«Η ιστορία της προσπάθειας του ανθρώπου να υποτάξει τη φύση είναι συνάμα και η ιστορία της υποταγής του ανθρώπου από τον άνθρωπο»


Max Horkheimer



Ανέκαθεν η οικονομική δράση του ανθρώπου ήταν μια δράση μέσα στη φύση και πάνω στη φύση. Αν στην πρώτη φάση της ιστορικής εξέλιξης των σχέσεων του ανθρώπου με αυτήν το κυρίαρχο γνώρισμα στάθηκε η εξάρτηση του ανθρώπου από τις δυνάμεις της φύσης και του περιβάλλοντος, στη δεύτερη και πιο πρόσφατη φάση, και μάλιστα από τη βιομηχανική επανάσταση και μετά, η σχέση μεταβάλλεται και το κυρίαρχο γνώρισμα γίνεται πλέον η υποταγή της φύσης στον άνθρωπο. Ετσι, ενώ αρχικά και επί μακρόν έκτοτε η φυσική τάξη φάνηκε να επιβάλλεται στον άνθρωπο, στη συνέχεια και ιδίως τα τελευταία 200 περίπου χρόνια η ανθρώπινη τάξη (ή αταξία) επιβλήθηκε πάνω στη φύση και το περιβάλλον.


Ειδικότερα, η τεράστια μετάλλαξη που συντελέστηκε με την είσοδο του ανθρώπου στο δεύτερο κύμα της εξέλιξης της κοινωνικής και της οικονομικής ζωής από την αγροτική (agraria) στη βιομηχανική περίοδο (industria) είχε ως συνέπεια την εντονότερη παρά ποτέ ανθρωπογενή παρέμβαση και εκμετάλλευση του φυσικού κόσμου. Αποτέλεσε κοινό τόπο καθ’ όλη αυτή την περίοδο η ιδέα ότι ο «πλούτος των εθνών» απορρέει από την καλύτερη δυνατή αξιοποίηση των βασικών συντελεστών της παραγωγής (φυσικό περιβάλλον, εργασία, εργοδοσία-κεφάλαιο).


Είναι δε αξιοσημείωτο ότι τόσο η φιλελεύθερη όσο και η σοσιαλιστική σχολή σκέψης και δράσης, παρά τις ποικίλες μεταξύ τους διαφορές και αντιθέσεις (η μία υπερτονίζει το κεφάλαιο, η άλλη την εργασία), μοιράζονται μια κοινή κατά βάση αντίληψη για την ανάπτυξη και την ευημερία, αλλά και μια «εργαλειακή» και ωφελιμιστική κατά κανόνα εκτίμηση των συντελεστών του φυσικού περιβάλλοντος. Η φύση, γενικά, έγινε αντιληπτή αν όχι πάντα ως λεία προς αρπαγή, πάντως ως πρώτη ύλη και εμπράγματη αξία (res) υποκείμενη σε μια επιθετική από μέρους του ανθρώπου προσέγγιση.


Οικολογική κρίση


«Ξέρουμε πως ο λευκός δεν καταλαβαίνει τους τρόπους της ζωής μας» έγραφε το 1854 ο αρχηγός των Ινδιάνων προς τον 14ο πρόεδρο των ΗΠΑ Φράνκλιν Πιρς. «Τα μέρη της γης, το ένα μετά το άλλο, δεν κάνουν γι’ αυτόν διαφορά, γιατί είναι ξένος που φτάνει τη νύχτα και παίρνει από τη γη όσα του χρειάζονται. Η γη δεν είναι αδερφός του αλλά εχθρός που πρέπει να τον κατακτήσει, κι αφού τον κατακτήσει πηγαίνει παρακάτω. Με την απληστία του θα καταπιεί τη γη και θα αφήσει πίσω του μια έρημο. Η όψη που παρουσιάζουν οι πολιτείες σας κάνει κακό στα μάτια του ερυθρόδερμου».


Εκείνο που ακολούθησε την επισήμανση αυτή δεν ήταν η ανάσχεση αλλά η ακόμη μεγαλύτερη, η ραγδαία επιτάχυνση των ρυθμών της οικονομικής μεγέθυνσης και ανάπτυξης, ιδίως στον βιομηχανικό και τον μεταβιομηχανικό τομέα της παραγωγής, αρχικά στον πρώτο, κατόπιν στον δεύτερο και αργότερα ακόμη και στον τρίτο κόσμο.


