Ας ξεκινήσουμε από τη θέση ότι το «επίκαιρο» δεν ταυτίζεται με την επικαιρότητα και ότι γράφοντας ένα πολιτικό άρθρο σε μια πολιτική εφημερίδα για ένα πολιτικό συνέδριο μπορεί να έχει ενδιαφέρον ακόμη και μέσα στη λαίλαπα των τελευταίων ημερών. Γιατί «επίκαιρο» στην πολιτική είναι κάθε μεγάλο ανοιχτό ζήτημα που ζητά απαντήσεις και αφορά την προοπτική του έθνους και τη ζωή των πολιτών.


Ζούμε σε μια εποχή όπου ενώ το αύριο είναι ήδη παρελθόν, έχουμε μια κυβέρνηση που βρίσκεται στο χθες και σκέφτεται με σχέδια του προχθές. Σε μια περίοδο που το ευρωπαϊκό πλαίσιο χρησιμοποιείται ως άλλοθι για υποχωρήσεις και περιορισμούς, αντί να αξιοποιείται για την προώθηση εθνικών επιλογών.


Σήμερα το μήνυμα «μια καλή δουλειά για τον καθένα, ένα δίκαιο κράτος για όλους» συμπυκνώνει έναν προσωπικό και ταυτόχρονα συλλογικό στόχο για τη χώρα μας. Ομως για την επίτευξή του πρέπει πρώτα να πετύχουμε σε πολλά άλλα. Από την εξωτερική πολιτική μέχρι την οικονομία, από το κοινωνικό κράτος μέχρι το περιβάλλον. Το ενδιαφέρον λοιπόν είναι να συζητήσουμε για το πώς και το πότε.


Για τη χώρα μας χρειάζεται αναπροσανατολισμός του πρωτογενούς και δευτερογενούς τομέα, με στροφή σε βιολογικές καλλιέργειες και προϊόντα ποιότητας, με ανάπτυξη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και μια σύγχρονη ανταγωνιστική βιομηχανία. Και βεβαίως η κυρίαρχη επιλογή πρέπει να είναι η σωστή ανάπτυξη των υπηρεσιών. Ο τουρισμός και ο πολιτισμός, αλλά και τομείς όπως οι επικοινωνίες, το τραπεζικό σύστημα, τα χρηματοπιστωτικά, η πληροφορική, η ναυτιλία, οι κοινωνικές υπηρεσίες, το περιβάλλον, θα πρέπει να αναπτυχθούν σε υπηρεσίες αιχμής με αποδέκτες την Ελλάδα, τα Βαλκάνια, την Ευρώπη, τον κόσμο. Με απλά λόγια η χώρα χρειάζεται μια ταυτότητα στον στίβο του παγκόσμιου ανταγωνισμού.


H διαπίστωση αυτή δεν είναι καθόλου νέα και καθόλου συγκρουσιακή, μια και οι περισσότεροι πλέον συμφωνούν… Ιδιαίτερα τώρα που η χώρα έχει δημιουργήσει αξιοζήλευτες υποδομές – αναγκαία προϋπόθεση για την προσέλκυση ανθρώπων και επενδύσεων -, έχει κερδίσει ένα «brand name» στη διοργάνωση μεγάλων γεγονότων με τους Ολυμπιακούς Αγώνες, έχει κάνει σημαντικά βήματα στην απελευθέρωση του τραπεζικού και χρηματοπιστωτικού συστήματος, έχει μια σημαντική εμπειρία στην εκπόνηση εθνικών και περιφερειακών σχεδίων, έχει πετύχει μια διεθνή προβολή, παρά τα πισωγυρίσματα των τελευταίων μηνών.


H χώρα δεν μπορεί να συνεχίσει σε ένα καθεστώς απλής και συχνά κακής διαχείρισης, όπου οι πολιτικές επιλογές είναι ένας συνεχής συμβιβασμός ανάμεσα σε μέτρα ουσίας και στο πολιτικό κόστος. Οπου χρεώνουμε το παρελθόν και δεν κάνουμε τίποτε για το μέλλον. Οπου η αδράνεια, τα ωραία λόγια, οι εμβαλωματικές και ανούσιες επιδιορθώσεις του συστήματος, έχουν… κοντά ποδάρια, όπως αποδεικνύει και ο πρώτος χρόνος διακυβέρνησης της ΝΔ!


