Δεν αποδεικνύονται πάντα πρωτότυπες και ευρηματικές οι επετειακές ανακοινώσεις και δημοσιεύσεις που συχνά εκπονούνται κατά παραγγελίαν. Λίγο-πολύ όλοι μας ενδίδουμε στη συνεδριομανία που κατά τις τελευταίες δεκαετίες ενδημεί μετατρέποντας ένα θεσμό δημοσιότητας, ελέγχου και αυτοκριτικής, σε βραχύβια εκτόνωση εντός και εκτός έδρας των πανεπιστημιακών δασκάλων και όσων τους ακολουθούν. Στην αγορά των ιδεών εκτίθεται προφορικά η πραμάτεια τους, όχι σπάνια χιλιοειπωμένη και αναμασημένη, με θιάσους κάποτε χειροκροτητών ή εκλαϊκευτών της. Στη χρονιά που πέρασε ακούστηκαν πολλά μέσα και έξω από τη χώρα και γράφτηκαν αρκετά για τον Γιώργο Σεφέρη, με αφορμή τη συμπλήρωση εκατό ετών από τη γέννησή του. Οσο μπορεί να τιμάται επάξια το «κριτήριο αρμοδιότητας», αναμφίβολα ειδικότεροι μελετητές του σεφερικού έργου είχαν την ευκαιρία να δημοσιοποιήσουν πτυχές της οικείας έρευνας. Ορθά όμως έχει επισημανθεί ότι το έλλειμμα αυτής της συγκομιδής αφορά στη «σεφερική ιδεολογία»: «Καιρός λοιπόν να αναγνωρισθούν και να εκτιμηθούν οι σωματοποιημένες μέσα στη σεφερική ποίηση ιδέες που συστήνουν την ανθρωπιά και τον ανθρωπισμό της, από όπου προκύπτει και ο βαθύτερος παρηγορητικός και διδακτικός της χαρακτήρας» (Δ. Μαρωνίτης· Το Βήμα, 5.11.2000).


Ο ίδιος ο ποιητής δεν θα είχε βάσιμες αντιρρήσεις για μια τέτοια ανατομία, αρκεί αυτός που θα την έφερνε σε πέρας να ευστοχούσε σ’ αυτό το δύσκολο εγχείρημα. Για παράδειγμα, επισκοπώντας τη μακρόχρονη φιλία του με τον Γ. Θεοτοκά, διευκρίνιζε ότι «θα ήταν υπερβολή να παραδεχτώ πως η ιδεολογία μου είναι μόνο μια συναισθηματική κατάσταση. Εχω την εντύπωση πως ό,τι αξιώθηκα να κάνω, γύρω από ένα οργανικά ηθικό στέλεχος κρυσταλλώθηκε» («Η συνομιλία με τον Φαβρίκιο», 1966). Πράγματι, αυτό το «οργανικά ηθικό στέλεχος» διαποτίζει τόσο την ποίηση (και τον αφηγηματικό λόγο) όσο και τα ημερολόγια και τις «δοκιμές» του. Ο,τι δηλαδή συγκροτεί την αμοιβαία συμπληρωματική «έκφραση» ενός «Υπηρέτη του Κράτους», ο οποίος τουλάχιστον από το «Κίνημα» του 1935 («Μήτε κι η σιωπή είναι πια δική σου/εδώ που σταματήσαν οι μυλόπετρες», έγραφε τον Οκτώβριο του ίδιου έτους) προτίμησε να αποξενωθεί από τα «ελλαδικά κομματικά» πράγματα. Ηταν, συνεχίζει, «άραγε τούτο κλείσιμο στον εαυτό μου; Δεν το πιστεύω».


Το 1992 προσπάθησα να δείξω (Τα Νέα, 28.3.1992) ότι συμφυής με την ποιητική του Σεφέρη είναι η «ανθρωπολογία» του, εφόσον στη «φροντίδα» να δώσει «μορφή στο συναισθηματικό του κόσμο» είναι ευδιάκριτη η τραγική ιδέα του ανθρώπου που αναπαράγεται στο πλαίσιο ενός «πανάρχαιου δράματος» και επομένως μιας ορισμένης εκδοχής ιστορικότητας:


«Ο τόπος σαν το μεγάλο πλατανόφυλλο που παρασέρνει


ο χείμαρρος του ήλιου με τ’ αρχαία μνημεία και τη σύγχρονη θλίψη»


(«Ο βασιλιάς της Ασίνης», 1938-1940).


Στην περιπέτεια αυτή η παρουσία του ανθρώπου στοιχεί προς την απουσία του στους κόλπους ενός αποξενωτικού πλέγματος σχέσεων συλλογικής συμβίωσης:


«χωρίς αφή χωρίς ανθρώπους


μέσα σε μια πατρίδα που δεν είναι πια δική μας


ούτε δική τους» (Μυθιστόρημα, 1935).


