Μια λεπτομέρεια έγειρε την πλάστιγγα τις δραματικές ώρες που ζούσαν η τουρκική κοινωνία και η πολιτική της σκηνή το βράδυ της προηγούμενης Παρασκευής. Βαρύ πέπλο ομίχλης άφηνε η προσπάθεια ελέγχου της επικοινωνίας από τους πραξικοπηματίες. Η έφοδος στο κτίριο της κρατικής τηλεόρασης και η ανακοίνωση του «συμβουλίου ειρήνης» από δημοσιογράφο, «υπό πίεση» όπως είπε on camera, περιόριζαν τις κινήσεις των άλλων «παικτών» στην αιματηρή σκακιέρα του πολέμου για την κυριαρχία. Η «λεπτομέρεια» ήταν η εμφάνιση «ζωντανά» μέσω FaceTime του τούρκου προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και η πρόσκληση να βγει «ο λαός» στον δρόμο.
Η απόπειρα πραξικοπήματος ήταν ανεπιτυχής χάρη στη λαϊκή κινητοποίηση. Επετεύχθη με μια πρωτοφανή συνεργασία των τεσσάρων μεγαλύτερων κομμάτων της Τουρκίας αλλά και με τη βοήθεια των (ιδιωτικών) τουρκικών καναλιών, τα οποία στάθηκαν με το μέρος του Ερντογάν. Ωστόσο την επομένη ο τούρκος πρόεδρος δεν φάνηκε και τόσο ευγνώμων σε όσους τον βοήθησαν, καθώς μέσα στις πολυάριθμες εκκαθαρίσεις που έκανε ανέστειλε, εκτός των άλλων, και τις άδειες των καναλιών που στέκονται με το μέρος των πολιτικών του αντιπάλων. Κάτι τέτοιο βέβαια δεν είναι απρόσμενο από έναν πολιτικό σαν τον Ερντογάν, ο οποίος φαίνεται να χρησιμοποιεί τον Τύπο κατά το δοκούν.
Μάλιστα, κατά τραγική ειρωνεία, SMS, το FaceTime για iPhone αλλά και Twitter και Facebook πρωταγωνίστησαν ασμένως στην αντεπίθεση Ερντογάν κατά των στασιαστών τη στιγμή που είχε προσπαθήσει να ελέγξει τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης το 2013, όταν ήταν ο δίαυλος αντίστασης στις σφοδρές διαδηλώσεις στο πάρκο Γκεζί της Κωνσταντινούπολης.

Διώξεις από το 2007
Το σκηνικό των μέσων ενημέρωσης στην Τουρκία φαίνεται πλούσιο, με 40 εθνικές και 2.000 τοπικές εφημερίδες, δεκάδες περιοδικά, τουλάχιστον 10 εθνικά και 250 τοπικά ειδησεογραφικά κανάλια, 2.000 ραδιοφωνικούς σταθμούς και εκατοντάδες ειδησεογραφικούς ιστότοπους. Παρά τον πλουραλισμό και την υποτιθέμενη ποικιλία, η ελευθερία του Τύπου βρίσκεται υπό απειλή εδώ και πολλά χρόνια. Η δημοσιογραφική αυτονομία περιορίζεται εδώ και δεκαετίες εξαιτίας κρατικών παρεμβάσεων, εμπορικών πιέσεων και διάλυσης συνδικάτων. Η κατάσταση επιδεινώθηκε με την άνοδο του κόμματος του Ερντογάν –AKP (Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης) στην εξουσία· ιδιαίτερα μετά τη δεύτερη θητεία του το 2007.
Το AKP, σύμφωνα με αναφορά της Επιτροπής για την Προστασία των Δημοσιογράφων, διεξάγει «μία από τις μεγαλύτερες εκστρατείες καταστολής της ελευθερίας του Τύπου στην πρόσφατη ιστορία». Η δήλωση αυτή φαίνεται ορθή, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις δικαστικές πιέσεις που ασκήθηκαν στα μέσα ενημέρωσης κατά την υπόθεση Εργκενεκόν και την επιχείρηση KCK, καθώς και την αναδιαμόρφωση που υπέστη η κουλτούρα των Μέσων από τις οικονομικές πιέσεις της κυβέρνησης, τις απολύσεις αντιφρονούντων δημοσιογράφων και την επίταση της αυτολογοκρισίας.

Η έρευνα-εργαλείο
Η έρευνα Εργκενεκόν, από το 2008 ως το 2011, στόχευε στην εξάρθρωση ενός κυκλώματος το οποίο περιγραφόταν ως ευρύ δίκτυο αξιωματικών, δημοσιογράφων, ακαδημαϊκών, διανοουμένων και οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, που συνεργάζονταν για να ανατρέψουν την κυβέρνηση AKP. Η οργάνωση Εργκενεκόν ήταν συνδεδεμένη με το τουρκικό «βαθύ κράτος» των δεκαετιών 1980 και 1990, το οποίο διεξήγε παράνομες επιχειρήσεις (δολοφονίες, βομβιστικές επιθέσεις και εξαφανίσεις) στο όνομα της προστασίας της Τουρκίας από εξωτερικές και εσωτερικές απειλές. Ετσι, αφού το «βαθύ κράτος» θεωρείται υπαίτιο για δολοφονίες και εξαφανίσεις χιλιάδων –κατά κύριο λόγο κούρδων –μαχητών, πολιτών, πολιτικών ηγετών δημοσιογράφων και διανοουμένων, η έρευνα ήταν καλοδεχούμενη τις πρώτες ημέρες. Θεωρούνταν μια ευκαιρία για να φανερωθούν οι αντιδημοκρατικές δομές στον δημόσιο βίο και να αυξηθούν η διαφάνεια και η αξιοπιστία των κρατικών θεσμών.
Η νομιμότητα της έρευνας υπονομεύθηκε ωστόσο εξαιτίας παραβιάσεων του νόμου και μη τήρησης της αρχής της νόμιμης ακροάσεως. Επομένως ήταν εύκολα εννοούμενο για πολλούς ότι ο Ερντογάν χρησιμοποίησε την υπόθεση αυτή ως ευκαιρία να εδραιώσει τη θέση του, εκδιώκοντας τους πολιτικούς του αντιπάλους.
Στην περίπτωση του Τύπου, δημοσιογράφοι, ιδιοκτήτες καναλιών, εφημερίδων και ιστότοπων που ήταν υπέρ ενός κοσμικού κράτους και δήλωναν φανερά την αντίθεσή τους στην κυβέρνηση AKP συνελήφθησαν. Με τη διεξαγωγή της έρευνας χάθηκαν η προστασία προσωπικών δεδομένων και η ελευθερία επικοινωνιών στον δημοσιογραφικό κόσμο, αφού μεγάλο μέρος των στοιχείων που χρησιμοποίησε το κράτος για τις δίκες ήταν καταγεγραμμένες συνομιλίες –προϊόν υποκλοπής. Στο διάστημα 2006-2009, συνομιλίες 113.000 ατόμων υποκλέπτονταν από την τουρκική κυβέρνηση.