Ας συμφωνήσουμε λοιπόν ότι πρέπει να υπάρξει μια γενναία στροφή, μια αλλαγή πλεύσης!


Την εποχή της «έξυπνης κάρτας» θεωρώ ότι δύο είναι οι σημαντικές προτεραιότητες στις οποίες θα πρέπει να επικεντρωθούν οι πολιτικές: το θεσμικό πλαίσιο και ο προϋπολογισμός. H πρώτη αφορά τον «έξυπνο άνθρωπο» και η δεύτερη τον «έξυπνο τόπο».


Στις μέρες μας, η τεχνολογία, το know how, η πληροφορία και η γνώση κινούνται χωρίς περιορισμούς και πέρα από τα σύνορα. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι οι χώρες που έχουν υψηλότερου επιπέδου εκπαίδευση, ανθρώπινο δυναμικό και έχουν ενσωματώσει την πληροφορική έχουν τον χαμηλότερο δείκτη ανεργίας. Είναι δε αυτονόητο ότι η λυδία λίθος για τη σύγχρονη Αριστερά είναι η χωρίς διακρίσεις πρόσβαση όλων στην Κοινωνία της Πληροφορίας. Μπορούμε να θέσουμε έναν συγκεκριμένο στόχο: η χώρα μας θα πρέπει μέχρι το 2020 να είναι μέσα στις 10 πρώτες χώρες στον κόσμο στην αξιοποίηση της πληροφορικής (όσοι το θεωρούν αδύνατο ας δουν την ανάλυση του Δερτούζου στο «Τι μέλλει γενέσθαι για τη δυναμική σχέση των Ελλήνων με την Πληροφορική»). Μια επιλογή που σημαίνει: νέου τύπου επενδύσεις, στροφή των δημοσίων επενδύσεων στο ανθρώπινο κεφάλαιο και κυρίως επένδυση στους πρωταγωνιστές αυτής της ιστορίας, που είναι οι κάθε βαθμίδας εκπαιδευτικοί. Υπενθυμίζω την πρόταση του προέδρου του ΠαΣοΚ για αξιοποίηση του 40% των πόρων του Δ´ ΚΠΣ σε επενδύσεις στο ανθρώπινο δυναμικό.


Είναι, πιστεύω, βαθιά νυχτωμένος όποιος νομίζει ότι ανάπτυξη και θέσεις εργασίας – ειδικά με τις προδιαγραφές που τις θέλουν οι νέοι μας σήμερα – μπορεί να προκύπτουν πλέον με συνταγές του παρελθόντος και ξεπερασμένα εργαλεία.


Στη σημερινή ευρωπαϊκή πραγματικότητα, όπου οι θέσεις εργασίας δημιουργούνται σε τοπικό επίπεδο και βασίζονται στην ιδιαιτερότητα του τόπου και στην ιδέα του ανθρώπου, η δημιουργία των «έξυπνων τόπων» εισάγει μια άλλη αντίληψη για την ανάπτυξη του συνολικού εθνικού χώρου. Κάθε περιφέρεια, κάθε τόπος, έχει ξεχωριστά οικονομικά, επιχειρηματικά και πολιτιστικά χαρακτηριστικά. Και όλα αυτά υποστηρίζονται από μια εξίσου ξεχωριστή ιστορία και κουλτούρα. Ενα παράδειγμα: στην προσπάθεια του Δήμου Κατερίνης για τη δημιουργία «Πάρκου με τους θεούς του Ολύμπου» είναι ο συνδυασμός του τόπου, της ιστορίας και της ιδέας που παράγει οικονομικό αποτέλεσμα. H συζήτηση λοιπόν δεν αφορά απλώς την αποσυγκέντρωση της κεντρικής εξουσίας. Μιλάμε για τοπική ανάπτυξη με ταυτότητα επιχειρηματική και πολιτιστική, όσο γίνεται πιο διακριτή.