Η συνέπεια ήταν να εκτιναχθεί ο πληθυσμός της γης από το 1 δισ. πριν από 150 περίπου χρόνια στα 6 δισ. στο τέλος του 20ού αιώνα, ενώ ταυτόχρονα η άγρια εκμετάλλευση των συντελεστών του φυσικού περιβάλλοντος έχει οδηγήσει σε μια δύσκολα αντιμετωπίσιμη οικολογική κρίση. Εμφανείς όψεις αυτής της κρίσης αποτελούν, μεταξύ άλλων, φαινόμενα όπως η υπερθέρμανση του πλανήτη ως αποτέλεσμα της ανθρώπινης δράσης, η εξάντληση των μη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, η σπάνις πρώτων υλών όπως το νερό, η αποψίλωση των δασών, η διόγκωση των απορριμμάτων και των αποβλήτων, η ερημοποίηση της υπαίθρου, η χρήση ρυπογόνων πυρηνικών μέσων (ενίοτε και όπλων).


Παρ’ όλα αυτά, η εκμετάλλευση του ανθρώπου από τον άνθρωπο δεν έχει ακόμη μειωθεί, αλλά ίσως και να έχει ενταθεί, όπως τουλάχιστον προκύπτει από το γεγονός ότι η διάκριση πλουσίων και φτωχών παραμένει τόσο μεταξύ των κρατών (εφόσον το 25% του πληθυσμού της γης καταναλώνει το 75% της ενέργειας) όσο και μεταξύ των ατόμων και των κοινωνικών ομάδων στο εσωτερικό πεδίο τόσο των πλουσίων όσο και των φτωχών χωρών.


Κοντολογίς, το κυρίαρχο υπόδειγμα ανάπτυξης φαίνεται να έχει πλέον αν όχι ξεπεράσει τουλάχιστον αγγίξει προ πολλού τα όρια ανοχής και αντοχής του φυσικού περιβάλλοντος.


Φαίνεται έτσι ότι η αρχικά θετική συνάρτηση μεταξύ της ανάπτυξης και του περιβάλλοντος τείνει να μετατραπεί σε αρνητική και αντιφατική, εφόσον πλέον η ανάπτυξη υποβαθμίζει το περιβάλλον, πράγμα που με τη σειρά του υπονομεύει τις προοπτικές της περαιτέρω ανάπτυξης και ευημερίας.


Η διπλή αρνητική ανάδραση του κυκλώματος της ανάπτυξης και του περιβάλλοντος οδηγεί στην κρίση της ανάπτυξης, εφόσον προξενεί συνέπειες και επιπτώσεις στο περιβάλλον που δεν είναι σε θέση να ελέγξει και άρα να διασφαλίσει τις προοπτικές της περαιτέρω ανάπτυξης.


Κατά μία τουλάχιστον εκδοχή η κρίση και η αντίφαση της ανάπτυξης οφείλονται στη θεμελιώδη αντινομία που χαρακτηρίζει το κυρίαρχο οικονομικό υπόδειγμα επί του οποίου αυτή στηρίζεται. Την αδυναμία, δηλαδή, να συλλάβει και να αποτιμήσει με μη οικονομικούς όρους τις σχέσεις της οικονομίας με τον περιβάλλοντα αυτήν κόσμο (στο πολιτικό, το πολιτισμικό, το ηθικό, το κοινωνικό και το φυσικό πεδίο). Αντίθετα, η «οικονομικοποίηση» όλων των φαινομένων και η υποτίμηση οποιουδήποτε δεν είναι ποσοτικά μετρήσιμο οδηγεί όχι μόνο στη γενίκευση της ισχύος του ήδη κυρίαρχου υποδείγματος, αλλά και στην υποταγή σε αυτό όλων των εξωοικονομικών συντελεστών, περιλαμβανομένου και του φυσικού κεφαλαίου.