Ή ακόμη οξύτερα:


«χώρες του ανθρώπου


και δεν μπορείτε ν’ αντικρίσετε


τον άνθρωπο» (Κίχλη, 1947).


Αν η θέση συνεπάγεται τη μεταφορά: ο «άνθρωπος ένα δεμάτι χόρτο», η αντίθεση ωστόσο μας επαναφέρει στην αναγνώριση της δημιουργικότητάς του:


«Μήπως ο άνθρωπος είναι άλλο πράγμα;


Μην είναι αυτό που μεταδίνει τη ζωή;


Καιρός του σπείρειν, καιρός του θερίζειν».


Στην ένσταση μάλιστα πως πρόκειται για «τα ίδια και τα ίδια», ο ειρμός της σκέψης είναι έτοιμος να εκδιπλωθεί:


«Ομως τη σκέψη του πρόσφυγα τη σκέψη του αιχμάλωτου


τη σκέψη του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια


δοκίμασε να την αλλάξεις, δεν μπορείς»


(«Τελευταίος σταθμός», 1944).


Σε κάθε περίπτωση βέβαια ισχύει η παρατήρηση του ποιητή που περιέχεται στην ομιλία του στη Στοκχόλμη (1963): «Σ’ αυτόν τον κόσμο, που ολοένα στενεύει, ο καθένας μας χρειάζεται όλους τους άλλους. Πρέπει ν’ αναζητήσουμε τον άνθρωπο, όπου και να βρίσκεται. Οταν στο δρόμο της Θήβας ο Οιδίπους συνάντησε τη Σφίγγα κι αυτή του έθεσε το αίνιγμά της, η απόκρισή του ήταν: ο άνθρωπος. Τούτη η απλή λέξη χάλασε το τέρας. Εχουμε πολλά τέρατα να καταστρέψουμε. Ας συλλογισθούμε την απόκριση του Οιδίποδα».


Κατά την πολυετή του τριβή ο Σεφέρης ωθούσε «παντού το ποίημα» (Ημερολόγιο καταστρώματος Γ´, 1955) με επίκεντρο αυτής της εξακτίνωσης τους «ανθρώπους καθώς είναι πλασμένοι οι άνθρωποι» (Τρία κρυφά ποιήματα, 1966). Μια διεξοδική μελέτη θα μπορούσε να εντοπίσει τα «τέρατα» με τα οποία συγκρούστηκε ο ποιητής, σ’ έναν τόπο που «φυραίνει ολοένα», «τυλιγμένος στα ναρκωτικά σεντόνια», δηλαδή


«στην πολιτεία που έγινε πορνείο


μαστροποί και πολιτικιές


διαλαλούν σάπια θέλγητρα».


Κι αν «τα χαμίνια τού πετούν μαγαρισιές/καθώς βλέπει τ’ αγάλματα να στάζουν αίμα» (Τρία κρυφά ποιήματα), ο ποιητής έχει την επίγνωση ότι ο «τυραννισμένος από το φόβο και την ανησυχία» σύγχρονος κόσμος χρειάζεται την ποίηση που έχει «τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα» («Ομιλία στη Στοκχόλμη»). Μ’ αυτήν ακριβώς τη σκευή ένιωθε «το πυκνό βάρος του χορευτή


να πέφτει στο ποτάμι του καιρού»


και να «μη σπαταλά την πνοή που του χάρισε


τούτη η ανάσα […]


Δεν είναι πέρασμα τούτη η ανάσα


οιακισμός κεραυνού».


Αν λοιπόν «είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας», είναι γιατί «φυλάγουν τη μορφή του ανθρώπου» (Τρία κρυφά ποιήματα).


Ισως υπερασπίζοντας την τέχνη του να μην ικανοποιούσε η εξομολόγησή του ότι δεν ξέρει αν είναι «ιδεοκράτης, εμπειρικός ή κυνικός» («Μονόλογος πάνω στην ποίηση», 1939). Γι’ αυτό στους «διανοούμενους που σκαρφαλώνουν στο ίδιο τους κεφάλι» («Γράμμα του Μ. Πασχάλη», 1928) απαντούσε με θυμοσοφία που δεν ήταν ξένη στη «σχολή» των «ιδιογραφικών» επιστημών:


«Κάθε γωνιά κι ένα κατάστημα γραμμοφώνων/ κάθε κατάστημα κι εκατό γραμμόφωνα/ κάθε γραμμόφωνο κι εκατό δίσκοι /και σε κάθε δίσκο/ένας ζωντανός παίζει μ’ έναν πεθαμένο./Πάρε τη χαλύβδινη βελόνα και ξεχώρισέ τους/αν μπορείς».


* Ο κ. Παναγιώτης Νούτσος είναι καθηγητής της Κοινωνικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.