Η επιχείρηση KCK
Τα τουρκικά δικαστήρια εδώ και πολύ καιρό χρησιμοποιούν τον αντιτρομοκρατικό νόμο για τη δίωξη δημοσιογράφων που τίθενται πολιτικά υπέρ των Κούρδων, παίρνουν συνεντεύξεις από ηγέτες του PKK, καλύπτουν κουρδικές διαμαρτυρίες. Ο νόμος είναι τόσο ασαφής στον ορισμό της τρομοκρατίας και της τρομοκρατικής προπαγάνδας ώστε τα δικαστήρια τον χρησιμοποιούν για να αποθαρρύνουν την κάλυψη του κουρδικού ζητήματος από τα μέσα ενημέρωσης.
Επειτα από ένα αποτυχημένο «δημοκρατικό άνοιγμα» της κυβέρνησης Ερντογάν προς τους Κούρδους το 2009, το κράτος άρχισε να ασκεί πίεση σε Κουρδικό Δημοκρατικό Κόμμα, κούρδους ακτιβιστές και δημοσιογράφους. Ετσι ξεκίνησαν συλλήψεις Κούρδων, οι οποίες έφθασαν τις 4.000 το 2011.
Ως μέρος της επιχείρησης ενάντια στο KCK (Ενωση Κουρδικών Κοινοτήτων) η αστυνομία στόχευσε γραφεία από κουρδικά ειδησεογραφικά πρακτορεία συλλαμβάνοντας 36 δημοσιογράφους και συντάκτες με κατηγορίες για εμπλοκή με το PKK και προπαγάνδα υπέρ των τρομοκρατών.

Παραιτήσεις και αυτολογοκρισία
Η ελευθερία Τύπου στην Τουρκία δεν υπονομεύεται μόνο με τις διώξεις δημοσιογράφων. Το AKP ασκεί και οικονομικές πιέσεις στα μέσα ενημέρωσης, τις οποίες μπορεί να εφαρμόσει χάρη στην οικονομική και πολιτική σύνδεση κράτους με μεγάλους δημοσιογραφικούς ομίλους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιων πιέσεων είναι η σύγκρουση της κυβέρνησης με τον όμιλο Ντογκάν. Το υπουργείο Οικονομικών επέβαλε στον δημοσιογραφικό όμιλο φορολογία ύψους 3,2 δισ. ευρώ, ποσό ίσο με τα έσοδά του. Αδυνατώντας να αντεπεξέλθει, ο όμιλος απέλυσε μερικούς από τους πιο κριτικούς δημοσιογράφους του, ενώ πούλησε και δύο εφημερίδες. Ο λόγος για αυτή την υψηλή φορολόγηση εικάζεται πως είναι η κάλυψη ενός σκανδάλου στο οποίο εμπλέκονταν μέλη του AKP.
Παρ’ όλο που όλες οι κυβερνήσεις είχαν ασκήσει τέτοιου τύπου πιέσεις στο παρελθόν, η κυβέρνηση Ερντογάν τις εφαρμόζει πιο τακτικά και με μεγαλύτερη σκληρότητα.
Παράλληλα, η πελατειακή φύση του τουρκικού πολιτικού συστήματος οδηγεί στη δημιουργία συνασπισμών μέσων ενημέρωσης που αυτολογοκρίνονται και υποστηρίζουν την κρατική ατζέντα. Ως αντάλλαγμα κερδίζουν προνόμια όπως συμβάσεις με την κυβέρνηση και διευκόλυνση εξαγοράς άλλων δημοσιογραφικών συγκροτημάτων, τον έλεγχο των οποίων αναλαμβάνει η κυβέρνηση με πρόσχημα διάφορες κατηγορίες.
Η χρήση του Τύπου για κρατικά συμφέροντα στην Τουρκία είναι εμφανής, με την κυβέρνηση να χρησιμοποιεί διάφορες μεθόδους για να σιωπήσουν απόψεις και κριτικές που δεν τη συμφέρουν. Ανάλογος περιορισμός της ελευθερίας έκφρασης έχει συμβεί και στο τουρκικό Διαδίκτυο, και εικάζεται πως δεν είναι απίθανο να ξανασυμβεί.

Παρά τη νίκη ενάντια στο πραξικόπημα, η τουρκική δημοκρατία ακόμη απέχει από το φιλελεύθερο μοντέλο.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