Η ιδέα για τη «βιώσιμη ανάπτυξη» (sustainable development), όπως κωδικοποιήθηκε το 1987 από την αρμόδια Διεθνή Επιτροπή, στοχεύει ακριβώς να διορθώσει την αρνητική ανάδραση αποκαθιστώντας μια θετική σχέση μεταξύ ανάπτυξης και περιβάλλοντος μέσω του περιορισμού των ανεπιθύμητων παρενεργειών της ανεξέλεγκτης ανάπτυξης.


Στην περίπτωση αυτή η ανάπτυξη παρεμβαίνει στο περιβάλλον με τέτοιο τρόπο ώστε να καθίσταται δυνατή η διατήρησή της και στο μέλλον. Αρα, βιώσιμη είναι η ανάπτυξη που επιτρέπει να ικανοποιούμε τις ανάγκες του παρόντος δίχως όμως να υποθηκεύουμε τις συνθήκες του μέλλοντος.


Βίος αβίωτος


Το ερώτημα είναι βέβαια πώς μπορεί να γίνει αυτό τη στιγμή που όχι μόνο απουσιάζει ένα αποτελεσματικό εναλλακτικό υπόδειγμα αλλά και οι στοιχειώδεις θεσμοί και οι διαδικασίες για την αντιμετώπιση σε παγκόσμια κλίμακα ενός «μη διαιρετού προβλήματος που καλείται να λύσει μια διαιρεμένη ανθρωπότητα», όπως έχει επισημάνει ο Κ. Τσουκαλάς. Συνάμα, δικαιολογημένα ίσως από τη δική τους σκοπιά, χώρες και κοινωνίες της ύστερης ανάπτυξης (μεταξύ αυτών και η δική μας) δεν φείδονται τρόπων και μέσων για την ταχύτερη και εκτενέστερη δυνατή ανάπτυξή τους με κάθε κόστος «εδώ και τώρα», με συνέπεια το περιβάλλον να εξακολουθεί να θυσιάζεται στον βωμό της οικονομικής μεγέθυνσης και της δημοφιλούς πολιτικής βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης και ευημερίας.


Από την άλλη πάλι πλευρά, το γεγονός ότι ο 20ός αιώνας τελειώνει με τη διάχυτη αίσθηση, έστω μεταξύ των πιο ευαισθητοποιημένων χωρών και κοινωνικών στρωμάτων, μιας επικείμενης οικολογικής κρίσης μεγάλων διαστάσεων έχει καταστήσει τα ζητήματα του περιβάλλοντος κορυφαία πολιτική διακύβευση στις πολιτικές αντιπαραθέσεις, πράγμα που φάνηκε και στις πρόσφατες αμερικανικές εκλογές. Αποτελούν, συνάμα, ουσιώδη παράμετρο της διοικητικής νομολογίας, αλλά ακόμη και αυτής της συνταγματικής αναθεώρησης, όπως φάνηκε πρόσφατα στη χώρα μας με τις διατάξεις του άρθρου 24 του Συντάγματος.


Δεν στερείται σημασίας ούτε είναι φυσικά τυχαίο το γεγονός ότι η σχετική συνταγματική διάταξη για «την προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος» περιλαμβάνεται στον κατάλογο των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, ούτε ότι η πρόταση για την αναθεώρησή της συνάντησε τη γενική δυσπιστία και ποικίλες αντιδράσεις. Αποφεύγοντας τις διχαστικές και μονοδιάστατες απλουστεύσεις ενός κατ’ εξοχήν σύνθετου ζητήματος, θα είχε ίσως νόημα να συμπεριληφθεί στο τελικό κείμενο της συνταγματικής διάταξης μια σαφής αναφορά στις αρχές της βιώσιμης ανάπτυξης ως γενικού κριτηρίου της οικονομικής διαδικασίας. Θα μπορούσε παράλληλα να προβλεφθεί η σύσταση μιας Εθνικής Επιτροπής για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη, όπως έχει συμβεί και σε άλλες χώρες, ώστε να συμβάλει επικουρικά και γνωμοδοτικά στη διαρκή εγρήγορση και επεξεργασία της έννοιας και του περιεχομένου των αρχών της βιώσιμης ανάπτυξης. Γιατί αν αυτές οι αρχές δεν γίνουν πράξη και κανόνας της κοινωνικής ζωής ίσως ο βίος μας γίνει αβίωτος πάνω στη γη. *


* Ο κ. Αντώνης Μακρυδημήτρης είναι καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.