Σημαίνει τέλος εποχής, τέλος της απλής διαχείρισης των υπαρχουσών δομών, τέρμα στο διογκωμένο κράτος. Φωτιά(!) στα υπουργεία, με πλήρη αποκέντρωση στην περιφέρεια, ακόμη και σε μέρος της φορολογικής εξουσίας. Σημαίνει νέα αντίληψη για την κεντρική εξουσία με δραστικό περιορισμό αρμοδιοτήτων και προσωπικού. Σημαίνει λίγες περιφέρειες με οικονομική και αναπτυξιακή αυτοτέλεια, εκλεγμένα περιφερειακά συμβούλια, ισχυρούς ελεγκτικούς μηχανισμούς. H ανάδειξη «έξυπνων τόπων» με απλούστευση των διαδικασιών σε αυτό το επίπεδο και μείωση της απόστασης ανάμεσα στον πολίτη και στην πολιτική με την ηλεκτρονική διακυβέρνηση είναι ο μόνος τρόπος να χτυπηθεί το τέρας της γραφειοκρατίας. Να χτυπηθεί η διαφθορά που γεννά το σούπερ κράτος, να αναπτυχθεί ο κοινωνικός έλεγχος και μια νέα σχέση ανάμεσα στον δημόσιο, ιδιωτικό και κοινωνικό τομέα (ένα δυναμικό τρίγωνο ΔΙΚ), να ανθήσουν οι τοπικές δυνάμεις. Καλύτερο κράτος, ισχυρή περιφερειακή δομή και αποτελεσματικότερος ιδιωτικός τομέας.


Βεβαίως οι στρατηγικές επιλογές αλλά και οι μεταρρυθμίσεις που απαιτούνται πρέπει να έχουν την πλατιά αναγνώριση ότι εξυπηρετούν τον λαό. Πρέπει να βασίζονται σε πολιτικές αρχές, όπως στις αναλλοίωτες αξίες του σοσιαλισμού για την ισότητα και την κοινωνική δικαιοσύνη. Πέντε λέξεις-κλειδιά, πέντε βασικές έννοιες πρέπει να επανέλθουν στο πολιτικό μας λεξιλόγιο και να αποκτήσουν σύγχρονο πολιτικό νόημα. Είναι τα κλειδιά για ένα ΠαΣοΚ που ΣΠΑΕΙ τα δεσμά κατεστημένων λογικών και πρακτικών και ανατέλλει ξανά:


* Συμμετοχή (με νέες μορφές οργάνωσης των πολιτών, με δικαιώματα, αλλά και υποχρεώσεις)


* Ποιότητα (στη δημοκρατία, στην παιδεία, στην εργασία, στην υγεία, στο περιβάλλον, στις υπηρεσίες, στα προϊόντα, στην ενημέρωση)


* Αλληλεγγύη (μεταξύ των πολιτών, των γενεών, των περιφερειών)


* Εμπιστοσύνη (στην πολιτεία, στην πολιτική, στον άνθρωπο)


* Ισότητα ευκαιριών στην πρόσβαση και στη δημιουργία (στη δουλειά, στο σχολείο, στην υγεία, στο κοινωνικό κράτος, στην προσωπική δράση και πρόοδο)


Το ΠαΣοΚ είναι και σήμερα η μεγαλύτερη δύναμη στη χώρα, που εκφράζει το Κέντρο και την Αριστερά. Και σήμερα καλείται να δώσει πειστική πρόταση για το μέλλον της χώρας, για την παραγωγή πλούτου και τη δίκαιη αναδιανομή. Το οφείλουμε στην Ιστορία μας, στη σημαντικότατη αλλά ανολοκλήρωτη προσπάθεια της «αλλαγής» και του «εκσυγχρονισμού». Είναι αναγκαίο να περάσουμε στην τρίτη προσπάθεια, με περιεχόμενο και χρονοδιάγραμμα, για τη χώρα, για το λαό, για τον κάθε πολίτη χωριστά. Το οφείλουμε στο μέλλον της χώρας και στη νέα γενιά.


* Το άρθρο της κυρίας Αννας Διαμαντοπούλου θέτει ένα θέμα που προσφέρεται για δημόσιο διάλογο. Το Βήμα ευχαρίστως θα δημοσιεύσει απόψεις αναγνωστών του (αλλά και πολιτικών) σχετικές με το θέμα αυτό


H κυρία Αννα Διαμαντοπούλου είναι βουλευτής του ΠαΣοΚ.