισμική σημασία του όρου - στρώματα της μεσαίας τάξης. Παντρεμένη εργαζόμενη γυναίκα με παιδιά και μεσαίο εισόδημα φαίνεται ότι είναι το προφίλ του ψηφοφόρου που στράφηκε προς τους Δημοκρατικούς και τους έδωσε το προβάδισμα. Η οικονομία και η διαφθορά φαίνεται να είναι τα δύο ζητήματα που απασχολούν κατά κύριο λόγο τα μέλη του εκλογικού σώματος που βρίσκονται κοντά σε αυτό το προφίλ. Για αυτούς τους Αμερικανούς, που κατά κανόνα κατοικούν στα προάστια των πόλεων και κερδίζουν 50.000-100.000 δολάρια ετησίως, ο ατελέσφορος πόλεμος στο Ιράκ φαίνεται να επηρεάζει αρνητικά και τους δύο αυτούς τομείς, καθώς δεν επιτρέπει τον περιορισμό των δαπανών και ευνοεί την κερδοσκοπία των μεγάλων οικονομικών συμφερόντων που δραστηριοποιούνται στο διεθνές πεδίο.

* Οι φοβίες της μεσαίας τάξης

Αυτό το ζωτικό τμήμα της μεσαίας τάξης είχε ενδεχομένως υποστηρίξει, άμεσα ή έμμεσα, το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα σε προηγούμενες αναμετρήσεις δίνοντας στον αμερικανό πρόεδρο ένα σημαντικό πολιτικό κεφάλαιο. Το κεφάλαιο αυτό όμως κατασπαταλήθηκε μέσα από πολιτικές επιλογές που αύξησαν το αίσθημα ανασφάλειας του μέσου πολίτη: οικονομικές πολιτικές που ευνόησαν κατά κύριο λόγο τα υψηλότερα κοινωνικά στρώματα, καλλιέργεια του κλίματος τρομοκρατίας που έκανε τον μέσο Αμερικανό να αισθάνεται συνεχώς απειλούμενος και «μισητός» από πλήθος αλλοεθνών που «καραδοκούν», αποτυχία του κράτους να ανταποκριθεί σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, όπως ενδεικτικά στην περίπτωση του τυφώνα Κατρίνα, σκάνδαλα διαφθοράς που δείχνουν ότι το κράτος είναι εκτεθειμένο σε ποικίλους οικονομικούς εισβολείς που καταστρατηγούν την έννομη τάξη κτλ. Το πολιτικό αυτό σκηνικό χαρακτηρίζεται από μια διάχυτη αίσθηση αμηχανίας και δυσαρέσκειας που βρήκε τελικά έκφραση μέσα από την εναντίωση στην πολιτική την οποία το ίδιο το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα φρόντισε να κάνει σημαία του, τον πόλεμο στο Ιράκ.

Το εκλογικό αποτέλεσμα δεν κατέγραψε κάποια μετατόπιση στο επίπεδο των αξιών και των πολιτικών προσανατολισμών. Η ψήφος των εκλογέων δεν διαφοροποιήθηκε με βάση κυρίως τις πολιτικές τους πεποιθήσεις και αξίες. Αντίθετα, τα ζητήματα που αφορούν πολιτικές αξίες και πεποιθήσεις φαίνεται ότι είναι εκείνα γύρω από τα οποία υπάρχει μια συμφωνία και γύρω από τα οποία στήνεται ήδη σήμερα μια πλατφόρμα συνεργασίας μεταξύ των δύο κομμάτων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της συμφωνίας σε ζητήματα «χαμηλής πολιτικής σημασίας» είναι η αύξηση του ελάχιστου ωρομισθίου, το οποίο είναι καθηλωμένο στα 5,15 δολάρια από το 1997, κρατώντας το ετήσιο εισόδημα αρκετών εκατομμυρίων Αμερικανών στο επίπεδο των 10.000 δολαρίων, δηλαδή μόλις πάνω από το όριο της φτώχειας. Παρά τις επιμέρους διαφωνίες των οικονομολόγων, η αύξηση του ελάχιστου ωρομισθίου - ένα ζήτημα που αφορά πολιτικές αξίες και πεποιθήσεις περί κοινωνικής δικαιοσύνης - βρίσκει σύμφωνους Δημοκρατικούς και Ρεπουμπλικανούς.

* Η καταπολέμηση των ανισοτήτων

Το αποτέλεσμα της εκλογικής αναμέτρησης στις ΗΠΑ κατέδειξε ότι ένα τμήμα τουλάχιστον των μεσαίων στρωμάτων της χώρας, αν και δεν εκφράζει ακόμη μια νέα πλειοψηφία με πολιτικούς όρους, θεωρεί ωστόσο ότι ο πόλεμος στο Ιράκ βλάπτει τα οικονομικά του συμφέροντα και δεν συντείνει γενικότερα στη βελτίωση των όρων της καθημερινής του ζωής. Και με αυτό το σκεπτικό τον καταδικάζει. Οι επιπτώσεις αυτού του πολιτικού μηνύματος μπορεί να είναι ποικίλες. Αν κρίνουμε όμως από το άμεσο πρόγραμμα δράσης των Δημοκρατικών, ο σημερινός πολιτικός άνεμος θα φέρει μείωση των κρατικών δαπανών, προσπάθειες καταπολέμησης της διαπλοκής μεταξύ των οργανωμένων ομάδων συμφερόντων και των νομοθετικών σωμάτων, αύξηση των μέτρων που αφορούν την ασφάλεια στο εσωτερικό της χώρας και σταδιακή υποβάθμιση της προβολής του στρατιωτικού ρόλου των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή. Η ιστορία θα δείξει αν όλα αυτά σημαίνουν κάτι ή όχι για την καταπολέμηση των εξαθλιωτικών ανισοτήτων που καθορίζουν τις συνθήκες ζωής των αμερικανών πολιτών αλλά και των ανθρώπων σε διάφορα άλλα μέρη του πλανήτη.

Η κυρία Ιωάννα Λαλιώτου είναι επίκουρη καθηγήτρια Σύγχρονης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας.



Γνώμες περισσότερες ειδήσεις

εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 
 
σχόλια (0)
 
 
απομένουν 700 χαρακτήρες
Τα πεδία που είναι σημειωμένα με * είναι υποχρεωτικά
 
Τα μηνύματα που δημοσιεύονται στο χώρο αυτό εκφράζουν τις απόψεις των αποστολέων τους. Το ΒΗΜΑ δεν υιοθετεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο τις απόψεις αυτές. Ο καθένας έχει δικαίωμα να εκφράζει την γνώμη του, όποια και να είναι αυτή. Δεν δημοσιεύονται συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια και όσα είναι γραμμένα με κεφαλαία γράμματα. Τέτοια μηνύματα θα διαγράφονται όποτε εντοπίζονται.